Το δελτίο Τύπου που εξέδωσε κατά πλειοψηφία η Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων δεν είναι ένα ακόμη τυπικό συνδικαλιστικό κείμενο. Είναι μια δημόσια προειδοποίηση για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η δημοκρατική λειτουργία της χώρας, με αφορμή την υπόθεση των υποκλοπών.
Και έχει ιδιαίτερη σημασία ποιοι κάνουν αυτή την καταγγελία.
Δεν πρόκειται για κάποιον πολιτικό χώρο που η κυβέρνηση μπορεί εύκολα να κατατάξει στους «συνήθεις υπόπτους». Πρόκειται για ένα θεσμικό συνδικαλιστικό όργανο, για ανθρώπους που υπηρετούν καθημερινά τον χώρο της αστικής Δικαιοσύνης και γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει κράτος δικαίου.
Η Ένωση επισημαίνει ότι η υπόθεση των παρακολουθήσεων δεν αποτελεί μια συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Και ταυτόχρονα στέλνει ένα εξαιρετικά σαφές μήνυμα προς όσους επιχειρούν να μετατρέψουν την κριτική στις δικαστικές αποφάσεις σε κάτι περίπου απαγορευμένο: η δημόσια κριτική προς τη Δικαιοσύνη, ακόμη και όταν είναι οξεία, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά αποτελεί αναγκαίο στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί δεν είναι υπεράνω κριτικής. Δεν αποτελούν ανέλεγκτες αυθεντίες. Και η επίκληση του θεσμικού τους ρόλου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι στον δημόσιο έλεγχο.
Αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς. Το υπενθυμίζει και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως επισημαίνει η ίδια η Ένωση.
Ακόμη πιο ηχηρή, όμως, είναι η παρέμβαση για την ουσία της υπόθεσης των υποκλοπών.
Ποιοι έστησαν αυτό το εκτεταμένο δίκτυο παρακολουθήσεων; Γιατί το έστησαν; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι έδωσαν τις εντολές; Και γιατί, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθούν να υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα;
Ερωτήματα που δεν αφορούν απλώς πρόσωπα ή κόμματα. Αφορούν τη λειτουργία των ίδιων των κρατικών μηχανισμών.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικά επικίνδυνο σημείο: όταν μια δημοκρατική Πολιτεία αδυνατεί ή δεν θέλει να δώσει πειστικές απαντήσεις για μια υπόθεση που αγγίζει τόσο βαθιά τις ατομικές ελευθερίες και τη λειτουργία των θεσμών, τότε το πρόβλημα παύει να είναι απλώς ένα πολιτικό σκάνδαλο. Μετατρέπεται σε ζήτημα Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και η τελευταία επισήμανση του δελτίου Τύπου είναι ίσως η πιο ουσιαστική.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται. Δεν οικοδομείται με τη σιωπή. Δεν απαιτεί από τους πολίτες να αντιμετωπίζουν τις δικαστικές αποφάσεις ως αλάθητες. Και ασφαλώς δεν μπορεί να στηρίζεται σε δημόσιες σχέσεις, αβρότητες και αμοιβαίες φιλοφρονήσεις μεταξύ των εκπροσώπων της εξουσίας. Η εμπιστοσύνη κερδίζεται με διαφάνεια, λογοδοσία, ανεξαρτησία και απαντήσεις.
Και στην υπόθεση των υποκλοπών, οι απαντήσεις εξακολουθούν να είναι το μεγάλο ζητούμενο.
Γιατί σε μια δημοκρατία κανένας θεσμός δεν μπορεί να απαιτεί σιωπή. Κανένας λειτουργός δεν μπορεί να βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Και κανένα σκάνδαλο που αφορά την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να θαφτεί κάτω από τον μανδύα του «απορρήτου» και της θεσμικής αυθεντίας.
Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την κριτική.
Κινδυνεύει όταν η κριτική επιχειρείται να φιμωθεί.


0 Comments