Κάποιες φορές η πραγματικότητα αναγκάζει ακόμη και τους πιο απρόθυμους να κοιτάξουν κατάματα αυτό που για δεκαετίες προσπαθούσαν να ξορκίσουν.
Το πρόσφατο εξώφυλλο του γερμανικού Der Spiegel —τεύχος 33, 7 Αυγούστου 2026— είναι μία από αυτές. Με τον εμβληματικό τίτλο «Marx hat es geahnt» («Ο Μαρξ το είχε προβλέψει») και τον υπότιτλο «Ο καπιταλισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης απειλεί τις δουλειές μας – και τη δημοκρατία μας», ένα από τα σημαντικότερα έντυπα του ευρωπαϊκού αστικού Τύπου αναγκάζεται να στραφεί στον Καρλ Μαρξ για να κατανοήσει τις συνέπειες της τεχνολογικής επανάστασης.
Και μόνο το γεγονός έχει τη σημασία του.
Γιατί επί δεκαετίες μας έλεγαν ότι ο Μαρξ «πέθανε», ότι η ταξική πάλη αποτελεί κατάλοιπο μιας άλλης εποχής και ότι ο καπιταλισμός, χάρη στην τεχνολογική πρόοδο και την «ελεύθερη αγορά», είχε πλέον βρει τον δρόμο προς μια αέναη ανάπτυξη.
Κι όμως, κάθε φορά που το σύστημα συναντά τα όριά του, ο «ξεπερασμένος» Μαρξ επιστρέφει.
Η τεχνολογία δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ποιος την κατέχει.
Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και της αυτοματοποίησης φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού.
Ο καπιταλιστής δεν εισάγει μια νέα μηχανή επειδή θέλει να απαλλάξει τον εργαζόμενο από τον μόχθο. Την εισάγει επειδή θέλει να αυξήσει την παραγωγικότητα, να μειώσει το κόστος και —πάνω απ’ όλα— να κερδίσει τη μάχη απέναντι στους ανταγωνιστές του.
Αυτό είναι το παράδοξο της καπιταλιστικής «προόδου».
Ο καθένας ξεχωριστά έχει συμφέρον να αντικαταστήσει εργαζόμενους με μηχανές, αλγόριθμους και ρομπότ. Όσο περισσότερο όμως γενικεύεται αυτή η διαδικασία, τόσο περισσότερο μεταβάλλεται η ίδια η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και περιορίζεται, σχετικά, ο ρόλος της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή.
Και εδώ βρίσκεται ένας από τους πυρήνες της μαρξιστικής κριτικής.
Για τον Μαρξ, οι μηχανές δεν δημιουργούν από μόνες τους νέα αξία. Μεταφέρουν στα εμπορεύματα την αξία που ήδη ενσωματώνουν. Η νέα αξία προκύπτει από τη ζωντανή ανθρώπινη εργασία και η υπεραξία από εκείνο το τμήμα της εργασίας που δεν επιστρέφεται στον εργαζόμενο ως μισθός.
Η αυτοματοποίηση, επομένως, αποτελεί για το κεφάλαιο ταυτόχρονα όπλο και παγίδα.
Το κυνήγι του κέρδους υπονομεύει τα θεμέλιά του
Ο κάθε καπιταλιστής που εγκαθιστά μια νέα τεχνολογία μπορεί προσωρινά να αποκτήσει πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές του. Παράγει φθηνότερα, γρηγορότερα και με λιγότερους εργαζόμενους.
Όταν όμως η τεχνολογία γενικεύεται, το προσωρινό πλεονέκτημα εξαφανίζεται. Αυτό που παραμένει είναι ένας παραγωγικός μηχανισμός με όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή του σταθερού κεφαλαίου και, σχετικά, μικρότερη συμμετοχή της ζωντανής εργασίας.
Εδώ εμφανίζεται η περίφημη τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.
Δεν πρόκειται για μια μηχανιστική εξίσωση του τύπου «περισσότερα ρομπότ σημαίνει αυτομάτως μηδενικό κέρδος». Η μαρξιστική θέση είναι πιο σύνθετη: η πτωτική τάση εκδηλώνεται μέσα από αντιτιθέμενες δυνάμεις —την αύξηση της παραγωγικότητας, την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, τη μείωση του κόστους εργασίας, τη διεύρυνση των αγορών, την καταστροφή κεφαλαίου και τις κρίσεις.
Αλλά η αντίφαση παραμένει.
Το κεφάλαιο αναγκάζεται να μειώνει διαρκώς την ανάγκη του για εργασία, ενώ ταυτόχρονα η ζωντανή εργασία αποτελεί τη βάση της παραγωγής υπεραξίας. Αυτό ακριβώς είναι το αδιέξοδο που επανέρχεται σήμερα με την Τεχνητή Νοημοσύνη.
AI: Η παραγωγικότητα ως εφιάλτης για τον εργαζόμενο
Η συζήτηση γύρω από την AI παρουσιάζεται συνήθως ως τεχνολογική.
