Όταν το ΕΣΥ διαλύεται και οι καρκινοπαθείς περιμένουν: Η εγκληματική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει πλέον ανθρώπινα θύματα
Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Υπάρχει ένα σημείο όπου η λέξη «ανικανότητα» παύει να αρκεί. Ένα σημείο όπου η περίφημη «κακή διαχείριση» μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή με πραγματικές και τραγικές συνέπειες πάνω στις ζωές ανθρώπων. Στον δημόσιο τομέα Υγείας, αυτό το σημείο έχει προ πολλού ξεπεραστεί.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης συνεχίζουν ακάθεκτοι την πολιτική της υποστελέχωσης, της αποψίλωσης και της απαξίωσης του ΕΣΥ. Και πλέον οι συνέπειες αυτής της πολιτικής δεν αποτυπώνονται μόνο σε αριθμούς, ελλείψεις και ατέλειωτες λίστες αναμονής. Αποτυπώνονται πάνω στα σώματα και στις ζωές ασθενών που περιμένουν να χειρουργηθούν.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», στον «Άγιο Σάββα», το μεγαλύτερο ογκολογικό νοσοκομείο της χώρας, οκτώ γυναίκες με καρκίνο του μαστού βλέπουν τα προγραμματισμένα για τον Σεπτέμβριο χειρουργεία τους να τινάζονται στον αέρα.
Από τις 12 προγραμματισμένες επεμβάσεις, μόλις τέσσερις αναμένεται να πραγματοποιηθούν, καθώς ένας αναισθησιολόγος μετακινήθηκε εσπευσμένα στη Λήμνο με υπουργική απόφαση, χωρίς να έχει προηγηθεί πρόβλεψη για την αντικατάστασή του.
Αυτό είναι το περίφημο «επιτελικό κράτος». Ξηλώνουν προσωπικό από ένα νοσοκομείο για να «μπαλώσουν» ένα άλλο και, κάπου στη μέση, υπάρχουν άνθρωποι με καρκίνο που περιμένουν.
Δεν είναι αριθμοί. Δεν είναι στατιστικές. Δεν είναι ένας ακόμη πίνακας σε κάποια υπηρεσιακή αναφορά. Είναι άνθρωποι. Είναι γυναίκες που περιμένουν να μπουν στο χειρουργείο. Είναι οικογένειες που ζουν με την αγωνία της ασθένειας και τώρα καλούνται να φορτωθούν και την αγωνία της αναβολής της θεραπείας τους.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Όταν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου γνωρίζει ότι τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους, όταν γνωρίζει τις ελλείψεις σε κρίσιμες ειδικότητες και παρ’ όλα αυτά προχωρά σε μετακινήσεις προσωπικού χωρίς επαρκή κάλυψη, τότε δεν μπορεί εκ των υστέρων να σηκώνει τα χέρια ψηλά και να επικαλείται την «αντικειμενική δυσκολία».
Η υποστελέχωση δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή. Και η επιλογή αυτή έχει ταξικό πρόσημο. Γιατί όποιος έχει χρήματα μπορεί να αναζητήσει λύσεις στον ιδιωτικό τομέα. Μπορεί να πληρώσει γιατρό, κλινική, εξέταση, χειρουργείο. Μπορεί να αγοράσει χρόνο μέσα σε ένα σύστημα όπου ο χρόνος για τον ασθενή μπορεί να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο άνεργος, ο άνθρωπος που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει ιδιωτική περίθαλψη, δεν έχει αυτή την «πολυτέλεια». Γι’ αυτό η διάλυση του ΕΣΥ δεν είναι απλώς μια αποτυχημένη κυβερνητική πολιτική. Είναι μια πολιτική που βαθαίνει τις ταξικές ανισότητες ακόμη και απέναντι στην ίδια την ασθένεια. Και την ώρα που το δημόσιο νοσοκομείο στενάζει από τις ελλείψεις, ο υπουργός Υγείας εμφανίζεται με περισσή αυτοπεποίθηση για να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της κυβέρνησης και να επιτεθεί σε όσους τα καταγγέλλουν.
Την ίδια στιγμή, δεν λείπουν οι μηνύσεις, οι εξώδικες απειλές και οι δικαστικές κινήσεις εναντίον όσων ασκούν δημόσια κριτική στον ίδιο και στην πολιτική του. (Από χρήστες του τικ τοκ μέχρι τον Λαζόπουλο και την Κωνσταντοπούλου)
Για την κριτική υπάρχει χρόνος. Για τους καρκινοπαθείς, όμως, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Και αυτή είναι η μεγάλη πολιτική αντίφαση που πρέπει να αναδειχθεί.
Ένα κράτος που εμφανίζεται υπερδραστήριο όταν πρόκειται να προστατεύσει την εικόνα της εξουσίας, δεν μπορεί να εμφανίζεται ανήμπορο όταν πρόκειται να προστατεύσει το δικαίωμα ενός ασθενούς στην έγκαιρη και δωρεάν θεραπεία. Δεν μπορεί να υπάρχουν λεφτά, μηχανισμοί και πολιτική βούληση για κάθε λογής εξοπλισμούς, προνόμια και εξυπηρετήσεις και, όταν φτάνουμε στα δημόσια νοσοκομεία, να ακούμε μονίμως το ίδιο τροπάρι περί «δημοσιονομικών περιορισμών».
Η υγεία δεν είναι κόστος. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι λογιστική εγγραφή. Το ΕΣΥ δεν είναι επιχείρηση προς εκκαθάριση.
Και ασφαλώς, κάθε περίπτωση όπου μια διοικητική απόφαση ενδέχεται να έχει θέσει ασθενείς σε κίνδυνο πρέπει να διερευνάται με απόλυτη σοβαρότητα από τους αρμόδιους θεσμούς. Αν προκύπτουν ευθύνες, αυτές πρέπει να αποδοθούν. Χωρίς ασυλίες στην πράξη, χωρίς πολιτικές υπεκφυγές, χωρίς το γνωστό παιχνίδι της μετάθεσης ευθυνών από τον έναν στον άλλον. Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει αυτή η αθλιότητα, που θεωρητικοποίησε π πατριάρχης της φιλελευθεροποιήσεις Ανδριακόπουλος.




0 Comments