

Τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 27 Νοέμβρη 2025, μια ελληνική σχολή χορού πραγματοποίησε οργανωμένο ταξίδι στην Τουρκία. Εκεί, έξω από την Αγιά Σοφιά, στην Κωνσταντινούπολη, χορευτική ομάδα της σχολής χόρεψε χασάπικο υπό τους στίχους του τραγουδιού «Τα άγια χώματα της πόλης» του Στράτος Διονυσίου. Το γεγονός καταγράφηκε σε βίντεο, αναπαράχθηκε μαζικά στα κοινωνικά δίκτυα και αντιμετωπίστηκε από μερίδα του ελληνικού κοινού με ενθουσιασμό, συγκίνηση και εθνική έξαρση.
Ούτε οι τουρκικές αρχές παρενέβησαν, ούτε κάποιος αξιωματούχος θεώρησε σκόπιμο να θέσει ζήτημα. Από την πλευρά τους, οι διοργανωτές έσπευσαν να διευκρινίσουν: «Δεν έχει καμία σχέση με αλυτρωτισμούς. Χορέψαμε στα άγια χώματα χωρίς να προσβάλουμε κανέναν».
Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον, όχι ως γεγονός, αλλά ως σημειολογία.
Λίγο αργότερα, στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Φλώρινα, «έγινε χαμός» σε κοινωνική εκδήλωση επειδή ακούστηκαν σλαβόφωνα τραγούδια. Πολιτικές καταγγελίες, τηλεοπτική υστερία, εθνικοφροσύνη σε πλήρη ανάπτυξη. Μια πολιτισμική έκφραση, βαθιά ριζωμένη στην τοπική ιστορία και μνήμη, βαφτίστηκε απειλή, υπονοούμενο, σχεδόν εθνικό έγκλημα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο χορός έξω από την Αγιά Σοφιά ήταν «προσβλητικός» ή όχι. Το ερώτημα είναι: πότε κάτι θεωρείται επικίνδυνο και πότε ακίνδυνο; Και για ποιον.
Όταν Έλληνες χορεύουν νύχτα έξω από ένα από τα πιο φορτισμένα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της περιοχής, υπό στίχους που μιλούν για «άγια χώματα της Πόλης», αυτό βαφτίζεται «πολιτιστική έκφραση», «συγκίνηση», «ιστορική μνήμη». Όταν, όμως, σε μια μακεδονική πόλη ακούγεται ένα τραγούδι σε άλλη γλώσσα —που μιλούσαν και μιλούν άνθρωποι της περιοχής εδώ και δεκαετίες— τότε επιστρατεύονται φαντάσματα αλυτρωτισμών και εθνικών κινδύνων.
Αυτό δεν είναι πατριωτισμός. Είναι επιλεκτική ευαισθησία. Είναι εθνικισμός α λα καρτ.
Γιατί ο εθνικισμός δεν ενοχλείται από τα σύμβολα· ενοχλείται από τους ανθρώπους. Δεν φοβάται τις κάμερες και τα viral βίντεο· φοβάται τη ζωντανή κοινωνία, τη συνύπαρξη, την παραδοχή ότι η Ιστορία δεν ήταν ποτέ μονοφωνική. Ότι η Μακεδονία, όπως και η Κωνσταντινούπολη, κουβαλά στρώματα πολιτισμών, γλωσσών και μνημών που δεν χωρούν σε καθαρές αφηγήσεις.
Γι’ αυτό ο χορός στην Αγιά Σοφιά «δεν προσβάλλει κανέναν», ενώ ένα τραγούδι στη Φλώρινα «προσβάλλει το έθνος». Όχι επειδή ισχύει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, αλλά επειδή έτσι βολεύει το ιδεολογικό φίλτρο όσων θέλουν την Ιστορία μουσειακό έκθεμα και την κοινωνία σιωπηλή.
Και τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ούτε το χασάπικο ούτε τα σλαβόφωνα τραγούδια. Το πρόβλημα είναι ποιος έχει δικαίωμα να μιλά, να τραγουδά, να θυμάται και ποιος πρέπει να σωπάσει για να μη «χαλάσει το αφήγημα».
Β.

Η μεγάλη διαφορά των δύο παραδειγμάτων που αναφέρεις είναι ότι δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια ελληνικός αλυτρωτισμός. Εκτός εάν δίνουμε σημασία στο περιθώριο του ακροδεξιού περιθωρίου…
Αντιθέτως στη Βόρεια Μακεδονία, όπου την εξουσία έχουν εθνικιστές -κατι σαν τον Βελοπουλο- οι αλυτρωτικές και εθνικιστικές ιδέες είναι παρούσες και ισχυρές, και συμμετέχουν στη διαμόρφωση των εθνικών τους μύθων και της σλαβομακεδονικης Μεγάλης Ιδέας…
Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται ο δήμαρχος, που σύμφωνα με τη γνώμη μου έκανε λάθος με την παρέμβαση του. Γιατι η συγκεκριμένη μπάντα δεν ανήκει στην κατηγορία των εθνικιστικών συγκροτημάτων, ούτε επίσης η οποιαδήποτε γλώσσα βαρύνεται με προπατορική ενοχή. Η ευθύνη πάντα ανήκει σε πρόσωπα που πονηρά χρησιμοποιούν τη γλώσσα ως μέσο διαχωρισμού και μίσους
Αν θεωρείται ότι είναι “περιθώριο του ακροδεξιού περιθωρίου…” πρωτοκλασάτος υπουργός της κυβέρνησης, ο Θ. Πλεύρης, ο οποίος δηλώνει δημόσια:
«Ξέρω ότι υπάρχουν υπόδουλοι Έλληνες στην Κύπρο, στη Βόρεια Ήπειρο, στα Σκόπια, στη Βουλγαρία, στην Ίμβρο, την Τένεδο, τον Πόντο και στην Κωνσταντινούπολη. Κι όσο υπάρχουν υπόδουλοι Έλληνες είμαι κι εγώ υπόδουλος», πάμε πάσο.