Η αξιοποίηση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών σήμερα: Επιτακτική ανάγκη ή ουτοπία;

unnamed (1)του Γρηγόρη Αυδίκου*

1. Εισαγωγή 

 Είναι πανθομολογούμενο ότι το 2010, με την προσφυγή της Χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, αποτελεί σημείο ορόσημο στην νεώτερη πολιτική και συνταγματική ιστορία. Είναι δε τέτοια η σημασία αυτού του σημείου τομής στην ελληνική πολιτική και συνταγματική ιστορία ώστε δόκιμα γίνεται λόγος για το τέλος της μεταπολίτευσης και την απαρχή μιας άλλης εποχής[1]. Και τούτο όχι μόνο λόγω της πλημμυρίδας των περικοπών και των εν γένει μέτρων αλλά κυρίως λόγω της κρίσης του πολιτικού συστήματος και της αδυναμίας των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας να έχουν την αναγκαία υποστήριξη του εκλογικού σώματος. Το διακύβευμα της εποχής που διανύουμε είναι διττό, αφενός η ανάκτηση της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους αφετέρου όμως και ίσως πιο σημαντικό για το μέλλον η συνταγματική επαναθεμελίωση ορισμένων κρίσιμων ζητημάτων, ιδίως δε αυτών που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσαν την γενικευμένη κρίση του συστήματος διακυβέρνησης και της απονομιμοποίησης σε μεγάλο βαθμό του πολιτικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται έντονη συζήτηση[2] για τυχόν συνταγματική αναθεώρηση και το περιεχόμενο αυτής και την τυχόν έκταση της, αν δηλαδή θα είναι αναθεώρηση μικρών τομών ή μια γενναία αναθεώρηση ή ίσως και συντακτική συνέλευση.

Είναι αλήθεια ότι το σύνταγμα του 1975 έχει να επιδείξει σημαντικά επιτεύγματα[3]. Κατάφερε για πρώτη ίσως φορά να εγκαθιδρύσει μια ελληνική δημοκρατία στην οποία οι όροι και οι κανόνες μεταβολής των κυβερνήσεων γίνονταν σεβαστοί. Κατοχύρωσε δε και εφάρμοσε σε μεγάλο βαθμό τα ατομικά δικαιώματα. Βέβαια από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρίσει κανείς ότι το σύνταγμα του 1975 και οι πολιτικοί θεσμοί που αυτό θεμελίωσε δεν κατάφερε να αποτρέψει μια σειρά από ελλείμματα στην πολιτική ζωή, μεταξύ των οποίων (και κατά τη γνώμη μου ιδιαιτέρως σημαντικό) την ενεργοποίηση του λαού ως συγκεκριμένου συνταγματικού οργάνου στο πλαίσιο της διαχείρισης και ελέγχου της πολιτικής εξουσίας και τούτο κυρίως γιατί δεν αξιοποίησε καθόλου τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς που αυτό προέβλεπε καθώς και γιατί οι αναθεωρήσεις που μεσολάβησαν δεν ασχολήθηκαν καθόλου με αυτό το ζήτημα στην κατεύθυνση της ενίσχυσης και διεύρυνσης των τελευταίων.

Ακριβώς αυτό είναι και το αντικείμενο της παρούσας εισήγησης, δηλαδή η συνοπτική καταγραφή και αξιολόγηση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, η κριτική αξιολόγηση της δυνατότητας των τελευταίων να προσφέρουν οφέλη σήμερα (στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία της εποχής μας), η πρόταση να αποτελέσουν μέρος μιας επικείμενης αναθεώρησης, καθώς και η διακρίβωση αν αυτές έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν «μεταβατικό ρόλο» από την αστική δημοκρατία στη σοσιαλιστική.

Εύλογα όμως διερωτάται κανείς μήπως αυτή η καταφυγή στη λύση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών είναι μια φαντασιακή εικόνα για μια άλλη ουτοπική (νομική και υλιστική) πραγματικότητα στην οποία καταφεύγουμε κάθε φορά που πάσχει έκδηλα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Υποστηρίζω πως οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί δεν είναι ούτε ουτοπία, ούτε ανέφικτοι, ούτε δεν είναι σε θέση, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλλουν στην ενίσχυση της ποιότητας της δημοκρατίας στην Ελλάδα του σήμερα. Όλα αυτά θα αναλυθούν εκτενώς στη συνέχεια, εισαγωγικά όμως νομίζω ότι έχει αξία η εξής ιστορική αναλογία: Ο βαθύς γνώστης της ελληνικής συνταγματικής σκέψης του 19ου αιώνα Γ. Δρόσος έχει υποστηρίξει ότι η ελληνική νομική σκέψη των πρώτων δεκαετιών μετά την εθνική ανεξαρτησία διαμόρφωσε μια ιδεατή εικόνα για το σύνταγμα και εξιδανικευμένη πρόσληψη της ελληνικής πολιτείας[4] που τότε θα διαμορφώνονταν.

Ο στόχος ήταν διττός, αφενός το ελληνικό σύνταγμα να μιμηθεί τα σύγχρονα ευρωπαϊκά του πρότυπα πραγματοποιώντας έτσι μια τολμηρή (ίσως και φαντασιακή με τους όρους της εποχής εκείνης) φυγή προς το μέλλον αφετέρου η ελληνική συνταγματική σκέψη και η ελληνική πολιτεία να επανασυνδεθεί με την αρχαία ελληνική σκέψη[5]. Παρατηρεί επίσης (με το βάθος των εκατόν εβδομήντα και πλέον ετών) ότι εκείνο που περιέγραψαν ως την εικόνα τους για τον Ευρωπαίο Έλληνα του μέλλοντος έχει, λίγο πολύ, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του σημερινού Έλληνα – πολίτη μιας δημοκρατικής και φιλελεύθερης συνταγματικής πολιτείας καθιστώντας τους υπό αυτή την έννοια αυτή όχι φαντασιόπληκτους θεωρητικούς αλλά τους πιο ψυχρούς ή και ωμούς ρεαλιστές που μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου[6]. Όπως λοιπόν η ελληνική νομική σκέψη του 19ου αιώνα στοχοθέτησε υψηλούς στόχους, που εν πολλοίς έμοιαζαν φαντασιακοί στα μάτια των σύγχρονων τους, έτσι και στην σημερινή Ελλάδα, της κρίσης, της απονομιμοποίησης των πολιτικών θεσμών, της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η ενίσχυση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών μπορεί να φαντάζει μια τολμηρή φυγή προς το μέλλον, μια φαντασιακή εικόνα δύσκολα πραγματοποιήσιμη, ωστόσο αφενός μεν το τέλος της μεταπολίτευσης και η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας επιβάλλουν τολμηρές λύσεις αφετέρου ο ρεαλισμός και όχι οι φαντασιακές εικόνες επιβάλλει την ενίσχυση της δημοκρατίας με τους θεσμούς εκείνους που ενισχύουν την δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων.