Ποια επαγγέλματα θα χαθούν; Πόσοι εργαζόμενοι θα αντικατασταθούν; Θα δημιουργηθούν περισσότερες νέες θέσεις από όσες θα καταργηθούν;
Όμως το ουσιαστικό ερώτημα είναι βαθύτερο: Για ποιον γίνεται αυτή η τεχνολογική επανάσταση;
Εάν η παραγωγικότητα αυξάνεται επειδή εκατομμύρια ώρες ανθρώπινης εργασίας μπορούν να υποκατασταθούν από αλγόριθμους και μηχανές, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια κοινωνία όπου όλοι εργάζονται λιγότερο και όλοι απολαμβάνουν περισσότερο τον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο.
Στον καπιταλισμό όμως συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η τεχνολογική πρόοδος δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ελεύθερο χρόνο. Μετατρέπεται σε απειλή για τη θέση εργασίας, σε πίεση για χαμηλότερους μισθούς, σε εντατικοποίηση της εργασίας και σε μεγαλύτερη ανασφάλεια.
Η ίδια μηχανή που θα μπορούσε να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την καταναγκαστική εργασία, γίνεται μηχανισμός πειθάρχησης και αποκλεισμού όταν βρίσκεται στην υπηρεσία του ιδιωτικού κέρδους.
Και μετά έρχεται η κρίση
Υπάρχει και μια δεύτερη αντίφαση.
Ο καπιταλισμός χρειάζεται διαρκώς νέες αγορές και καταναλωτές. Την ίδια στιγμή, η αυτοματοποίηση και η συμπίεση της εργασίας μπορούν να περιορίσουν το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας.
Παράγονται περισσότερα εμπορεύματα, με λιγότερη ανθρώπινη εργασία, αλλά ποιος θα τα αγοράσει;
Εδώ επιστρέφει ο φαύλος κύκλος των καπιταλιστικών κρίσεων: παραγωγή για το κέρδος, όχι για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.
Δεν είναι η κοινωνία που αποφασίζει τι και πόσο θα παραχθεί. Είναι η κερδοφορία. Και όταν η κερδοφορία απειλείται, η «μαγική» αγορά μετατρέπεται ξανά σε κρίση, ανεργία, περικοπές, λουκέτα και κοινωνική εξαθλίωση.
Ο Μαρξ δεν «προέβλεψε» την AI
Υπάρχει, βέβαια, μια σημαντική διευκρίνιση.
Ο Μαρξ δεν προφήτευσε την Τεχνητή Νοημοσύνη. Δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τους αλγορίθμους, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα ή τα σημερινά ρομποτικά συστήματα.
Αυτό που ανέλυσε ήταν η δυναμική του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και ακριβώς γι’ αυτό η σκέψη του παραμένει τόσο ενοχλητικά επίκαιρη.
Ο Μαρξ έδειξε ότι ο καπιταλισμός αναπτύσσει με πρωτοφανή ταχύτητα τις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά τις εγκλωβίζει μέσα στις σχέσεις ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης που ο ίδιος δημιούργησε.
Η αντίφαση βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.
Η ανθρωπότητα διαθέτει τεχνολογικές δυνατότητες που προηγούμενες γενιές ούτε μπορούσαν να φανταστούν. Κι όμως, εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να φοβούνται ότι αύριο δεν θα έχουν δουλειά, εισόδημα ή πρόσβαση στα βασικά αγαθά.
Δεν είναι η τεχνολογία που απέτυχε. Είναι ένας κοινωνικός τρόπος οργάνωσης που υποτάσσει την τεχνολογία στο κέρδος.
Από την κοινωνία της ανάγκης στην κοινωνία της ελευθερίας
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να σταματήσουμε την αυτοματοποίηση. Αυτό θα ήταν ιστορικά παράλογο.
Το ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την αυτοματοποίηση και για ποιον χρησιμοποιείται.
Σε μια κοινωνία όπου η παραγωγή οργανώνεται με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες, η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Λιγότερη αναγκαστική εργασία. Μικρότερος εργάσιμος χρόνος. Περισσότερος ελεύθερος χρόνος. Καλύτερη πρόσβαση στα αγαθά και στις υπηρεσίες. Περισσότερες δυνατότητες για μόρφωση, πολιτισμό, δημιουργία και κοινωνική συμμετοχή. Με μια λέξη: απελευθέρωση.
Αυτό που στον καπιταλισμό εμφανίζεται ως απειλή —η δυνατότητα να παράγονται περισσότερα με λιγότερη ανθρώπινη εργασία— θα μπορούσε σε μια κοινωνία απαλλαγμένη από το κυνήγι του κέρδους να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας.
Η συζήτηση για την AI δεν είναι απλώς συζήτηση για το μέλλον της τεχνολογίας. Είναι συζήτηση για το μέλλον της κοινωνίας.
Το Der Spiegel μπορεί να αναρωτιέται αν «ο Μαρξ το είχε προβλέψει». Η απάντηση είναι πιο απλή: Ο Μαρξ δεν έκανε προφητείες. Ανέλυσε τον καπιταλισμό.
Και όσο το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση το κέρδος, την εκμετάλλευση και τον ανταγωνισμό, τόσο οι αντιφάσεις που ανέδειξε θα επιστρέφουν – ακόμη και μέσα από τους πιο σύγχρονους αλγόριθμους. Ίσως τελικά το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη γίνεται όλο και πιο έξυπνη. Είναι ότι ο καπιταλισμός παραμένει εγκλωβισμένος στις ίδιες παλιές του αντιφάσεις.


0 Comments