Υπάρχουν υποθέσεις που δεν αφορούν μόνο τους κατηγορούμενους. Αφορούν το ίδιο το αστικό κράτος δικαίου. Τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται ένοχοι πριν ακόμη καθίσουν στο εδώλιο.
Η υπόθεση της Marfin αποτελεί μία από αυτές.
Το 2011 τρία άτομα βρέθηκαν κατηγορούμενα με βάση ένα ανώνυμο σημείωμα, το οποίο οι διωκτικές αρχές αντιμετώπισαν ως δήθεν κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο.
Οι δύο απαλλάχθηκαν γρήγορα, καθώς δεν προέκυψε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο.
Ο τρίτος ήταν ο αναρχικός Θοδωρής Σίψας. Βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία της συμμετοχής στον εμπρησμό της Marfin, οδηγήθηκε μέχρι το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο και τελικά αθωώθηκε ομόφωνα, μετά και την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως.
Ο συνήγορός του, Δημήτρης Κατσαρής, υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μια υπόθεση που στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ανυπόστατες κατασκευές.
Όπως επισημαίνει, οι αρχές απέδιδαν στον τότε εντολέα του τον υποτιθέμενο «δράστη 8», έναν άνθρωπο που –σύμφωνα με τον ίδιο– διαφορετικές έρευνες φέρονται να έχουν ταυτοποιήσει ως… διαφορετικά πρόσωπα.
Κατά την εκτίμησή του, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό αλλά για μια πρακτική που επανεμφανίζεται σήμερα με ακόμη πιο εξελιγμένα επικοινωνιακά μέσα.
Τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν αστυνομικές διαρροές ως δεδομένα, δημιουργώντας ένα κλίμα προεξόφλησης της ενοχής πολύ πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας μετατρέπεται σε άδειο γράμμα.
Το ίδιο έργο;
Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στην υπόθεση της Marfin, ο Δημήτρης Κατσαρής εκτιμά ότι και οι τρεις νέοι κατηγορούμενοι θα αθωωθούν, υποστηρίζοντας ότι το κατηγορητήριο δεν στηρίζεται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Σήμερα η 46χρονη κατηγορούμενη οδηγήθηκε ενώπιον της ανακρίτριας, από όπου έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί την Τρίτη 11 Αυγούστου.
Η ίδια αρνείται κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.
Οπως τόνισε ο συνήγορος της Κώστας Παπαδάκης «δεν έχω να πω επί της ουσίας πολλά πράγματα, διότι αναμένω τη λήψη της δικογραφίας για μελέτη, επεξεργασία και εκπόνηση υπερασπιστικής γραμμής. Θα επαναλάβω ότι είναι αθώα, ότι το δηλώνει από την πρώτη στιγμή, ότι δεν έχει καμία σχέση με τις αποδιδόμενες πράξεις και ότι από αυτά τα οποία μέχρι τώρα γνωρίζω από τη δικογραφία, η λέξη ταυτοποίηση προσώπου είναι ψευδής. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όσον αφορά την κατηγορουμένη που υπερασπίζομαι. Περισσότερα θα πούμε την Τρίτη».
Σύμφωνα με την αστυνομία, ταυτοποιήθηκε μέσω ανάλυσης βιντεοληπτικού υλικού και της αποδίδεται βοηθητικός ρόλος στα γεγονότα της 5ης Μαΐου 2010.
Από την άλλη πλευρά, οι συνήγοροί της αμφισβητούν τόσο την αξιοπιστία της συγκεκριμένης ταυτοποίησης όσο και τη χρήση μεθόδων τεχνητής νοημοσύνης στα εγκληματολογικά εργαστήρια, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Όταν τα πρωτοσέλιδα δικάζουν
Η εμπειρία από την προηγούμενη δίκη είναι αποκαλυπτική.
Πριν ακόμη εκδοθεί δικαστική απόφαση, αρκετά μέσα ενημέρωσης είχαν ήδη παρουσιάσει ως ενόχους τους κατηγορούμενους.
Όταν όμως ήρθε η ομόφωνη αθώωση, δεν ακολούθησε ούτε αυτοκριτική ούτε συγγνώμη.
Η καταστροφή της προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής είχε ήδη συντελεστεί.
Τα ερωτήματα παραμένουν
Κανείς δεν αμφισβητεί τη φρίκη του εγκλήματος της Marfin ούτε τον άδικο χαμό τριών εργαζομένων.
Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για πρόχειρες ή ελλιπώς τεκμηριωμένες διώξεις.
Σε ένα κράτος δικαίου, η αναζήτηση των πραγματικών ενόχων δεν μπορεί να υποκαθίσταται από επικοινωνιακές επιχειρήσεις, αστυνομικές διαρροές ή την κατασκευή εντυπώσεων.
Αν αποδειχθεί ότι και αυτή η υπόθεση στηρίχθηκε σε ανεπαρκή στοιχεία, τότε θα προστεθεί σε μια μακρά σειρά δικαστικών υποθέσεων –όπως εκείνες του Τάσου Θεοφίλου, της Ηριάννας και του Νίκου Ρωμανού– στις οποίες οι κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με άδικες διώξεις, που εξυπηρετούσαν πολιτικές σκοπιμότητες
Και τότε θα τεθεί ξανά το ίδιο ερώτημα:
Ποιος λογοδοτεί όταν διαλύονται ανθρώπινες ζωές από κατηγορίες που τελικά δεν αντέχουν στη δοκιμασία του δικαστηρίου;
Μέχρι σήμερα, η απάντηση φαίνεται να είναι η ίδια.
Κανένας.


0 Comments