 2. Το σύνταγμα του 1975, το πολίτευμα και οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί που αυτό προβλέπει

Εμβαθύνοντας στην παραπάνω προβληματική ας εξετάσουμε, ως βάση για τις σκέψεις που θα ακολουθήσουν, τα γνωστά ζητήματα του πολιτεύματος του ισχύοντος συντάγματος και των αμεσοδημοκρατικών θεσμών που αυτό προβλέπει. Στο άρθρο 1 του συντάγματος ορίζεται ως πολίτευμα η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία καθώς, και ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το σύνταγμα. Οι διατάξεις αυτές είναι η βάση για την δημοκρατική αρχή, η οποία αν και δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια σε αυτές τις διατάξεις, ωστόσο διαμορφώνεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο με βάση και τα υπόλοιπα άρθρα του συντάγματος που προσδιορίζουν το περιεχόμενο της[7], το οποίο εμφυσεί το πνεύμα της δημοκρατικής αρχής στο γράμμα του συντάγματος. Οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος όπως αυτό εξειδικεύεται στο σύνταγμα του 1975 είναι η διάκριση των εξουσιών, η αντιπροσωπευτική αρχή, η κοινοβουλευτική και η δημοκρατική αρχή[8].

Ο λαός, υπό την έννοια του εκλογικού σώματος, αποτελεί στο πολίτευμα του συντάγματος του 1975 άμεσο συλλογικό όργανο του κράτους (αν και δεν κατονομάζεται ρητά σε αυτό ως όργανο), το οποίο έχει δύο κυρίως αρμοδιότητες, πρώτον την εκλογή των αντιπροσώπων του λαού στα διάφορα αιρετά όργανα του κράτους (π.χ. βουλή, τοπική αυτοδιοίκηση) και δεύτερο την συμμετοχή σε δημοψήφισμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 του συντάγματος, ενώ τέλος νόμος προσθέτει τρίτη αρμοδιότητα, την εκλογή αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο[9]. Σε αυτό προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο κανονισμός της βουλής και ο εκάστοτε νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, ενώ τέλος προβλέπεται ότι δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο.

Το δημοψήφισμα ρυθμίζεται εκτός από τη συνταγματική διάταξη του αρ. 44 παρ. 2 και με νόμο καθώς και με τα άρθρα 115-116 του Κανονισμού Εργασιών της Βουλής[10]. Το δημοψήφισμα ρυθμίζονταν, μέχρι πρότινος με το ν. 350/1976, ο οποίος καταργήθηκε το 2011 και αντικαταστάθηκε με το ν. 4023/2011, ο οποίος πλέον θέτει τους όρους διεξαγωγής δημοψηφισμάτων και ο οποίος σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου κρίθηκε αναγκαίος μετά την πρόβλεψη δεύτερου είδους δημοψηφίσματος το 1986 με τη συνταγματική αναθεώρηση και ενόψει της ανάγκης ύπαρξης σχετικού εκτελεστικού του συντάγματος νόμου[11]. Ο παραπάνω νόμος δεν περιέχει ορισμούς για τις έννοιες «κρίσιμο εθνικό θέμα» και «σοβαρό κοινωνικό ζήτημα», που αποτελούν κρίσιμες έννοιες του άρθρου 44 του συντάγματος (ορισμοί υπήρχαν στο αρχικό νομοσχέδιο και απαλείφθηκαν τελικά από το νόμο που ψηφίσθηκε στη Βουλή[12]), αφήνοντας έτσι ευρύ περιθώριο εκτίμησης στην εκάστοτε πολιτική εξουσία[13]. Ο νόμος επιλύει ένα ζήτημα του συνταγματικού δικαίου, την δεσμευτικότητα του δημοψηφίσματος, καθώς προβλέπει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι δεσμευτικό εφόσον στην εκάστοτε ψηφοφορία λάβει μέρος ποσοστό των εκλογέων που προβλέπει ο νόμος[14].

Αυτή όχι μόνο είναι η μονή, κατ’ ουσίαν, μορφή άμεσης συμμετοχής του λαού που προβλέπει το σύνταγμα αλλά και αφενός μεν είναι καταστρωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί όργανο του έχοντος την πλειοψηφία στη Βουλή κόμματος[15], αφετέρου έχει καταστεί κατ’ ουσίαν ανενεργή καθώς σε τριάντα, πλέον σήμερα, χρόνια ζωής του συντάγματος του 1975 ουδέποτε έχει διενεργηθεί δημοψήφισμα[16]. Αντίθετα θα περίμενε κανείς, δεδομένων και των επιτευγμάτων του συντάγματος του 1975, η παραπάνω δυνατότητα να είχε χρησιμοποιηθεί στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της συμμετοχής του λαού.

3. Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί

Αν λοιπόν το σύνταγμα του 1975 περιείχε κατ’ ουσίαν μόνο την πρόβλεψη δημοψηφισμάτων , που και αυτή έχει καταστεί ανενεργή, ποιοι είναι οι διαθέσιμοι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Θεσμοί που ενισχύουν το πολίτευμα, τόσο στο πλαίσιο της νομοθετικής όσο και της εκτελεστικής εξουσίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας είναι 1) η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, 2) το δημοψήφισμα, 3) οι λαϊκές συνελεύσεις, 4) η δυνατότητα του λαού να προκαλεί αναθεώρηση του συντάγματος ή να επικυρώνει την συνταγματική αναθεώρηση ή ακόμα και να προκαλεί την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης. Έμμεσο συμπλήρωμα των παραπάνω είναι η ανακλητότητα των αντιπροσώπων στη βουλή[17]. Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους έχουν μεγάλη ποικιλία και η συγκειμένη κατάστρωση τους έχει πολύ μεγάλη σημασία.

