Τράβηξαν το αυτί του Φρέντη Μπελέρη από του Μαξίμου, γιατί σε πρόσφατη τηλεοπτική δήλωση του εκτιμήθηκε ότι εκθειάζει τον Κασιδιάρη και έτσι σήμερα ανακαλεί την “άστοχη” κατά τον ίδιο τοποθέτηση, η οποία έδωσε τα περιθώρια στο ΠΑΣΟΚ να ασκήσει σφοδρή κριτική στον ευρωβουλευτή και να ζητά την αποδοκιμασία του από την κυβέρνηση. («Ξέρω ότι είναι από τους λίγους Έλληνες που έκανε μέχρι την τελευταία μέρα της φυλακής του. Από εκεί και πέρα έχει δικαίωμα. Το Σύνταγμα, η δημοκρατία πρέπει να εφαρμόζεται για όλους τους ανθρώπους, άρα και για τον Ηλία Κασιδιάρη», είχε πει για το πρώην πρωτοπαλίκαρο του Μηχαλολιάκου, ο Φ. Μπελέρης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην τηλεόραση του ONE στις 10 Σεπτέμβρη).
Και εδώ, αξίζει ιδιαίτερα για τους νέους αναγνώστες μας να θυμίσουμε ποιος είναι ο Φρέντη Μπελέρη. Πρόκειται για άλλη μια “μεταγραφή της δεκάρας”, της Ν.Δ., κάτι που το διαπιστώνει όποιος παρακολουθήσει το βιντεάκι κατά το οποίο ο Μπελέρης εξυμνεί το ΛΑΟΣ, στις 8.2.2009, ευχαριστεί τον Καρατζαφέρη και τον Γεωργιάδη και αποδοκιμάζει τη Ν.Δ. και την Ντόρα Μπακογιάννη.
Γι’ αυτό τον “σκοτεινό”, παρακρατικό τύπο θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω, παραθέτοντας αποσπάσματα από περασμένες αναρτήσεις μας
Ο Φρέντι Μπελέρης ήταν ένας από τους επτά άνδρες που συνελήφθησαν τη νύχτα της 18ης-19η Μαρτίου 1995 από Ελληνες συνοροφύλακες κοντά στο Δελβινάκι Ιωαννίνων, σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, επειδή στο πορτμπαγκάζ των δύο αυτοκινήτων τους μετέφεραν εννιά αυτόματα πολεμικά όπλα Καλάσνικοφ, 2 πιστόλια, ξιφολόγχες, ασύρματους, φόρμες παραλλαγής και κουκούλες.
Η σύλληψη της ομάδας στην οποία μετείχε ο Μπελέρης (20.3.1995)
Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύτηκαν με εκτενείς περιγραφές στον Τύπο της εποχής. Παραπέμπουμε εδώ στο σημαντικό βιβλίο του γνωστού και βραβευμένου δημοσιογράφου της «Καθημερινής» Σταύρου Τζίμα, το οποίο κυκλοφόρησε το 2010 με πρόλογο του Αλέξη Παπαχελά («Στον αστερισμό του εθνικισμού»).
Οπως γράφει ο Τζίμας, μετά τη σύλληψη της ομάδας θεωρήθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος να επαναληφθεί αυτό που είχε γίνει τον Απρίλιο του 1994, με την επίθεση της οργάνωσης ΜΑΒΗ σε φυλάκιο στην Επισκοπή και τη δολοφονία δύο Αλβανών στρατιωτικών. Αυτή η επίθεση έγινε αφορμή για ένα πραγματικό πογκρόμ των αλβανικών αρχών εναντίον της ελληνικής μειονότητας, με ελέγχους, συλλήψεις και φυλακίσεις.
Σύμφωνα με τον Τζίμα, «δεν υπήρξαν αμφιβολίες ότι οι συλληφθέντες [του 1995] σχεδίαζαν να επιτεθούν εναντίον στρατιωτικού στόχου, που ήταν το στρατόπεδο Λόγγου, σε μικρή απόσταση από τα σύνορα. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι ήταν η ίδια ομάδα περίπου, ή τουλάχιστον κάποια από τα μέλη της, που είχαν χτυπήσει στην Ανω Επισκοπή». Ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου είχε μιλήσει για μια «οργανωμένη και άκρως επικίνδυνη υπόθεση που από εμάς δεν πρόκειται να κουκουλωθεί» (24.7.1995).
