Η κυβέρνηση των «αρίστων» και του «επιτελικού κράτους» διαβεβαιώνει διαρκώς ότι η εθνική ασφάλεια της χώρας βρίσκεται στα πιο ικανά χέρια. Η πραγματικότητα, όμως, έρχεται για άλλη μια φορά να διαλύσει την επικοινωνιακή βιτρίνα.
Ο Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας, Θάνος Ντόκος, έπεσε θύμα των γνωστών Ρώσων φαρσέρ Βόβαν και Λέξους. Οι δύο απατεώνες παρουσιάστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι, εξασφάλισαν τηλεδιάσκεψη μαζί του και ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη του συντονισμού της εθνικής ασφάλειας της χώρας άρχισε να μιλά με αξιοσημείωτη άνεση.
Αναφέρθηκε στο περιστατικό με το ουκρανικό drone ανοιχτά της Λευκάδας, έκανε εκτιμήσεις για εκλογές «σε λίγους μήνες», περιέγραψε τα «σημαντικά προβλήματα» που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο ανάλογο επεισόδιο στην ελληνική κυβέρνηση, ενώ αναφέρθηκε στις επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια κρίση στον τουρισμό, στη ναυσιπλοΐα, καθώς και στις σχέσεις της χώρας με το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κι όμως, παρά το πρωτοφανές αυτό φιάσκο, παραμένει αμετακίνητος στη θέση του.
Η κυβέρνηση, αντί να δώσει εξηγήσεις και να αναλάβει την πολιτική ευθύνη, κατέφυγε στο γνώριμο επικοινωνιακό της καταφύγιο. Έσπευσε να παρουσιάσει την υπόθεση ως «υβριδική επίθεση με διείσδυση στα πρωτόκολλα ασφαλείας μέσω χρήσης εξαιρετικά προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης». Διαβεβαιώνει ότι δεν διέρρευσαν απόρρητα στοιχεία και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας.
Ας υποθέσουμε, όμως, ότι το ίδιο περιστατικό συνέβαινε όχι σε περίοδο σχετικής ηρεμίας, αλλά εν μέσω μιας σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης ή ενός άλλου κρίσιμου γεωπολιτικού επεισοδίου. Θα αρκούσε τότε η επίκληση μιας «υβριδικής επίθεσης με AI» για να καθησυχάσει την κοινή γνώμη; Θα ένιωθε κανείς ασφαλής γνωρίζοντας ότι τόσο κρίσιμες πληροφορίες διαχειρίζονται άνθρωποι που δεν μπορούν να διακρίνουν έναν επαγγελματία φαρσέρ από έναν πραγματικό ξένο αξιωματούχο;
Να, λοιπόν, τι σημαίνει στην πράξη η περίφημη «κυβέρνηση των αρίστων». Ένα ακόμη σοβαρό επιχειρησιακό και πολιτικό φιάσκο που δεν συνοδεύεται ούτε από παραίτηση, ούτε από ανάληψη ευθύνης. Μόνο επικοινωνιακή διαχείριση, δικαιολογίες, περιστροφές και προπαγάνδα.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η γκάφα. Είναι η κανονικοποίησή της. Όταν ο άνθρωπος που έχει επιφορτιστεί με την προστασία της εθνικής ασφάλειας μπορεί να εξαπατηθεί τόσο εύκολα και να συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα, τότε το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση την έννοια της ευθύνης.
Γιατί σε μια στοιχειωδώς σοβαρή δημοκρατία, η εμπιστοσύνη στην εθνική ασφάλεια δεν χτίζεται πάνω σε επικοινωνιακά αφηγήματα. Χτίζεται πάνω στην αξιοπιστία, στη λογοδοσία και στην ανάληψη ευθύνης. Ακριβώς εκεί όπου το περιβόητο «επιτελικό κράτος» αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά ότι πάσχει.


0 Comments