3.1. Γενικώς λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία είναι η πρόταση που υποβάλλει ένας αριθμός πολιτών, με την οποία προτείνουν την ψήφιση από τη Βουλή κάποιων διατάξεων νόμου, οι οποίοι μπορεί να κατατείνουν σε τροποποίηση ισχύοντος νόμου, κατάργηση[18], ή το πρώτον θέση σε ισχύ νέων προβλέψεων[19]. Ο θεσμός μπορεί να προβλέπει ότι η πρόταση αυτή πρέπει απλώς να συζητηθεί στη Βουλή ή ότι αν απορριφθεί από την τελευταία θα πρέπει να διεξαχθεί δημοψήφισμα ή και άλλες ειδικές προβλέψεις και στάδια που κατατείνουν από απλή συμμετοχή του λαού έως ολοκληρωμένη και αποφασιστική συμμετοχή του στη νομοθετική διαδικασία[20].

3.2. Δημοψήφισμα είναι η έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος για συγκεκριμένο ζήτημα κατά τρόπο άμεσο και ευθύ και με τη μορφή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας[21]. Το δημοψήφισμα μπορεί να διεξαχθεί τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, ενώ έχει μια πληθώρα διακρίσεων με κριτήριο το ποιος έχει την δημοψηφισματική πρωτοβουλία (π.χ. με πρωτοβουλία των πολιτών ή των κρατικών οργάνων[22]), το ουσιαστικό περιεχόμενο του δημοψηφίσματος (π.χ. δημιουργικό ή καταργητικό, διεθνούς συνθήκης[23]) και το νομικό χαρακτήρα της απόφασης του λαού (π.χ. συμβουλευτικό ή αποφασιστικό, συνταγματικό ή νομοθετικό, υποχρεωτικό ή προαιρετικό, αποκλειστικό ή συντρέχον, αυτοτελές ή μη[24]).

3.3. Λαϊκές συνελεύσεις πολιτών κάθε μορφής δεν απαντώνται συχνά, αποτελούν ωστόσο και αυτές ένα μέσο ενεργοποίησης των πολιτών και συμμετοχής τους στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Οι λαϊκές αυτές συνελεύσεις μπορούν στα πλαίσια μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας[25] να έχουν συμβουλευτικό ρόλο τόσο στην άσκηση της νομοθετικής όσο σε κάποιες περιπτώσεις[26] και της εκτελεστικής εξουσίας. Ενίοτε και για τοπικά ζητήματα και υπό την αιγίδα των Δήμων οι λαϊκές συνελεύσεις μπορούν να έχουν αποφασιστικές νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες σε επιμέρους ζητήματα (π.χ. κοινωνική αλληλεγγύη) ή δικαίωμα αρνησικυρίας για τοπικές αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου ή άλλες εξουσίες (π.χ. δικαίωμα εισαγωγή ζητήματος για επανασυζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο μετά από απόφαση τοπικής λαϊκής συνέλευσης). Τέλος συμμετοχή του λαού και στοιχεία άμεσης δημοκρατίας και μάλιστα ιδιαίτερα σημαντικά υπάρχουν και στις περιπτώσεις της δυνατότητας του λαού να προκαλεί αναθεώρηση του συντάγματος ή να επικυρώνει την συνταγματική αναθεώρηση ή ακόμα και να προκαλεί την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης, στοιχεία τα οποία επίσης δεν απαντώνται συχνά στα σύγχρονα δυτικοευρωπαϊκά συντάγματα.

4. Επιχειρήματα κατά των θεσμών άμεσης δημοκρατίας

Είναι όμως κατάλληλοι οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας ή θα πρέπει να αποφύγουμε την χρησιμοποίηση τους σε επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση; Διαχρονικά έχουν διατυπωθεί πολλές ενστάσεις για την χρήση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια ενός αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος.

Κατ’ αρχήν, προβάλλεται ότι υπάρχει κίνδυνος για τα θεμελιώδη δικαιώματα και για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, δηλαδή ότι οι κανόνες δικαίου που θα προέρχονται από τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς μπορεί να προσβάλλουν τόσο θεμελιώδη δικαιώματα όσο και δικαιώματα μειονοτήτων. Ασφαλώς οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στο πλαίσιο ενός τυπικού δυτικοευρωπαϊκού συντάγματος θα πρέπει να ελέγχονται ως προς το παραγόμενο αποτέλεσμα από τα δικαστήρια και τυχόν άλλους θεσμούς (τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά) σε περίπτωση που με τους παραγόμενους κανόνες δικαίου προσβάλλονται τα παραπάνω, εξάλλου ο λαός δραστηριοποιείται στο σύγχρονο συνταγματικό κράτος ως συντεταγμένο όργανο και άρα υπάγεται όπως όλα τα κρατικά όργανα στο σύνταγμα[27]. Ο έλεγχος αυτός, ως έλεγχος ορίων, διασφαλίζει ότι η βούληση του λαού μπορεί ελεύθερα (εφόσον αυτή συγκροτηθεί) να κυμανθεί εντός του πλαισίου που υποστηρίζει τόσο το ελληνικό σύνταγμα όσο και συνήθως ένα τυπικό δυτικοευρωπαϊκό σύνταγμα.

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι αμεσοδημορκατικοί θεσμοί παράγουν αποτελέσματα ανορθολογικά, για μια πλειάδα από λόγους, όπως π.χ. είτε γιατί οι πολίτες συμμετέχουν και επιλέγουν με βάση το ατομικό και όχι το γενικό συμφέρον[28], είτε γιατί κυριαρχεί το θυμικό και όχι η υπευθυνότητα[29], είτε λόγω της μειωμένης ικανότητας των πολιτών[30] σε ειδικά και τεχνικά θέματα απέναντι στην εξειδίκευση των τεχνοκρατών.  Θα πρέπει βέβαια εισαγωγικά να παρατηρηθεί ότι οι αμεδημοκρατικοί θεσμοί αλλά ακόμα και η άμεση δημοκρατία δεν εγγυώνται την ορθότητα των επιλογών. Εξάλλου κατά τη γνωστή ρήση του Καστοριάδη «Τίποτα και κανείς δε μπορεί να προστατεύσει την ανθρωπότητα από την ίδια της την τρέλα[31]». Επομένως, ούτε η αμιγής αντιπροσωπευτική δημοκρατία (όπως προκύπτει με το πλέον εμφατικό τρόπο σήμερα στην Ελλάδα), ούτε η μοναρχία, ούτε κάποιο άλλο σύστημα διακυβέρνησης εγγυώνται την εξ’ ορισμού ορθότητα των επιλογών του εκάστοτε φορέα της πολιτικής εξουσίας. Αυτό όμως που μπορεί αντικειμενικά να κριθεί είναι αν η εκάστοτε πολιτειακή βούληση αποτελεί απόφασης ενός ανδρός (π.χ. πρωθυπουργού στο σημερινό πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα[32] ή προέδρου της δημοκρατίας στα προεδρικά συστήματα) ή μιας πολιτικής ελίτ ή ενός απονομιμοποιημένου ή δυσλειτουργικού σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπευτικού συστήματος ή αποτελεί απόφαση ενός μεγάλου μέρους του λαού, ως συνταγματικού οργάνου, γεγονός που πολλαπλασιάζει την δημοκρατική νομιμοποίηση της απόφασης.

