Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Και, όπως φαίνεται, οι μαθητευόμενοι μάγοι της Δεξιάς επιμένουν να παίζουν με τη φωτιά.
Προηγουμένως γράφαμε για τη «Θεωρία του Αναχώματος» και τα πολιτικά παιχνίδια που μπορεί να αναπτύσσονται στα δεξιά της Ν.Δ. Η επιστροφή του Ηλία Κασιδιάρη στο πολιτικό προσκήνιο κάνει πλέον το σκηνικό ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του στις 15 Σεπτεμβρίου, ανακοίνωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή» και προανήγγειλε νέο «εθνικό κόμμα», κυβερνητικό πρόγραμμα και εν ενεργεία βουλευτές που θα το στηρίξουν.
Και πράγματι, το παρασκήνιο έχει ήδη αρχίσει να ξετυλίγεται. Σύμφωνα με την σημερινή Καθημερινή, στο εγχείρημα που φέρεται να κινείται γύρω από την ονομασία «Συμμαχία Ελλήνων» εμπλέκονται τρεις ανεξάρτητοι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με τους «Σπαρτιάτες»: ο Γιάννης Δημητροκάλλης, ο Γιώργος Μανούσος και ο Διονύσης Βαλτογιάννης. Η ίδια εφημερίδα αναφέρει ότι ο Κασιδιάρης φέρεται να μην εμφανίζεται ως μέλος του πολιτικού φορέα, αλλά να προορίζεται για ρόλο ανεξάρτητου συνεργάτη.

Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια: δικαστικές πηγές αρνούνται ότι έχει ήδη κατατεθεί στον Άρειο Πάγο αίτηση ίδρυσης τέτοιου κόμματος από τους συγκεκριμένους βουλευτές. Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι σχεδόν σουρεαλιστική. Ο Κασιδιάρης να βρίσκεται στο προσκήνιο ως πολιτικός καθοδηγητής, ενώ το όνομά του να μην εμφανίζεται τυπικά στην ηγεσία του νέου φορέα. Οι «μπροστινοί» να αναλαμβάνουν το θεσμικό μέρος. Και ο Άρειος Πάγος να καλείται να κρίνει τελικά αν και με ποιον τρόπο μπορεί να υπάρξει εκλογική κάθοδος.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια. Το ισχύον νομικό πλαίσιο δίνει στον Άρειο Πάγο σημαντικό ρόλο στην ανακήρυξη κομμάτων και υποψηφίων, ενώ ειδικοί συνταγματολόγοι έχουν επισημάνει ότι υπάρχουν διαφορετικά νομικά ζητήματα ανάλογα με το αν πρόκειται για κόμμα, συνδυασμό ή μεμονωμένη υποψηφιότητα. Με άλλα λόγια, το νομικό παιχνίδι μόλις άρχισε.
Και η Ν.Δ. τι κάνει; Εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι έχει ήδη λάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες και ότι τον τελευταίο λόγο για την εκλογική ανακήρυξη θα έχει ο Άρειος Πάγος.
Ωραία. Αλλά υπάρχει και το ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν ένα σύστημα που επί χρόνια χρησιμοποιεί την Ακροδεξιά ως φόβητρο, ως αντίπαλο και ταυτόχρονα ως εκλογικό ακροατήριο, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπο με την πολιτική επιστροφή ενός από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής;
Εδώ δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας. Χρειάζεται πολιτική μνήμη. Γιατί έχουμε ήδη δει το έργο με τη Λατινοπούλου. Την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς ως εργαλείου κατακερματισμού της ίδιας της Ακροδεξιάς. Και για όσους θεωρούν τα σενάρια υπόγειου πολιτικού αβανταρίσματος ως «θεωρίες συνωμοσίας», ένα περασμένο αποκαλυπτικό παραπολιτικό σχόλιο της ίδιας της Καθημερινής έρχεται να λειτουργήσει ως η απόλυτη γραπτή ομολογία.
Και το ερώτημα που προκύπτει σήμερα είναι αν κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν αυτό το παιχνίδι. Γιατί το φίδι δεν είναι ποτέ «ελεγχόμενο»
Ας το πούμε απλά. Όταν δημιουργείς χώρο στην Ακροδεξιά, δεν ξέρεις πού θα σταματήσει. Όταν της προσφέρεις δημόσιο βήμα, αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα. Όταν τη μετατρέπεις σε εργαλείο εναντίον ενός άλλου πολιτικού αντιπάλου, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος το «εργαλείο» να αποκτήσει δική του δυναμική. Αυτό είναι το μάθημα της Λατινοπούλου.
Και σήμερα, με τον Σαμαρά να επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του πολιτική παρουσία στα δεξιά της Ν.Δ., την ώρα που Βελόπουλος, Λατινοπούλου και Κασιδιάρης διεκδικούν κομμάτια του ίδιου ευρύτερου ακροδεξιού ακροατηρίου, η δεξιά πολυκατοικία μοιάζει περισσότερο με μπουρλότο παρά με πολυκατοικία.
Δεν έχουμε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Μαξίμου σχεδιάζει ή ενισχύει την πολιτική επιστροφή Κασιδιάρη. Έχουμε όμως μπροστά μας μια πραγματικότητα που γεννά ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: Μήπως κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν ότι μπορούν να χρησιμοποιούν την Ακροδεξιά ως ανάχωμα απέναντι στους ανταγωνιστές τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι τελικά δυναμώνουν ολόκληρο το ακροδεξιό στρατόπεδο;
Αν αυτό είναι το σχέδιο, τότε πρόκειται για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι. Γιατί η ιστορία έχει δείξει ότι τα πολιτικά τέρατα που κάποτε θεωρούνται «χρήσιμα» δεν παραμένουν για πάντα υπάκουα. Και όταν μεγαλώσουν, μπορεί να δαγκώσουν και το χέρι που τα τάισε.
Εν κατακλείδι. Ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται με πολιτικά μαγειρεία Για τον κόσμο της Αριστεράς και του αντιφασιστικού κινήματος, το συμπέρασμα είναι καθαρό. Δεν περιμένουμε από τα πολιτικά επιτελεία της Δεξιάς να μας σώσουν από την Ακροδεξιά. Και δεν έχουμε καμία αυταπάτη ότι ο φασισμός θα εξαφανιστεί επειδή κάποιος θα κλείσει ένα νομικό παράθυρο. Ο φασισμός τρέφεται από την κοινωνική απελπισία, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό και την απογοήτευση από το υπάρχον πολιτικό σύστημα.
Γι’ αυτό και η πραγματική απάντηση δεν βρίσκεται στα παρασκήνια των κομματικών επιτελείων. Βρίσκεται στην κοινωνία. Στους εργατικούς αγώνες. Στην αλληλεγγύη. Στην οργανωμένη αντιφασιστική δράση. Στον δρόμο.
Το φίδι μπορεί να αλλάζει όνομα, λογότυπο και «μπροστινούς».
Το δηλητήριο όμως παραμένει το ίδιο.



Τέλειο το μπλουζάκι με τον STALIN!!!