Μόνο θλίψη μπορεί να νιώσει κανείς βλέποντας το κατάντημα της Αφροδίτης Μάνου. Όχι επειδή διαφωνεί με την άποψή της για τον Μαζωνάκη. Η διαφωνία είναι θεμιτή. Θλίψη προκαλεί το γεγονός ότι η λαϊκή αγάπη προς έναν δημοφιλή καλλιτέχνη μεταφράζεται από εκείνη ως ένδειξη πολιτισμικής παρακμής, ως «καρφί στο φέρετρο των ονείρων» μιας γενιάς καλλιτεχνών.
Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Ο σπουδαίος Σταύρος Ξαρχάκος αποχαιρετώντας τον Γιώργο Μαζωνάκη μίλησε για «το τελευταίο λαϊκό είδωλο», για έναν καλλιτέχνη καθολικής αποδοχής, που κατάφερε να κάνει το λαϊκό τραγούδι να μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση.
Ο Ξαρχάκος βλέπει σε αυτή την αγάπη του κόσμου τη δύναμη του λαϊκού τραγουδιού.
Η Αφροδίτη Μάνου βλέπει ένα «καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών».
Και ίσως αυτή η αντίθεση να λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να πει οποιαδήποτε πολιτική αντιπαράθεση.
Γιατί δεν μιλάμε για μια τυχαία καλλιτέχνιδα. Μιλάμε για μια γυναίκα που από τα εφηβικά της χρόνια, μέσα στην περίοδο της Απριλιανής δικτατορίας, είχε το θάρρος να σταθεί απέναντι στη χούντα. Που βρέθηκε στο εξωτερικό μαζί με τον Πέτρο Πανδή, υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη, τραγουδώντας για τη λευτεριά, την αντίσταση, την ελπίδα.
Και δεν μιλάμε απλώς για μια ερμηνεύτρια που κάποτε τραγούδησε την Αριστερά. Μιλάμε για την ίδια φωνή που κάποτε τραγουδούσε:
«Ένα καράβι κόκκινο
που πάνω από θάλασσες,
πάνω από λίμνες πετάει…»
Για το σφυροδρέπανο που «πέφτει στο κύμα και σπάει». Για την ουτοπία που «απ’ την ανάποδη την ιστορία γυρνάει».
Κι είναι πραγματικά οδυνηρό να βλέπεις αυτή τη φωνή, που κάποτε συνδέθηκε με την ελπίδα, την κοινωνική χειραφέτηση και την Αριστερά, να καταλήγει σήμερα σε εύκολες επιθέσεις εναντίον της Αριστεράς, υιοθετώντας έναν λόγο που σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσε να ακουστεί αυτούσιος από τα χείλη κάθε τηλεοπτικού πατριδέμπορα.
Στην τελική πάντως δεν είναι κακό να αλλάζει ένας άνθρωπος. Δεν υπάρχει συμβόλαιο που να υποχρεώνει κάποιον να παραμένει για πάντα εκεί όπου βρισκόταν στα νιάτα του. Αλλωστε οι πολιτικοί γενίτσαροι είναι ένα είδος που ευδοκιμεί στην χώρα μας.
Όμως υπάρχει κάτι βαθιά οδυνηρό στην περίπτωση της Μάνου. Όταν ακούς μια φωνή που κάποτε τραγούδησε την ιστορία σου, τα τραγούδια των αγώνων σου, τις ελπίδες και τις ουτοπίες σου, η απόσταση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι πληγή.
Και το γράφουμε όχι από διάθεση προσωπικής αντιπαράθεσης. Το γράφουμε γιατί τέτοιες μεταλλάξεις έχουν και μια ευρύτερη πολιτική σημασία. Είναι σημάδι των καιρών μας. Μας θυμίζουν ότι καμιά πολιτική διαδρομή δεν είναι αυτονόητη και καμιά αγωνιστική παρακαταθήκη δεν μεταβιβάζεται αυτόματα από γενιά σε γενιά.
Και κυρίως μας θυμίζουν κάτι που ίσως είναι πιο σημαντικό από όλα: Δεν αρκεί να έχεις τραγουδήσει κάποτε την ελπίδα. Πρέπει να αντέχεις και όταν η ελπίδα γίνεται δύσκολη.
Κι όπως έγραψε ο Βάρναλης, με εκείνη τη μοναδική πίκρα που διαπερνά τις δεκαετίες: «Πού ’σαι νιότη που ’λεγες πως θα γινόμουν άλλος…»



0 Comments