Προβάλλεται επίσης το επιχείρημα ότι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί είναι προνομιακό πεδίο της δημαγωγίας[33], αιτίαση που συνδέεται συχνά με την ατυχή χρήση δημοψηφισμάτων στο παρελθόν (η οποία εν πολλοίς αποτελεί και αυτοτελή αιτίαση κατά των δημοψηφισμάτων), είτε στη Βαϊμάρη[34], είτε στα πλαίσια προσωπικών δημοψηφισμάτων[35]. Βέβαια στρεβλώσεις των θεσμών ή των πολιτευμάτων ή δικτατορικές εκτροπές έχουν λάβει χώρα σε κάθε είδους θεσμό ή πολίτευμα. Φταίνε άραγε οι θεσμοί ή οι αξίες που αυτοί φέρουν; Είναι πρέπουσα η δαιμονοποίηση τους; Περαιτέρω είναι σαφές ότι ο κίνδυνος της δημαγωγίας είναι αισθητά μικρότερος από ότι στο παρελθόν καθώς ιδίως ενόψει της τεχνολογικής επανάστασης, σήμερα στην εποχή της πληροφορίας, ο σύγχρονος άνθρωπος είναι περισσότερο πληροφορημένος και έχει μεγαλύτερη και ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία[36]. Εξάλλου, η δημαγωγία ίσως είναι εντονότερη, όταν ο λαός ως συνταγματικό όργανο ενεργοποιείται μόνο για την εκλογή των αντιπροσώπων της βουλής όπου μπορεί να εκφραστεί μόνο μια φορά και μόνο εμμέσως, δηλαδή δια της εκλογής των αντιπροσώπων του, οι οποίοι έχουν ελεύθερη και όχι επιτακτική[37] εντολή να πράξουν ή να μην πράξουν αυτά που υποσχέθηκαν προεκλογικά, γεγονός που συναντάται και στην εντελώς πρόσφατη ελληνική πολιτική ιστορία.

Τέλος, υποστηρίζεται η άποψη ότι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί είναι ακατάλληλοι να θεραπεύσουν τα μειονεκτήματα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας[38] ή ότι τέλος πάντων ακόμα και αν δεν είναι θεωρητικά ακατάλληλοι προς τούτο εν τέλει στην πράξη δεν επιφέρουν σημαντικά αποτελέσματα. Αρχικά όμως θα πρέπει να παρατηρηθεί, ότι θεωρητικά η ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων σε μια εποχή ακραίας απονομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας και της θέση του διαμεσολαβητικού ρόλου των πολιτικών κομμάτων στο περιθώριο, δεν μπορεί παρά να ενισχύει τη δημοκρατική λειτουργία και τη νομιμοποίηση της λειτουργίας μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πρακτικά απαιτείται η πολιτική εξουσία και τα κόμματα να είναι έτοιμα να μοιραστούν την πολιτική εξουσία με τους πολίτες. Εξάλλου, οι αμεσοδημορκατικοί θεσμοί μπορεί να λειτουργήσουν θετικά στο πλαίσιο μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με κορυφαίο παράδειγμα στην κατηγορία αυτή την Ελβετία[39]. Επομένως εν τέλει οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί είναι και ικανοί θεωρητικά και μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να επιφέρουν πρακτικά αποτελέσματα στην κατεύθυνση της συμπλήρωσης μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της θεραπείας των μειονεκτημάτων της.

Από την άλλη και πέρα από το γεγονός ότι οι ενστάσεις κατά των αμεσοδημοκρατικών θεσμών δεν έχουν ισχυρή και βάσιμη αιτιολογία δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τα οφέλη που μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να αντλήσει από αυτούς. Ενδεικτικά και επιγραμματικά απλώς αναφέρουμε τα εξής: Ο εμπλουτισμός του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος[40], η ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική εξουσία, ο αυξημένος δημόσιος διάλογος, η ευαισθητοποίηση των κρατικών οργάνων[41], η αναζωογόνηση της αντιπροσώπευσης[42],  η δυνατότητα τους να λειτουργήσουν ως θεσμικό αντίβαρο στον κοινοβουλευτισμό[43], η εν μέρει θεραπεία των ελαττωμάτων της ελεύθερης εντολής ανάμεσα στους εκλογείς και τον αντιπρόσωπο τους (η οποία επιτυγχάνεται και με την ανακλητότητα των αντιπροσώπων), η δημοκρατική νομιμοποίηση των παραγόμενων αποφάσεων.

Εν τέλει η απουσία κατ’ ουσίαν σήμερα των δυνατοτήτων άμεσης συμμετοχής του λαού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ακόμα και αν δεν επιφέρει πλήρως τα αναμενόμενα οφέλη, και ανεξάρτητα από την ορθότητα των παραγόμενων αποτελεσμάτων (η οποία εξάλλου δεν κατοχυρώνεται ούτε στην αντιπροσωπευτική δημοκρατίας) αποτελεί παράλειψη (η οποία ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες είναι αυτή που απαιτεί εμπεριστατωμένη δικαιολόγηση και όχι η θεσμοθέτηση θεσμών άμεσης δημοκρατίας[44]) και είναι η παράλειψη αυτή που πλέον πρέπει να τεθεί στο ιστορικό περιθώριο και όχι οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας. Συνεπώς η επόμενη βουλή έχει τη δυνατότητα και θα πρέπει σε επικείμενη αναθεώρηση να θέσει το ζήτημα των αμεδοημοκρατικών θεσμών στο επίκεντρο της προσοχής της.

