Κάποιες φορές πραγματικά δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις αν αυτό που παρακολουθείς είναι απλώς θράσος, πολιτική ξετσιπωσιά ή αναίδεια του αισχίστου είδους. Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις την ευκολία με την οποία κυβερνητικά στελέχη ξεστομίζουν δημόσια τόσο καραμπινάτα ψεύδη, ώστε να αρκούν ελάχιστα λεπτά αναζήτησης στο διαδίκτυο για να καταρρεύσουν σαν χάρτινος πύργος;
Κι εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: ο Παύλος Μαρινάκης, επαγγελματίας κυβερνητικός εκπρόσωπος και προπαγανδιστής, δεν αντιλαμβάνεται ότι τα μυθεύματα που επικαλείται εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων ελέγχονται πλέον σε χρόνο-μηδέν; Ή μήπως ξέρει πολύ καλά τι κάνει και απλώς ποντάρει στη γνωστή λογική του «ρίξε τη λάσπη και κάτι θα μείνει»;
Η τελευταία επίθεση εναντίον της Έλενας Ακρίτα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής ακριβώς της πολιτικής πρακτικής.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν δίστασε να αποδώσει στη βουλεύτρια Επικρατείας την ανυπόστατη κατηγορία ότι ανήκει σε εκείνους που στην εποχή των “αγανακτισμένων”, «ζητούσαν κρεμάλες». Μια κατηγορία εξαιρετικά βαριά, την οποία όμως, όταν έρθει η ώρα της τεκμηρίωσης, θα πρέπει να συνοδεύεται από στοιχεία και όχι από κυβερνητικές κραυγές.
Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Έχουμε την κατρακύλα του δημόσιου λόγου σε επίπεδα που θα έπρεπε να προκαλούν τουλάχιστον πολιτική αμηχανία σε μια κυβέρνηση που διαρκώς αυτοπαρουσιάζεται ως θεματοφύλακας της «σοβαρότητας», της «θεσμικότητας» και της «αντι-τοξικότητας».
Όταν όμως η πολιτική επιχειρηματολογία στερεύει, όταν τα κυβερνητικά αφηγήματα σκοντάφτουν πάνω στις ίδιες τους τις αντιφάσεις και όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει, τότε επιστρατεύεται το γνώριμο καταφύγιο των απελπισμένων: η λάσπη, η διαστρέβλωση, η προσωπική στοχοποίηση και ο εκχυδαϊσμός της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η Έλενα Ακρίτα, πάντως, δεν άφησε την επίθεση να περάσει αναπάντητη. Σήκωσε αμέσως το γάντι και ξεκαθάρισε ότι, εφόσον ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν μπορεί να τεκμηριώσει όσα της καταλογίζει, θα πρέπει να λογοδοτήσει και ενώπιον της αστικής Δικαιοσύνης.
Και κάπου εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Ας παρουσιάσουν λοιπόν το επίμαχο κείμενο. Ας παρουσιάσουν τη συγκεκριμένη δήλωση. Ας παρουσιάσουν την τοποθέτηση που υποτίθεται ότι αποδεικνύει την κατηγορία.
Γιατί η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έθεσε το ζήτημα ακριβώς εκεί όπου πρέπει να τεθεί: στην τεκμηρίωση. Οι επαγγελματίες της «αντι-τοξικότητας» καλούνται να βρουν έστω ένα γραπτό κείμενο ή μία συγκεκριμένη τοποθέτηση της Έλενας Ακρίτα που να υποκινεί σε βία.
Δεν θα βρουν. Και δεν θα βρουν επειδή, πολύ απλά, δεν υπάρχει.
Αυτό που υπάρχει είναι η γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή της πολιτικής λάσπης: πετάμε μια βαριά κατηγορία, την επαναλαμβάνουμε αρκετές φορές, τη διοχετεύουμε στα φιλικά μέσα και στους μηχανισμούς προπαγάνδας και στη συνέχεια απαιτούμε από τον στόχο της επίθεσης να αποδείξει ότι… δεν είναι ελέφαντας.
Πρόκειται για μια συνειδητή μέθοδο αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης.
Και είναι ακόμη πιο προκλητική όταν εφαρμόζεται από εκείνους που έχουν μετατρέψει την «καταπολέμηση της τοξικότητας» σε μόνιμο κυβερνητικό σύνθημα.
Γιατί η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να είναι σκληρή. Μπορεί να είναι οξύτατη. Μπορεί να περιλαμβάνει βαριές πολιτικές καταγγελίες και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Αλλά άλλο πολιτική σύγκρουση και άλλο κατασκευή ανύπαρκτων δηλώσεων για τη σπίλωση ενός πολιτικού αντιπάλου.
Ο Παύλος Μαρινάκης, λοιπόν, έχει μία πολύ απλή υποχρέωση: να τεκμηριώσει όσα είπε ή να τα ανακαλέσει. Εδώ και τώρα. Γιατί η εξουσία δεν αποκτά το δικαίωμα να συκοφαντεί επειδή διαθέτει μικρόφωνα, κάμερες και έναν ολόκληρο μηχανισμό επικοινωνιακής υποστήριξης. Και κυρίως, επειδή η κοινωνία έχει πλέον χορτάσει από το διαρκές «όλοι το ίδιο είναι», από την εξίσωση θύτη και θύματος, από την κατασκευή τεχνητής τοξικότητας και από την προσπάθεια να παρουσιαστεί κάθε πολιτική αμφισβήτηση ως «ακραία».



0 Comments