Παρακάτω είναι μια ανάρτηση του δικηγόρου Θανάση Καμπαγιάννη που αναφέρεται σε μια δικαστική ετυμηγορία. Θεωρεί “χαραμάδα αισιοδοξίας” ότι μια δικαστική έδρα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αστυνομικά όργανα είπαν ψέματα για να αποφύγουν την λογοδοσία στην κατηγορία δημιουργίας επικίνδυνων σωματικών βλαβών κατά πολιτών που αντιμετώπιζαν. Προσωπικά έχω μια άλλη θεώρηση.Επειδή η απαξίωση της δικαστικής εξουσίας γνωρίζει πρωτοφανή μεγέθη, υπάρχουν κάποιες δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα -όπως η πρόσφατη της καταδίκης βιαστών μπάτσων του Α.Τ Ομόνοιας και αυτή που αναφέρει ο αγωνιστής δικηγόρος- που εξυπηρετούν σκοπιμότητες. Της δημιουργίας δηλαδή της μαζικής ψευδαίσθησης που απαλύνει την ταξικότητα της αστικής “δικαιοσύνης”.
Παρακάτω η ανάρτηση του Θ. Καμπαγιάννη:
Χτες τελείωσε σε πρώτο βαθμό μια δίκη για υπόθεση αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας που την φέρνουμε στην πλάτη μας εδω και πάνω από 6 χρόνια.
Σέβομαι τη βούληση των παθόντων για τις δημόσιες αναφορές στην υπόθεση. Αυτό όμως που είναι σημαντικό είναι ότι το δικαστήριο, που συνεκδίκασε δύο υποθεσεις, αφενός βίας κατά υπαλλήλων (αυτο που λέγαμε “αντίσταση”), αφετέρου επικίνδυνων σωματικών βλαβών και έκθεσης κατά πολιτών, έφτασε στο συμπέρασμα ότι οι αστυνομικοί είπαν ψέματα. Δεν θέλω να μιλήσω εδώ ούτε για τις ποινές ούτε για την ποινική αξιολόγηση αμφοτέρων. Μένω σε αυτό που για μένα είναι το μείζον για το σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης και ευρύτερα για την κοινωνία:
Ένα δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αστυνομικοί που επελήφθησαν ενός περιστατικού ξυλοκόπησαν έναν πολίτη με τρόπο που κινδύνευσε ακόμα και από βαριά σωματική βλάβη, και στη συνέχεια συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και είπαν το ίδιο ψέμα ώστε να αποφύγουν τη λογοδοσία. Φυσικά, η υπόθεση έχει ακόμα δρόμο μέχρι το αμετάκλητό της. Δίνει όμως μια απάντηση στο ερώτημα που πολλες φορές εισαγγελείς και δικαστές θέτουν σε μάρτυρες: “Τι λόγο έχουν οι αστυνομικοί να λένε ψέματα;”, προσφέροντας έτσι μια εκ των προτέρων αυξημένη βαρύτητα στα λεγόμενα μαρτύρων αστυνομικών.
Η απάντηση είναι απλή: οι αστυνομικοί μπορούν να λένε ψέματα, όπως ο κάθε μάρτυρας, για να συγκαλύψουν την αυθαιρεσία τους ή για άλλους υπηρεσιακούς λόγους. Και οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές έχουν την υποχρέωση να κρίνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις ελεύθερα και χωρίς προκαταλήψεις αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας. Όσο για την ανάγνωση των μαρτυρικών καταθέσεων αστυνομικών χωρίς εξέταση στο ακροατήριο και χωρίς να προκύπτει το ανέφικτο, διάταξη που νομοθέτησε η παρούσα κυβέρνηση, είναι μια μαύρη τρύπα στις εγγυήσεις του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου που πρέπει να τη βουλώνουμε σε κάθε δίκη χωριστά, μέχρι να πεταχτεί εκεί που της αξίζει: στα σκουπίδια.
Οι ευχαριστίες στους μάρτυρες που βοήθησαν με τις καταθέσεις τους είναι δεδομένες. Ας πούμε όμως και αυτό: η πρόεδρος ήταν ένας νέος άνθρωπος, το ίδιο και ο εισαγγελέας. Οσο και αν η ταξική φύση αυτού του κράτους και των μηχανισμών του είναι γνωστή και δεδομένη, η ατομική ευθύνη δεν αίρεται. Ίσως μια νέα γενιά δικαστών αντισταθεί στην κανονικοποίηση της αστυνομικής βίας και ατιμωρησίας που έχει οδηγήσει την Ελλάδα μονίμως κατηγορούμενη και απολογούμενη στο ΕΔΔΑ και τις επιτροπές συμμόρφωσης του Συμβουλίου. Η χτεσινή απόφαση ήταν μια χαραμάδα αισιοδοξίας.



0 Comments