Ασφαλώς η αναθεώρηση δεν θα πρέπει να αρκεστεί σε αυτό αλλά θα πρέπει να προχωρήσει και σε μια σειρά άλλων παρεμβάσεων που εκφεύγουν από τα όρια του παρόντος. Και ναι μεν δεν έφταιξαν οι θεσμοί για την οικονομική κατάρρευση[45], αλλά το πολιτικό σύστημα (ιδίως τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας), οι πελατειακές σχέσεις, η ανορθολογική οικονομική ανάπτυξη, ούτε μπορούν οι θεσμοί[46] από μόνοι τους να ανατρέψουν τα οικονομικά δεδομένα, μπορούν όμως να κατοχυρώσουν γενικώς τη συμμετοχή του λαού στην πολιτική εξουσία και όλα τα αντλούμενα από αυτή οφέλη, και ειδικώς ότι οι κρίσιμες αποφάσεις που θα ληφθούν για την πορεία της χώρας θα ληφθούν και μέσα από τη συμμετοχή του λαού, την πλήρη ενημέρωση του και την δράση του και όχι από ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα που δεν μπορεί πλέον να επιτύχει το σκοπό του, ούτε χρησιμοποιώντας μόνο τα θεσμικά εργαλεία της μεταπολίτευσης που κατά κοινή παραδοχή έκλεισε τον κύκλο της.

5. Αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, αντιπροσώπευση και σοσιαλισμός

Δεδομένου ότι αναλύθηκαν ήδη οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί και η αντιπροσώπευση στα πλαίσια μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, κρίσιμο είναι να ερευνήσουμε ποιά είναι η σχέση τους με τον σοσιαλισμό. Ασφαλώς οι θεσμοί αυτοί δεν σημαίνουν λαϊκή εξουσία και αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος που προβλέπει το σύνταγμα, ιδίως το οικονομικό, καθώς δρουν απλώς συμπληρωματικά στα πλαίσια του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Αντιπροσωπευτική δημοκρατία και θεσμοί άμεσης δημοκρατίας μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν και στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς[47].

Από την άλλη δεν θα πρέπει να δαιμονοποιούνται ή να λοιδορούνται, ούτε το δίκαιο[48], ούτε οι θεσμοί εν γένει, ούτε οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, καθώς ακόμα και στον σοσιαλισμό δεν καταργείται η αντιπροσώπευση απλώς μετασχηματίζεται[49], ενώ ασφαλώς ενισχύονται οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, καθώς εξάλλου και στη σκέψη του Μαρξ η δημοκρατία φέρει σαφές αμεσοδημοκρατικό στίγμα χωρίς να προϋποθέτει εξ ορισμού την κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών[50].

Το κύριο όμως ποιοτικό χαρακτηριστικό του συνδυασμού αμεσοδημοκρατικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών στο σοσιαλισμό δεν είναι η διαφορετική νομοθετική κατάστρωση των θεσμών αλλά η οικονομική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το πολίτευμα και ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής[51].  Εξάλλου, ακόμα και η «αληθινή δημοκρατία» του Μάρξ της προ-κομμουνιστικής περιόδου περιέχει αναγκαία μεταξύ άλλων α) τον αυτοπροσδιορισμό του λαού ως κυρίαρχου συλλογικού υποκειμένου, την συγκρότηση δηλαδή του λαού σε κυρίαρχο σώμα και την συνεχή λειτουργία του ως αυτοθεσμιζόμενου συλλογικού υποκειμένου, β) το τέλος της πολιτικής ως διακριτής άσκησης εξουσίας από το σώμα των ειδικών της πολιτικής γνώσης, γ) την επίλυση του οικονομικού παράγοντά, καθώς παραδείγματος χάριν η αντιμετώπιση της φτώχειας αποτελεί κρίσιμη κοινωνική ορίζουσα της δημοκρατίας, υπό την έννοια ότι φτώχεια και δημοκρατία είναι δύο κόσμοι αντίθετοι[52].

Το ίδιο ισχύει και για μια σειρά άλλων δημοκρατικών ριζοσπαστικών θεσμών – αιτημάτων[53] (π.χ. ανακλητότητα λαϊκών αντιπροσώπων, αιρετότητα και ανακλητότητα δημόσιων λειτουργών), αιτήματα που υιοθετήθηκαν αρχικώς από την ριζοσπαστική πλευρά της γαλλικής επανάστασης (π.χ. Ρουσώ, Ροβεσπιέρος) και πέρασαν μέσω αυτής στη σκέψη του Λένιν. Η πλευρά αυτή περιορίστηκε εν τέλει στην υποστήριξη θεσμικών μόνο αιτημάτων επαναστατικού – δημοκρατικού χαρακτήρα, παραβλέποντας την οικονομική βάση και τις σχέσεις παράγωγης[54].

6. Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας και η προσπάθεια για την αλλαγή του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος

Έχοντας ήδη αναλύσει το τι είναι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, την κριτική που ασκείται σε αυτούς, τα οφέλη τους, καθώς και την σχέση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, της αντιπροσώπευσης και του σοσιαλισμού στρεφόμαστε πλέον στο κρίσιμο ερώτημα: Ποιοι είναι οι λόγοι που στην προσπάθεια για την αλλαγή του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος είναι χρήσιμοι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί και γιατί δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία των αμεσοδημοκρατικών θεσμών;

1. Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοκρατίας και της συμμετοχής του λαού στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία της εποχής μας. Αν λοιπόν θέσουμε ως βάση την άποψη του Λένιν ότι η πάλη για το σοσιαλισμό περνά μέσα από την πάλη για τη δημοκρατία[55], τότε όχι μόνο δεν θα πρέπει να υποτιμάται η διεκδίκηση της ενίσχυσης και καθιέρωσης τους αλλά θα πρέπει και να αποτελεί σημαντικό στόχο διεκδίκησης.

2. Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί αποτελούν μεταβατικό αίτημα. Ειδικότερα ο Λένιν υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, τα οποία περιλαμβάνουν μια δέσμη διεκδικήσεων που μπορούν να επιτευχθούν στο πλαίσιο του υπάρχοντος κοινωνικοικονομικού συστήματος, η πραγματοποίηση όμως αυτών στο σύνολο τους, ωθεί προς τη ρήξη με το αστικό σύστημα, θέτει εκ των πραγμάτων το ζήτημα της εξουσίας και τα οποία παίζουν το ρόλο μιας γέφυρας που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού[56]. Η μεταβατικότητα των αμεσοδημοκρατιών θεσμών διαμορφώνεται από τη μια από την ικανότητα τους να ενταχθούν λειτουργικά ακόμα και στο πλαίσιο μιας σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και από την άλλη από την δυναμική που μπορούν να αναπτύξουν για τα κοινωνικά κινήματα και τις διεκδικήσεις. Δυναμική που δεν συγκροτείται μηχανιστικά μέσω απλώς της θέσπισης τους αλλά μέσω της κατάλληλης δράσης στο πλαίσιο των θεσμών αυτών. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι παρά τις ρητές διακηρύξεις της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα[57] υπέρ των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, αυτοί ουδέποτε έγιναν πράξη, ακριβώς λόγω αυτής της δυναμικής τους.

