Τα τελευταία χρόνια αναπαράγεται με εμμονή ένα συγκεκριμένο αφήγημα: το 2015 ήταν μια «παρένθεση τρέλας», όπου ένας λαϊκιστής υποσχέθηκε εύκολες λύσεις, ο λαός παρασύρθηκε και τελικά η πραγματικότητα τον προσγείωσε. Άρα, μας λένε, δικαιώθηκαν όσοι «έλεγαν την αλήθεια».
Το συμπέρασμα είναι βολικό: οι ίδιοι «σοβαροί και υπεύθυνοι» πρέπει να συνεχίσουν να κυβερνούν.
Μόνο που αυτό το αφήγημα είναι δομημένο πάνω σε μια θεμελιώδη παραποίηση: απομονώνει το 2015 από οτιδήποτε προηγήθηκε και οτιδήποτε ακολούθησε.
Παρουσιάζεται μια καρικατούρα της ιστορίας: ένας λαός που ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε δύο επιλογές — το «ναι» της ευθύνης και το «όχι» της αυταπάτης — και, ανώριμος, διάλεξε το δεύτερο.
Όλα περιορίζονται σε ένα δίπολο μνημόνιο–αντιμνημόνιο, λες και η πολιτική πραγματικότητα της χώρας γεννήθηκε εκείνη τη χρονιά.
Αυτό που συστηματικά αποκρύπτεται είναι το προφανές: γιατί έφτασε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτελεί επιλογή εξουσίας; Ποιοι δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε ένα κόμμα με αυτά τα χαρακτηριστικά να φαντάζει λύση;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο 2015. Βρίσκεται στις δεκαετίες που προηγήθηκαν. Στην πολιτική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ και της Νέα Δημοκρατίας, στα σκάνδαλα, στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στη διαχείριση που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Εκεί γεννήθηκε η ανάγκη για ανατροπή. Εκεί ριζώνει η επιλογή του εκλογικού σώματος.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που το κυρίαρχο αφήγημα αποσιωπά επιδεικτικά: το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας τελικά προσήλθε στις μνημονιακές θέσεις δεν αποδεικνύει ότι αυτές ήταν «σωστές». Αποδεικνύει μόνο ότι είτε υποσχέθηκε κάτι που δεν μπορούσε να υλοποιήσει είτε εξαπάτησε συνειδητά τους ψηφοφόρους του.
Το τι θα συνέβαινε αν η χώρα έλεγε «όχι», αν ακολουθούσε διαφορετική πορεία, δεν αποδείχθηκε ποτέ. Παραμένει μια υπόθεση που χρησιμοποιείται εκ των υστέρων, ακόμη και σήμερα, ως μπαμπούλας πολιτικής νομιμοποίησης.
Με άλλα λόγια, το «δικαιωθήκαμε» δεν είναι συμπέρασμα γεγονότων. Είναι πολιτική κατασκευή.
Ο κόσμος δεν είδε στον ΣΥΡΙΖΑ απλώς το «αντιμνημόνιο». Είδε, κυρίως, μια διέξοδο από ένα φθαρμένο και απονομιμοποιημένο πολιτικό σύστημα. Αυτό αποδεικνύεται από κάτι που βολικά αγνοείται: ακόμη και αφού εγκατέλειψε το αντιμνημονιακό του αφήγημα και υπέγραψε μνημόνιο, κέρδισε ξανά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 με καθαρή διαφορά. Αν η ψήφος ήταν αποκλειστικά «αντιμνημονιακή», αυτό δεν θα συνέβαινε.
Αντί αυτού, προβάλλεται ένα απλοϊκό σενάριο: «ο λαός παρασύρθηκε από εύκολες υποσχέσεις».
Μια εξήγηση βολική και σχεδόν προσβλητική, που απαλλάσσει πλήρως το παλιό πολιτικό σύστημα από κάθε ευθύνη.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και πολύ λιγότερο βολική. Το 2015 δεν ήταν ένα ατύχημα.
Ήταν συνέπεια. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής φθοράς που δημιούργησε κοινωνική οργή και ανάγκη για αλλαγή.
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι η χρήση αυτού του αφηγήματος σήμερα. Δεν πρόκειται απλώς για ιστορική ερμηνεία. Πρόκειται για εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης και τελικά επιβολής. Το μήνυμα επαναλαμβάνεται μονότονα: «Μην ακούτε τους λαϊκιστές, θα καταστραφούμε». Και αυτό απευθύνεται σε ένα κοινό που αισθάνεται, και είναι, πολιτικά και ιστορικά δικαιωμένο από την εξέλιξη των γεγονότων. Σε ανθρώπους που έχουν πειστεί ότι η χώρα βρέθηκε ένα βήμα πριν από
την απόλυτη καταστροφή και τελικά «σώθηκε» την τελευταία στιγμή. Στο χιλιοστό…
Αυτή η αίσθηση λειτουργεί ως ισχυρή συνεκτική ουσία. Σχεδόν επανενεργοποιεί ένα συλλογικό τραύμα φόβου και επικείμενης καταστροφής, που καλλιεργήθηκε συστηματικά εκείνη την περίοδο. Ο φόβος της επαπειλούμενης καταστροφής υπήρξε η βασική συγκολλητική ουσία του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Πρώτα συσπείρωσε το 38% του “Ναι” στο δημοψήφισμα και αργότερα ένα ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο γύρω από τη λογική της “υπεύθυνης σταθερότητας”. Το μήνυμα είναι απλό:
μπορεί να υπάρχουν φθορά, σκάνδαλα ή δυσαρέσκεια, αλλά “θυμηθείτε από τι σας γλιτώσαμε”.
Για να στηριχθεί αυτό, η ιστορία κόβεται και ράβεται στα μέτρα του αφηγήματος. Το πριν διαγράφεται. Το μετά διαστρεβλώνεται. Και το 2015 μετατρέπεται σε ένα διδακτικό παραμύθι υπέρ των «υπεύθυνων».
Αλλά ένα αφήγημα που στέκεται μόνο αν αγνοήσεις τα αίτια και τα συμφραζόμενα δεν είναι ανάλυση. Είναι προπαγάνδα.
Και η πραγματικότητα δεν δικαιώνει αφηγήματα. Εκθέτει αυτούς που τα έχουν ανάγκη.
Π.
Διαβάστε επίσης:


0 Comments