Οι δημοσιογραφικές πληροφορίες πλέον δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για αμφιβολίες: ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται, σύμφωνα με πληροφορίες, σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις – ενώ άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι η συμφωνία έχει ήδη «κλείσει» – για τη μίσθωση ενός μεγαλοπρεπούς κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο προορίζεται να αποτελέσει το «στρατηγείο» του νέου του κόμματος.
Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι φήμες για ηχηρά ονόματα από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας: πρώην υπουργοί, πρώην βουλευτές και στελέχη που, είτε φανερά είτε παρασκηνιακά, φέρονται να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να πλαισιώσουν το εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού.
Οι πληροφορίες που δημοσιεύει σήμερα η «Καθημερινή» του Αλέξη Παπαχελά έρχονται να προσθέσουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της επόμενης ημέρας. Και, αν επιβεβαιωθούν, δείχνουν ότι το πολιτικό σκηνικό στη Δεξιά μπαίνει σε περίοδο έντονης αναταραχής.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Αντώνης Σαμαράς φέρεται να καταλήγει μέσα στον Σεπτέμβριο στην ανακοίνωση του νέου κόμματός του. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την εκτίμηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσανατολίζεται να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές προς το τέλος της συνταγματικής τετραετίας.
Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, το κυρίαρχο σενάριο ήθελε τον Σαμαρά να κρατά το χαρτί του νέου κόμματος μέχρι το «παρά ένα» της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Τώρα, όμως, φαίνεται να κερδίζει έδαφος η λογική της επιτάχυνσης.
Και υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι. Ο πρώτος είναι το εκλογικό ρίσκο. Παρά τη δημόσια διαβεβαίωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «δεν θα γίνουν εκλογές το φθινόπωρο», η εκλογολογία δεν έχει εξαφανιστεί. Κάθε άλλο.
Μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, άλλωστε, θα μπορούσε να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε αρένα εσωκομματικού ανταγωνισμού, με υπουργούς και βουλευτές να κατεβάζουν τα μολύβια από την κυβερνητική δουλειά και να αρχίζουν να μετρούν σταυρούς και εκλογικές περιφέρειες.
Και όταν αρχίσει η μάχη του σταυρού, τα «συντροφικά μαχαιρώματα» στη γαλάζια πολυκατοικία δεν θα αργήσουν.
Το δεύτερο και σημαντικότερο στοιχείο είναι η δημοσκοπική δυναμική που εμφανίζεται γύρω από το υπό διαμόρφωση κόμμα Σαμαρά.
Σύμφωνα με τη μέτρηση της Pulse για τον ΣΚΑΪ, τον Ιούλιο το 5% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι «σίγουρα» θα ψήφιζε ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά, έναντι 3% τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, ένα επιπλέον 8% απάντησε ότι «μάλλον» θα το ψήφιζε.
Βεβαίως, οι δημοσκοπήσεις πριν από την επίσημη ίδρυση ενός κόμματος δεν αποτελούν εκλογικό αποτέλεσμα. Δείχνουν όμως κάτι που στην πολιτική έχει τη δική του σημασία: ότι υπάρχει ήδη ένας υπαρκτός χώρος δεξιάς δυσαρέσκειας που μπορεί να διεκδικηθεί.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός πονοκέφαλος του Μαξίμου.
Εάν το κόμμα Σαμαρά, μόλις ανακοινωθεί επισήμως, καταφέρει να προσεγγίσει διψήφια ποσοστά, ενώ οι δυνάμεις που συνδέονται με τον Αλέξη Τσίπρα παραμείνουν στάσιμες ή υποχωρήσουν, τότε οι πολιτικοί συσχετισμοί μπορούν να αλλάξουν δραματικά.
Η Νέα Δημοκρατία θα βρίσκεται ακόμη πιο μακριά από την αυτοδυναμία, ενώ ταυτόχρονα η επίκληση του «κινδύνου επιστροφής του Τσίπρα» – το παραδοσιακό φόβητρο που έχει χρησιμοποιήσει κατ’ επανάληψη η Ν.Δ. για να συσπειρώνει τους ψηφοφόρους της – ενδέχεται να χάσει μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς της.
Τότε ένας δυσαρεστημένος δεξιός ψηφοφόρος θα μπορεί ευκολότερα να εγκαταλείψει τη Νέα Δημοκρατία χωρίς να αισθάνεται ότι «ψηφίζει τον Τσίπρα».
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το εγχείρημα Σαμαρά ιδιαίτερα επικίνδυνο για το Μαξίμου.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος.
Εφόσον διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι ο νέος φορέας έχει πραγματικές πιθανότητες να κινηθεί σε διψήφια ποσοστά, θα περιοριστούν και οι επιφυλάξεις πιθανών υποψηφίων βουλευτών. Γιατί σήμερα το ρίσκο είναι υπαρκτό: κάποιος μπορεί να εκλεγεί σε μια πρώτη κάλπη, αλλά να βρεθεί εκτός Βουλής σε μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, εάν το κόμμα δεν καταφέρει να περάσει το όριο του 3%.
Όσο όμως το κόμμα αποκτά δημοσκοπική δυναμική, τόσο περισσότεροι θα θεωρούν ότι αξίζει να πηδήξουν από το καράβι της Ν.Δ. πριν αυτό αρχίσει να μπάζει νερά. Και κάπως έτσι, η δεξιά πολυκατοικία αρχίζει να τρίζει.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν φαίνεται πλέον να περιορίζεται σε δημόσιες παρεμβάσεις και εσωκομματικές αιχμές. Στήνει μηχανισμό, αναζητά χώρο, συγκεντρώνει στελέχη και μετρά τις δυνάμεις του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνησή του δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκη απέναντί της.
Μπορεί να βρίσκεται μέσα στο ίδιο το πολιτικό στρατόπεδο που μέχρι σήμερα θεωρούσε δεδομένο.
Και αν η γαλάζια πολυκατοικία αρχίσει να διαλύεται σε διαφορετικά διαμερίσματα, τότε το πολιτικό κόστος για το Μαξίμου δεν θα είναι απλώς εκλογικό. Θα είναι στρατηγικό.
Γιατί όσο πλησιάζει η ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να αποχαιρετήσει το Μέγαρο Μαξίμου, τόσο περισσότερο θα γίνεται αισθητό ότι το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά.
Είναι και ποιοι θα κληθούν να λογοδοτήσουν για όσα προηγήθηκαν.
Και τότε, όπως είχε προειδοποιήσει ο Δρυμιώτης, τα σενάρια για ειδικά δικαστήρια μπορεί να πάψουν να αποτελούν απλώς έναν πολιτικό εφιάλτη και να μετατραπούν σε πολύ πιο συγκεκριμένη συζήτηση.


0 Comments