«Η επέμβαση έγινε διότι η Σερβία δεν ακολουθούσε τις απαιτούμενες κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που σημαίνει ότι ήταν η τελευταία γωνία της Ευρώπης που δεν είχε υποτάξει τον εαυτό της στα καθοδηγούμενα από τις ΗΠΑ νεοφιλελεύθερα προγράμματα, επομένως έπρεπε να εξαλειφθεί».
— Νόαμ Τσόμσκι
Αυτά τα λόγια του μεγάλου Αμερικανού διανοητή δεν συνιστούν κάποια «θεωρία συνωμοσίας». Αποτυπώνουν, με τον πιο ωμό τρόπο, την αλήθεια που οι ισχυροί της εποχής προσπάθησαν να ντύσουν με το προσωπείο της «ανθρωπιστικής επέμβασης». Όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Strobe Talbott, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην κυβέρνηση Κλίντον, ο πραγματικός στόχος της ΝΑΤΟϊκής επίθεσης δεν ήταν η «προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά η πλήρης υποταγή της Γιουγκοσλαβίας στις επιταγές της Ουάσινγκτον και του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.
Η Σερβία ήταν η τελευταία γωνιά της Ευρώπης που δεν είχε ακόμη γονατίσει μπροστά στο ΔΝΤ, στην Παγκόσμια Τράπεζα και στις πολυεθνικές. Και γι’ αυτό έπρεπε να λυγίσει. Να βομβαρδιστεί. Να διαλυθεί. Να αποτελέσει παράδειγμα προς συμμόρφωση για ολόκληρα τα Βαλκάνια.
Ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα εκείνης της ιμπεριαλιστικής εκστρατείας διαπράχθηκε τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου 1999. ΝΑΤΟϊκά αεροσκάφη εξαπέλυσαν πυραυλική επίθεση στο κεντρικό κτίριο της Ραδιοτηλεόρασης της Σερβίας (RTS), στο Βελιγράδι. Ο απολογισμός ήταν φρικιαστικός: 16 εργαζόμενοι νεκροί. Τεχνικοί, δημοσιογράφοι, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που βρίσκονταν στη νυχτερινή βάρδια. Άνθρωποι άοπλοι. Άνθρωποι που δεν συμμετείχαν σε καμία στρατιωτική επιχείρηση. Άνθρωποι που απλώς έκαναν τη δουλειά τους.
Το κτίριο της RTS δεν ήταν στρατιωτικός στόχος. Ήταν ένας χώρος ενημέρωσης, ένα σύμβολο της δημόσιας φωνής ενός λαού που δεχόταν επίθεση. Ακριβώς γι’ αυτό χτυπήθηκε. Το ΝΑΤΟ επιχείρησε να δικαιολογήσει το έγκλημα χαρακτηρίζοντας τη σερβική κρατική τηλεόραση «προπαγανδιστικό μηχανισμό» του Μιλόσεβιτς και άρα «νόμιμο στόχο». Με αυτή τη λογική, εγκαινίασε μια νέα, σκοτεινή σελίδα στη σύγχρονη πολεμική βαρβαρότητα: για πρώτη φορά ένας ισχυρός διεθνής στρατιωτικός συνασπισμός βομβάρδισε ανοιχτά ένα μέσο μαζικής ενημέρωσης, δολοφονώντας αμάχους για να επιβάλει σιγή και να ελέγξει την αφήγηση του πολέμου.
Οι οικογένειες των θυμάτων περίμεναν δικαιοσύνη. Δεν την είδαν ποτέ. Το λεγόμενο «διεθνές δίκαιο», που ενεργοποιείται με ταχύτητα μόνο όταν πρόκειται για τους αντιπάλους της Δύσης, σιώπησε εκκωφαντικά. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) δεν καταδίκασε την πράξη ως έγκλημα πολέμου. Οι δολοφόνοι όχι μόνο δεν λογοδότησαν, αλλά συνέχισαν να εμφανίζονται ως υπερασπιστές της «δημοκρατίας», των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «ελευθερίας της ενημέρωσης».
Την ίδια ώρα, η ελληνική κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, παρά το τεράστιο αντιπολεμικό ρεύμα που είχε ξεσηκώσει την ελληνική κοινωνία, δεν τόλμησε να συγκρουστεί με τη ΝΑΤΟϊκή μηχανή. Ενώ εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη χώρα καταδίκαζαν τον πόλεμο και απαιτούσαν απεμπλοκή, η Αθήνα περιορίστηκε στη γνωστή στάση της δουλοπρεπούς υποταγής: παρείχε διευκολύνσεις, κράτησε χαμηλούς τόνους και σιώπησε μπροστά στο έγκλημα. Οι εγχώριοι απολογητές του ΝΑΤΟ — οι πολιτικοί, οι δημοσιολογούντες και οι κάθε λογής «εκσυγχρονιστές» — είτε χειροκροτούσαν είτε έκαναν πως δεν βλέπουν. Οι ίδιοι που σήμερα επικαλούνται κατά ριπάς τη «δημοκρατική ευαισθησία», τότε στάθηκαν πειθήνιοι υπηρέτες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Η επίθεση στην RTS δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν οργανικό κομμάτι μιας συνολικής στρατηγικής τρόμου και ισοπέδωσης. Στο στόχαστρο μπήκαν γέφυρες, εργοστάσια, σχολεία, νοσοκομεία, ενεργειακές εγκαταστάσεις, ακόμη και επιβατικά τρένα. Η ΝΑΤΟϊκή εκστρατεία των 78 ημερών άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους και μια χώρα κατεστραμμένη. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και βλήματα με απεμπλουτισμένο ουράνιο, σπέρνοντας ένα τοξικό φορτίο που συνέχισε να σκοτώνει και μετά το τέλος των βομβαρδισμών, με καρκίνους, γενετικές βλάβες και μακροχρόνιες επιπτώσεις στους λαούς της περιοχής.
Σήμερα, 27 χρόνια μετά, το έγκλημα παραμένει ατιμώρητο. Και αυτό δεν είναι απλώς μια ιστορική εκκρεμότητα. Είναι μια ζωντανή υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός: αλλάζει προσχήματα, επικαλείται «αξίες», κατασκευάζει εχθρούς, μιλά για «ανθρωπισμό» και «σταθερότητα», αλλά στο τέλος αφήνει πίσω του μόνο ερείπια, νεκρούς και ψέματα.
Η μνήμη των 16 δολοφονημένων εργαζομένων της RTS δεν είναι απλώς φόρος τιμής στους νεκρούς. Είναι πολιτικό χρέος. Είναι χρέος απέναντι στην αλήθεια, απέναντι στους λαούς που αντιστάθηκαν, απέναντι στην ίδια την ιστορική μνήμη που οι ισχυροί θέλουν να σβήσουν ή να παραχαράξουν.
Δεν ξεχνάμε.
Δεν συγχωρούμε.
Ο ιμπεριαλισμός δεν είχε ποτέ “ανθρωπιστικό” πρόσωπο.
Έχει μόνο πυραύλους, αίμα και ψέματα.


0 Comments