3. Πέρα από τα παραπάνω, οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί φέρουν και μια άλλη αξία καθώς δημιουργούν προνομιακούς χώρους και βήμα για τις σοσιαλιστικές ιδέες δεδομένου ότι  α) δημιουργούν μαζικούς χώρους όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος των πολιτών, β) αποτελούν ευκαιρία για δράση στη βάση των αιτημάτων, μεταβατικών και μη. Τέλος ασφαλώς οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί δεν υποκαθιστουν ούτε τα κόμματα εν γένει, ούτε την ανάγκη ύπαρξης ενός κομμουνιστικού πόλου που θα πρωτοστατήσει στις εξελίξεις αλλά μπορούν να χρησιμοποιούνται, ως ήδη ελέχθη, ως μεταβατικό αίτημα και προνομιακός χώρος δράσης.

Κοντολογίς, για τους παραπάνω λόγους, οι αμεσoδημοκρατικοί θεσμοί όχι μόνο δεν θα πρέπει να λοιδορούνται, αλλά θα πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο της προσοχής, τόσο στα πλαίσια της ενίσχυσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας του σήμερα όσο και στα πλαίσια της συγκρότησης ενός πλειοψηφικού ρεύματος της ελληνικής κοινωνίας που θα θέτει το ζήτημα της εξουσίας και της αλλαγής του κοινωνικοοικονομικού συστήματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Rousseau J-J., Σχέδιο Συντάγματος για την Κορσική, (Εισ. Χρύσης Α.), Πολύτροπο, Αθήνα, 2006.

 

Αθανασιάδου Ο., Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: Σύζευξη ή Σύγκρουση, σε συλλογικό τόμο Μανιτάκης Α. κ.α. (επιμ,), Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας, Σαββάλας, Αθήνα, 2011, σ. 198-217, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 15.01.2015).

Αλιβιζάτος Ν., Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματος του, Πόλις, Αθήνα, 2013.

Βενιζέλου Ε.,  Αγόρευση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 32, 43 και 44 του Συντάγματος, θέση IV. Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, 01.11.2006, προσβάσιμο στο www.evenizelos.gr(πρόσβαση 14.01.2014).

Βενιζέλος Ε.., , Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991. 

Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα, Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη Δημοκρατία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2003.

Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr (πρόσβαση στις 16.01.2015).

Δρόσος Γ., Μία διάλεξη στο Χάρβαρντ κι ένα δείπνο στο Μπουένος Άϊρες ή φαντασία και νομική ιδεολογία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Πέρασμα, Αθήνα, 2009. 

Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, σελ. 26 επ., προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015).

 

Καλτσώνης Δ. Η έξοδος από την κρίση, συλλογικός τόμος του συλλόγου «Γ. Κορδάτος», Οι ιδιωτικοποιήσεις και η πολιτική εξόδου από την κρίση, Αθήνα, 2013.
Καλτσώνης Δ.(επιμ), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ΄άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Ξιφαράς, Αθήνα, 2011.

Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Εκδόσεις Ξιφαράς, Αθήνα, 2009.

Καστοριάδης Κ., Η ελληνική πόλις και η και η δημιουργία της δημοκρατίας, Χώροι του ανθρώπου, Αθήνα, Ύψιλον, 1995.

Λένιν Β.Ι. Κράτος και επανάσταση, Άπαντα, τ. 33.

Λένιν Β.Ι, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30.

Μανιτάκης Α., Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015).
Μαυριάς, Κ., Συνταγματικό δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2002.

Παντελή Α., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2007.

Παπανικολάου Μ., Η ελληνική τέχνη του 18ου και 19ου αι. Ζωγραφική – Γλυπτική, Βάνιας, 2005.

Παπαδοπούλου Λ., Μορφές «Άμεσης Νομοθεσίας»: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, προσβάσιμο στοwww.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 12.01.2015).

Σβώλος Α., Συνταγματικόν Δίκαιο, Πυρσός, Αθήνα, 1934.

Στούτσκα Π.Ι., Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα, 1992,

Τασόπουλου Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2007.

Χρύσης Α., Ο Marx της δημοκρατίας, ΚΨΜ, Αθήνα, 2014, σ. 328-329

Χρυσόγονος Κ., Η «Μεγάλη πορεία» προς την αποθέσμιση, Επίκεντρο, Αθήνα, 2011.


[1] Μανιτάκης Α., Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015), σ. 1

[2] Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, σελ. 26 επ., προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015),  Μανιτάκης Α., οπ.π., Παπαδοπούλου Λ., Μορφές «Άμεσης Νομοθεσίας»: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 12.01.2015), Αλιβιζάτος Ν., Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματος του, Πόλις, Αθήνα, 2013, Καλτσώνης Δ.,Η αναγκαιότητα συντακτικής συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της Μεταπολίτευσης: Αντί για πρόλογο, δημοσιευμένο στο Καλτσώνης Δ.(επιμ), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ΄άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Ξιφαράς, Αθήνα, 2011, Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr(πρόσβαση στις 16.01.2015).

[3] Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, οπ.π., σ. 7-8

[4] Δρόσος Γ., Μία διάλεξη στο Χάρβαρντ κι ένα δείπνο στο Μπουένος Άϊρες ή φαντασία και νομική ιδεολογία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Πέρασμα, Αθήνα, 2009, σελ. 9, 48

[5] Η επανασύνδεση με το παρελθόν ήταν συχνή εκείνη την εποχή στα πλαίσια του νεοκλασικισμού στην τέχνη, ο οποίος μεταλαμπαδεύθηκε στην Ελλάδα με τον νεαρό βασιλιά Όθωνα, από το Μόναχο και αποτέλεσε (η ελληνική εκδοχή του) μία από τις πλέον επιτυχημένες εκδοχές του στον ευρωπαϊκό χώρο, Βλ. και Παπανικολάου Μ., Η ελληνική τέχνη του 18ου και 19ου αι. Ζωγραφική – Γλυπτική, Βάνιας, 2005.