Η αισιόδοξη αυτή πρόβλεψη δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στη συνέχεια της ιστορίας. Οι κατηγορίες κατά των επτά μετατράπηκαν από κακουργήματα σε πλημμελήματα, αποφασίστηκε η αποφυλάκισή τους και τελικά, «στην κατ’ έφεση δίκη που έγινε στον Κορυδαλλό, στις 19.5.1999, το Εφετείο Αθηνών στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού και κεκλεισμένων των θυρών για λόγους “εθνικής ασφάλειας” με την υπ. αριθμ. 752/99 απόφασή του μείωσε τις ποινές στους 18-20 μήνες και έτσι έκλεισε οριστικά η πολύκροτη υπόθεση».
Το συμπέρασμα του Τζίμα είναι ότι έμειναν ανοιχτά ερωτήματα: «Τι ήταν τελικά για την ελληνική Δικαιοσύνη αυτοί οι άνθρωποι; Ηταν πράκτορες των αλβανικών μυστικών υπηρεσιών; Αν ναι, γιατί αφέθηκαν ελεύθεροι; Ηταν υπερπατριώτες προβοκάτορες; Αν ναι, γιατί τους χαρίστηκε η ελληνική πολιτεία την οποία ζημίωσαν; Για την κυβέρνηση Παπανδρέου, σε κάθε περίπτωση, ο στόχος της διάλυσης του παρακρατικού μηχανισμού, που είχε στηθεί για να “απελευθερώσει” τη Βόρειο Ηπειρο, είχε εν μέρει επιτευχθεί και προφανώς δεν είχε πλέον νόημα η περαιτέρω “ταλαιπωρία” των μελών της ΜΑΒΗ».
Μπορεί όλα αυτά τα γεγονότα να έχουν πλέον ξεχαστεί, εφόσον κανείς δεν έχει συμφέρον να τα θυμάται, αλλά ο Φρέντι Μπελέρης δεν έχει πάψει να εκφράζει δημόσια τις πολιτικές του προτιμήσεις και να εκπροσωπεί μια σαφή πολιτική τάση στο ζήτημα των ελληνοαλβανικών σχέσεων.
Και τώρα θα παραθέσουμε ένα κείμενο του Τάσου Κωστόπουλου που δημοσιεύτηκε στην ΕφΣυν
Μια ξεχασμένη ιστορία του 2001 με άκρως επίκαιρες προεκτάσεις.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Βορειοηπειρωτικό προσδίδουν αναπάντεχη επικαιρότητα σε μια τρομοκρατική ενέργεια που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα πριν από σχεδόν δυόμισι δεκαετίες και για «εθνικούς» λόγους πέρασε στα ψιλά τής τότε επικαιρότητας. Ποινικά αδιάφορη πλέον η υπόθεση εκείνη, αξίζει παρ’ όλα αυτά να υπενθυμιστεί· αν μη τι άλλο, επειδή αποδεικνύει περίτρανα πόσο υποκριτική είναι η καταδίκη της πολιτικής βίας από την ελληνική Δεξιά και τα ΜΜΕ της.
Μια έκρηξη στο Περιστέρι
Η ιστορία μας ξεκινά τη νύχτα του Σαββατόβραδου 13-14 Ιανουαρίου 2001. Στην ταβέρνα «Ρωμιοσύνη», στο Περιστέρι, κοβόταν η πίτα της ομώνυμης εφημερίδας της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας παρουσία του βουλευτή Αργυροκάστρου, Βαγγέλη Τάβου, και άλλων στελεχών της μειονότητας που σχετίζονταν με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως ο επιχειρηματίας Γρηγόρης Τάβος ή ο πρώην υπουργός Τάσος Αγγελής. Συνέχεια εδώ



0 Comments