Το σημερινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Δημοκρατία» ανοίγει ένα ακόμη παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Και πίσω από τις καθημερινές κοκορομαχίες, τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και τις δήθεν αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές, αποκαλύπτεται για ακόμη μία φορά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: όταν στο τραπέζι βρίσκεται η διαχείριση του δημόσιου χρήματος, οι κομματικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν εξαιρετικά… ελαστικές.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η οικογενειακή εταιρεία του βουλευτή και κορυφαίου στελέχους του ΠΑΣΟΚ, Μανώλη Χριστοδουλάκη, φέρεται να έχει εξασφαλίσει πάνω από 9 εκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Το ίδιο δημοσίευμα κάνει λόγο για περισσότερες από 170 συμβάσεις, πολλές από τις οποίες, όπως υποστηρίζεται, πραγματοποιήθηκαν μέσω «απευθείας αναθέσεων» και «διαπραγματεύσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση».
Και το πολιτικό παράδοξο δεν σταματά εκεί. Σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα, η τελευταία χρονικά μεγάλη σύμβαση φέρεται να υπογράφηκε μόλις τον περασμένο Ιούνιο με το Υπουργείο Υγείας, επί υπουργίας Άδωνι Γεωργιάδη.
Αν τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται, τότε δεν έχουμε μπροστά μας μια απλή εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΠΑΣΟΚ ούτε ένα ζήτημα που μπορεί να εξαντληθεί σε μια συζήτηση περί «ηθικής» των πολιτικών προσώπων.
Έχουμε ένα πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Γιατί την ώρα που η κοινωνική πλειοψηφία ματώνει από την ακρίβεια, την ώρα που τα δημόσια νοσοκομεία αντιμετωπίζουν τεράστιες ελλείψεις και οι εργαζόμενοι βλέπουν τον μισθό τους να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, το κράτος εξακολουθεί να διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα από ένα σύστημα συμβάσεων, αναθέσεων και κρατικών προμηθειών που συχνά μοιάζει φτιαγμένο για τους λίγους και ισχυρούς.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να εμφανίζεται ως ο μεγάλος πολιτικός αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εμφανίζεται ως η «προοδευτική» εναλλακτική απέναντι στη Δεξιά. Όταν όμως μπαίνει στη μέση το κρατικό χρήμα, οι αποστάσεις αυτές φαίνεται να μικραίνουν εντυπωσιακά.
Οι «άριστοι» της Ν.Δ. και οι «εκσυγχρονιστές» της σοσιαλδημοκρατίας συναντώνται στο ίδιο γνώριμο σημείο: εκεί όπου τα επιχειρηματικά συμφέροντα διασταυρώνονται με την κρατική χρηματοδότηση.
Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που βλέπουμε αυτό το έργο. Ούτε πρόκειται για ελληνική ιδιομορφία. Στον καπιταλισμό, το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που στέκεται πάνω από τις κοινωνικές τάξεις. Είναι ένας μηχανισμός που διαχειρίζεται τεράστιους κοινωνικούς πόρους και, πολύ συχνά, τους κατευθύνει προς συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Το κράτος κόβει από τους πολλούς και μοιράζει στους λίγους.
Και ύστερα έρχονται οι ίδιοι πολιτικοί χώροι να ζητήσουν από τον εργαζόμενο να δείξει «υπευθυνότητα», από τον συνταξιούχο να κάνει υπομονή και από τη νεολαία να συμβιβαστεί με μισθούς πείνας και μια ζωή χωρίς προοπτική.
Αυτή είναι η μεγάλη πολιτική απάτη της εποχής μας:
Να παρουσιάζεται ως «αντιπαράθεση» αυτό που στην πραγματικότητα είναι ανταγωνισμός για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα το ίδιο ταξικό σύστημα.
Γι’ αυτό και οι αποκαλύψεις για τις κρατικές συμβάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ακόμη επεισόδιο του κομματικού κουτσομπολιού.
Αν επιβεβαιώνονται, αποτελούν ακόμη μία ψηφίδα στην εικόνα ενός συστήματος όπου η Δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία μπορούν να συγκρούονται μπροστά στις κάμερες, αλλά να συνυπάρχουν αρμονικά όταν το δημόσιο χρήμα περνά από τα χέρια του κράτους στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων.
Καμία αυταπάτη, λοιπόν, για τους επίδοξους «σωτήρες» του συστήματος.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποιο κόμμα κρατά το τιμόνι. Το πρόβλημα είναι το ίδιο το σύστημα που επιτρέπει σε μια μικρή οικονομική και πολιτική ελίτ να διαχειρίζεται τον κοινωνικό πλούτο σαν να της ανήκει.
Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν βρίσκεται στις εναλλαγές διαχειριστών.
Βρίσκεται στην κοινωνική αντίσταση, στους ταξικούς αγώνες και στη διεκδίκηση ενός κόσμου όπου ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι δεν θα γίνεται λεία για τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους.


0 Comments