[6] Δρόσος Γ., Μία διάλεξη στο Χάρβαρντ κι ένα δείπνο στο Μπουένος Άϊρες ή φαντασία και νομική ιδεολογία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, οπ.π, σελ. 9, 82

[7] Μαυριάς, Κ., Συνταγματικό δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2002, σ. 326

[8] Μαυριάς Κ., οπ.π,, σ. 315-328

[9] Παντελή Α., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2007, σ. 311

[10] Αρ. 115 του κανονισμού εργασιών της βουλής «1. Η πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία ζητείται η  διεξαγωγή δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α του Συντάγματος κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη.2. Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το εθνικό θέμα για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καθώς και την προθεσμία διενέργειάς του, και να προσδιορίζει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα στα οποία θα απαντήσει ο λαός.3. Η πρόταση συζητείται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως 100.4. Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική και αφορά το κείμενο της πρότασης όπως κατατέθηκε ή διαμορφώθηκε κατά τη συζήτηση στη Βουλή.5. Η πρόταση εγκρίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτων.6. Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση του υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος δημοσιεύεται με παραγγελιά του Προέδρου της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες.», Αρ. 116 του κανονισμού εργασιών της βουλής «1. Η πρόταση των δύο πέμπτων (2/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών με την οποία ζητείται σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. β’ του Συντάγματος η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη.2. Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος.3. Η συζήτηση της πρότασης διεξάγεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως 100 και ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις συνεδριάσεις.4. Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική.5. Η πρόταση εγκρίνεται με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών.6. Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση Βουλευτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος πρέπει να περιέχει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα που θα τεθούν στο λαό και να αναφέρει την προθεσμία μέσα στην οποία θα γίνει η προκήρυξη του δημοψηφίσματος.7. Η παράγραφος 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται και για την απόφαση της Βουλής που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.8. Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος γίνεται με προεδρικό διάταγμα που προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Βουλής.»

[11] Βλ. Αιτιολογική έκθεση του ν. 4023/2011, www.parliament.gr, σ. 3

[12] Βλ. Ο νόμος για τα δημοψηφίσματα, www.e-lawyer.gr

[13] Βλ. την Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής για το ν. 4023/2011, www.parliament.gr, όπου  συναφώς αναφέρεται τόσο για την έννοιες «κρίσιμο εθνικό θέμα» και «σοβαρό κοινωνικό ζήτημα» καθώς την έννοια του «δημοσιονομικού νομοσχεδίο ενόψει της εξάλειψης των ορισμών τους «Παρατηρείται, κατ’ αρχάς, ότι δηµοσιονοµικό δεν είναι κάθε νοµοσχέδιο που συνεπάγεται δηµοσιονοµική επιβάρυνση, δεδοµένου ότι όλα σχεδόν τα νοµοσχέδια έχουν τέτοιες επιπτώσεις. Ως δηµοσιονοµικά νοούνται, εν προκειµένω, τα stricto sensu δηµοσιονοµικά νοµοσχέδια των άρθρων 78-80 του Συντάγµατος, που συνθέτουν το έκτο κεφάλαιο του Γ΄ Τµήµατος του Συντάγµατος, καθώς και όσα έχουν αποκλειστικώς ή προεχόντως δηµοσιονοµικό χαρακτήρα (βλ. Αντ. Παντελή, όπ. π., σελ. 423, Ευ. Βενιζέλο, όπ. π., σελ. 364, Αθ. Ράϊκο, όπ. π., σελ. 309). Περαιτέρω, επισηµαίνεται η εγγενής αοριστία των εννοιών «κρίσιµο εθνικό θέµα» και «ψηφισµένο νοµοσχέδιο που ρυθµίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτηµα», η οποία καθιστά ευρεία τη διακριτική ευχέρεια της Βουλής. Σε κάθε περίπτωση, οι έννοιες δύνανται να τέµνονται, καθώς το κρίσιµο εθνικό θέµα µπορεί να αποτελεί και «σοβαρό κοινωνικό ζήτηµα» ή να ρυθµίζεται µε ψηφισµένο νοµοσχέδιο ή να πρόκειται να ρυθµισθεί νοµοθετικώς (βλ., όµως, και περιοριστική ανάγνωση των εννοιών σε Ευ. Βενιζέλο, όπ. π., σελ. 360).», βλ. σχετικά και Ο νόμος για τα δημοψηφίσματα, www.e-lawyer.gr

[14] Στο άρθρο 16 του ν. 4023/2011 προβλέπεται ότι «3. Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το σαράντα τοις εκατό (40%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους. 4. Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους.»

[15] Παπαδοπούλου Λ., σ. 2

[16] Βενιζέλου Ε., Αγόρευση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 32, 43 και 44 του Συντάγματος, θέση IV. Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, 01.11.2006, προσβάσιμο στο www.evenizelos.gr(πρόσβαση 14.01.2014),όπου ενδεικτικά μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Κατά την ίδια λογική τώρα, της πολιτικής κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης της κοινωνίας, πρέπει να δούμε και το ζήτημα των θεσμών άμεσης δημοκρατίας στη χώρα μας. Είμαστε εξαιρετικά φοβικοί και διστακτικοί στην αξιοποίηση θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Δεν έχει να φοβηθεί σε τίποτα η Βουλή και το αντιπροσωπευτικό σύστημα από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Δεν βλάπτουν τα δημοψηφίσματα και οι θεσμοί λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας… Δεν είναι λογικό να μην έχουμε κάνει ποτέ ούτε ένα δημοψήφισμα ούτε καν για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα, για τίποτα, επί τριάντα δύο χρόνια μεταπολιτευτικού βίου.»

[17] Ο θεσμός της ανάκλησης μπορεί να έχει πολλές μορφές και επί μέρους ρυθμίσεις, π.χ. κατά τον Παντελή με τη λαϊκή ανάκληση που έχει δύο φάσεις, ορισμένος αριθμός εκλογέων μπορεί να προκαλέσει δημοψήφισμα με αντικείμενο την πρόωρη λήξη της θητείας συγκεκριμένου οργάνου ή και ολόκληρης της βουλής, γεγονός που ισοδυναμεί με την διάλυση της, βλ. Παντελή Α., οπ.π, σ. 108-109

[18] Κατά τον Παντελή η δυνατότητα κατάργησης νόμου με δημοψήφισμα ονομάζεται λαϊκή αρνησικυρία, Παντελή Α., Παντελή Α., οπ.π, σ. 107

[19] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 8

[20] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 8-12

[21] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 8, Βενιζέλος Ε.., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου Ι, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 264

[22] Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα, Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη Δημοκρατία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2003,  σ. 77-78

[23] Δημητρόπουλος Α., οπ.π.,  σ. 88-98

[24] Δημητρόπουλος Α., οπ.π.,  σ. 98-110

[25] Βλ. το παράδειγμα των λαϊκών συμβουλίων στη Βενεζουέλα στα πλαίσια μιας ριζοσπαστικής πλην όμως ενταγμένης στην οικονομίας της αγοράς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Εκδόσεις Ξιφαράς, Αθήνα, 2009, σ. 133 επ.

