«Σε μία εποχή που πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα κοινωνικής αναταραχής, η Ελλάδα παραμένει μια χώρα πυλώνας σταθερότητας».
Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, σήμερα στο Λαύριο, θα μπορούσε να προκαλέσει γέλιο, αν δεν αποτελούσε τόσο χαρακτηριστικό δείγμα της κυβερνητικής αντίληψης για την πραγματικότητα. Την ώρα που η κοινωνική οργή ξεχειλίζει σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο πρωθυπουργός παρουσιάζει την Ελλάδα ως νησίδα σταθερότητας. Μόνο που το ερώτημα είναι: σταθερότητα για ποιον και με ποιο τίμημα;
Γιατί η κοινωνική ηρεμία που επικαλείται η κυβέρνηση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη κοινωνική ευημερία. Μπορεί να συνυπάρχει με την οικονομική ασφυξία των λαϊκών νοικοκυριών, την ανασφάλεια των εργαζομένων, την απαξίωση των δημόσιων υπηρεσιών και την οργή για σκάνδαλα που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Κι αν οι δρόμοι δεν βρίσκονται καθημερινά σε αναβρασμό, αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίστηκαν οι αιτίες της δυσαρέσκειας. Η σιωπή δεν είναι πάντοτε συναίνεση, όπως και η απουσία μιας μεγάλης κοινωνικής έκρηξης δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας μιας κυβέρνησης.
Η Ελλάδα γνώρισε τεράστιες κινητοποιήσεις για το έγκλημα των Τεμπών, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να απαιτούν δικαιοσύνη και να αμφισβητούν την κυβερνητική διαχείριση. Το γεγονός ότι οι κινητοποιήσεις δεν διατηρούν διαρκώς την ίδια ένταση δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν τα ερωτήματα, οι ευθύνες και η κοινωνική δυσπιστία που τις πυροδότησαν.
Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές, οι υποθέσεις διαφθοράς και η διαρκής αντιπαράθεση γύρω από τη λειτουργία των κρατικών θεσμών έχουν διαμορφώσει ένα πολιτικό περιβάλλον που δύσκολα συμβιβάζεται με την εικόνα μιας χώρας θεσμικής κανονικότητας.
Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε λόγο να επιλέγει τη δική του οπτική γωνία. Όταν η κυβέρνηση μετρά την «επιτυχία» με δείκτες που δεν αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να βαφτίζει σταθερότητα ακόμη και την παρατεταμένη ανοχή σε συνθήκες που πιέζουν ασφυκτικά τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα.
Η σταθερότητα της εξουσίας δεν ταυτίζεται με την ευημερία της κοινωνίας. Και η απουσία γενικευμένης εξέγερσης δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις έχουν εξαφανιστεί.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα εμφανίζει μικρότερη ένταση κινητοποιήσεων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Είναι ποια κοινωνία οικοδομείται, ποιοι πληρώνουν το κόστος των κυβερνητικών επιλογών και ποιοι ωφελούνται από αυτές.
Γιατί ένας τόπος μπορεί να φαίνεται ήρεμος στην επιφάνεια, ενώ από κάτω συσσωρεύονται αντιθέσεις και δυσαρέσκεια. Και καμία κυβερνητική δήλωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
Πυλώνας σταθερότητας, λοιπόν; Ας μας εξηγήσει πρώτα η κυβέρνηση ποιοι στηρίζονται πάνω του και ποιοι σηκώνουν το βάρος του.
Ας μην προτρέχει, λοιπόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το ημερολόγιο έχει ακόμη μπροστά του δύο ημερομηνίες με ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό βάρος: την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, στις 17 Νοέμβρη, και τη μαύρη επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, στις 6 Δεκέμβρη.
Δύο ημερομηνίες που δεν αποτελούν απλώς ιστορικές αναφορές, αλλά παραμένουν δεμένες με τη νεολαιίστικη αμφισβήτηση, την κρατική καταστολή και τους αγώνες ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Ας μην μπερδεύει, λοιπόν, την προσωρινή απουσία μιας μεγάλης κοινωνικής έκρηξης με κοινωνική συναίνεση. Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή δεν βγαίνει καθημερινά στους δρόμους. Και οι επέτειοι αυτές υπενθυμίζουν ότι η κοινωνική μνήμη, όταν συναντά τις σύγχρονες αιτίες της οργής, μπορεί να αποκτήσει ξανά κινηματική δυναμική.



0 Comments