Για την επαγγελματική και πολιτική πορεία του εκδότη του Documento, Κώστα Βαξεβάνη, έχω διατυπώσει δημόσια την άποψή μου εδώ και χρόνια και δεν έχω λόγο να την αναθεωρήσω.
Ανεξάρτητα από τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς μαζί του, δεν μπορεί να αγνοήσει τη θεωρητική του συγκρότηση, την ικανότητά του στη γραφή και κυρίως το πάθος με το οποίο αντιμετωπίζει το ερευνητικό ρεπορτάζ. Πρόκειται για δημοσιογράφο που γνωρίζει όσο λίγοι να αναδεικνύει υποθέσεις και να φέρνει στο φως πλευρές της πολιτικής πραγματικότητας που άλλοι αποφεύγουν να αγγίξουν.
Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το Documento αποτελεί μία από τις ελάχιστες εφημερίδες που ασκούν συστηματική και ουσιαστική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση του «επιτελικού κράτους», αποκαλύπτοντας πλευρές της λειτουργίας ενός μηχανισμού εξουσίας που συχνά δρα στο σκοτάδι.
Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα.
Αρχές Ιούλη του 2020 το Documento κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο που μιλούσε για «παιδεραστές υπουργούς», «μαφιόζους αστυνομικούς» και «εξαγορασμένους αρεοπαγίτες». Περιέγραφε ένα πλέγμα διαπλοκής που, αν τεκμηριωνόταν με ονόματα, στοιχεία και συγκεκριμένες υποθέσεις, θα συνιστούσε πολιτικό σεισμό μεγέθους πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα.
Ομως τι απέγιναν εκείνες οι καταγγελίες; Γιατί δεν υπήρξε συνέχεια; Γιατί δεν είδαμε να ξετυλίγεται το νήμα των αποκαλύψεων; Γιατί ένα τόσο βαρύ δημοσιογραφικό υλικό χάθηκε τελικά μέσα στη σιωπή; (Εϊναι στοιχεία -ντοκουμεντα που έχουν προέλευση τους κοριούς της ΕΥΠ και προφανώς τα έδωσε ο πρώην διοικητής της βρόμικης αυτής υπηρεσίας, Ρουμπάτης, όταν ξηλώθηκε από την θέση του)
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι επρόκειτο για μια προειδοποιητική βολή προς συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας. Θα μπορούσε επίσης να υποθέσει ότι ενεργοποιήθηκαν παρασκηνιακοί μηχανισμοί και πιέσεις που δεν έγιναν ποτέ γνωστές. Ολα αυτά όμως παραμένουν υποθέσεις.
Το ίδιο ερώτημα γεννιέται και με πρόσφατο δημοσίευμα του εκδότη του Documento. Γράφει χαρακτηριστικά ότι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα οδήγησαν στην παραγραφή αδικήματος «πολύ γνωστού επιχειρηματία», ο οποίος όχι μόνο απέφυγε τη φυλακή αλλά συνέχισε απρόσκοπτα να επεκτείνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Εδώ όμως προκύπτει ένα εύλογο δημοσιογραφικό ερώτημα: αφού υπάρχουν τα στοιχεία, γιατί δεν κατονομάζεται ο επιχειρηματίας; Ποιον εξυπηρετεί μια αποκάλυψη που σταματά λίγο πριν από το κρίσιμο σημείο; Ποια είναι η χρησιμότητα μιας καταγγελίας που αφήνει το κοινό να μαντεύει πρόσωπα και καταστάσεις;
Η δημοσιογραφία των υπαινιγμών μπορεί να δημιουργεί θόρυβο, αλλά δύσκολα παράγει πολιτικό αποτέλεσμα. Οταν ένας δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι κατέχει στοιχεία για σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς, η κοινωνία περιμένει να μάθει ονόματα, γεγονότα και αποδείξεις. Διαφορετικά, οι αποκαλύψεις μένουν μετέωρες και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.
Κι αυτά τα ερωτήματα, καλώς ή κακώς, αφορούν πλέον και τον ίδιο τον δημοσιογράφο που τις δημοσιεύει.
Υ.Γ: Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω να ανοίξω μέτωπο μαζί σου πρώην φίλε μου Κωστή. Ομως κάποια πράγματα πρέπε να λέγονται με το όνομά τους.



0 Comments