[26] Πολλές ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας εξάλλου απαιτούν συνεχή παρουσία οργάνων και συνεπώς αυτές δεν μπορούν να ασκούνται συστηματικά από το λαό, βλ. Παπαδοπούλου Λ.,οπ.π., σ. 3 και την εκεί παραπομπή σε Σβώλο Α., Συνταγματικόν Δίκαιο, Πυρσός, Αθήνα, 1934, σ. 265

[27] Αθανασιάδου Ο., Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: Σύζευξη ή Σύγκρουση, σε συλλογικό τόμο Μανιτάκης Α. κ.α. (επιμ,), Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας, Σαββάλας, Αθήνα, 2011, σ. 198-217, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 15.01.2015), σ. 14

[28] Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 15

[29] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 13

[30] Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 16

[31] Καστοριάδης Κ., Η ελληνική πόλις και η και η δημιουργία της δημοκρατίας, Χώροι του ανθρώπου, Αθήνα, Ύψιλον, 1995, σ.199

[32] Η διάκριση των εξουσιών είναι η θεωρία εκείνη που διέπει τις σχέσεις μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.. Στην πράξη όμως η διάκριση αυτή στις σύγχρονες δυτικού τύπου δημοκρατίες, στο «ζωντανό σύνταγμα» δεν είναι τόσο ευκρινής, καθώς είναι πρωτεύον ο ρόλος του πρωθυπουργού ή του Προέδρου της Δημοκρατίας (ανάλογα με τον τύπο του πολιτεύματος), ο οποίος ελέγχοντας το κόμμα που τον εξέλεξε, ελέγχει την κοινοβουλευτική ομάδα και κατά συνέπεια το κέντρο βάρους του πολιτεύματος μετατοπίζεται σε αυτόν. βλ. σχετικά Χρυσόγονος Κ., Η «Μεγάλη πορεία» προς την αποθέσμιση, Επίκεντρο, Αθήνα, 2011, σελ. 65

[33] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 15, Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 16

[34] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 20

[35] Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 15-16

[36] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 15, 20

[37] Παντελή Α., οπ.π., σ. 101

[38] Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 14-15

[39] Παντελή Α., οπ.π, σ. 105

[40] Παντελή Α., οπ.π., σ. 110

[41] Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 7-9

[42]Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 21

[43] Τασόπουλου Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2007, σ. 77 επ.

[44] Αθανασιάδου Ο., οπ.π., σ. 17

[45] Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, οπ.π.

[46] Πρβλ. Αλιβιζάτος Ν., οπ.π., σ. 103, Παπαδοπούλου Λ., οπ.π., σ. 21

[47] Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, οπ.π, σ. 83

[48] Βλ. Στούτσκα Π.Ι., Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα, 1992, σ. 141, 181 όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Σε μας ήταν γενικά καθιερωμένο να εξετάζεται το δίκαιο σαν αντεπαναστατικό στοιχείο, σαν κάποια δύναμη αδράνειας που καθυστερεί κάθε επανάσταση…Δεν αρνούμαι τη σημασία που έχει αυτός ο χαρακτηρισμός για το ταξικό δίκαιο της ανατρεπόμενης και απερχόμενης τάξης. Στην πραγματικότητα όμως το νέο δίκαιο γεννιέται πάντα με την επανάσταση και είναι ένα από τα μέσα της οργανωμένης διεξαγωγής κάθε επανάστασης και συγκεκριμένα: για την αναδιοργάνωσητων κοινωνικών σχέσεων προς το συμφέρον της νικήτριας τάξης….Δεν χρειάζεται να μεγαλοποιούμε πολύ τη σημασία του δικαίου και του νόμου σαν επαναστατικών παραγόντων, αλλά ούτε και να μειώνουμε το ρόλο τους»

[49] Βλ. Λένιν Β.Ι. Κράτος και επανάσταση, Άπαντα, τ. 33, σ. 46, 48 «Όπου αναφέρεται ότι «Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί παραμένουν ,μα δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία…»

Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, οπ.π, σ. 83, βλ και την εκεί παραπομπή στο Λένιν ο οποίος αναφέρει ότι «η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αλλά στη μετατροπή των μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών..Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμη και την προλεταριακή δημοκρατία», βλ. Λένιν Β.Ι., Κράτος και Επανάσταση, Άπαντα, τ. 33, σ. 46, 48

[50] Χρύσης Α., Ο Marx της δημοκρατίας, ΚΨΜ, Αθήνα, 2014, σ. 328-329

[51] Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, οπ.π., σ. 83

[52] Χρύσης Α., οπ.π.,, 2014, σ. 296, 302, 316

[53] Βλ. Καλτσώνης Δ., Το Σύνταγμα στη Λενινιστική Σκέψη, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα, 1997, σ. 68-69

[54] Στο σχέδιο όμως συντάγματος για την Κορσική που εκπόνησε ο Ρουσώ διαφαίνεται η κρισιμότητα της ιδιοκτησίας για τον Ρουσώ και η οποία έχει υποστηριχθεί ότι διαμορφώνει ένα ρουσσωικό κολεκτιβισμό και κρατικό σοσιαλισμό, βλ. Rousseau J-J., Σχέδιο Συντάγματος για την Κορσική, (Εισ. Χρύσης Α.), Πολύτροπο, Αθήνα, 2006, σ. 28

[55] Βλ. Λένιν Β.Ι, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128-129, όπου αναφέρεται ότι «ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος χωρίς δημοκρατία με δυο έννοιες: 1.το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία 2.ο νικηφόρος σοσιαλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νίκη του και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην απονέκρωση του κράτους, χωρίς να πραγματοποιήσει στο ακέραιο τη δημοκρατία»

[56] Καλτσώνης Δ. Η έξοδος από την κρίση, συλλογικός τόμος του συλλόγου «Γ. Κορδάτος», Οι ιδιωτικοποιήσεις και η πολιτική εξόδου από την κρίση, Αθήνα, 2013, σελ. 33-61

[57] Βενιζέλου Ε., Αγόρευση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 32, 43 και 44 του Συντάγματος, οπ.π, ,όπου ενδεικτικά μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Δεν έχει να φοβηθεί σε τίποτα η Βουλή και το αντιπροσωπευτικό σύστημα από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Δεν βλάπτουν τα δημοψηφίσματα και οι θεσμοί λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Χρειάζεται αναζωογόνηση και έλεγχο της επαφής της με το εκλογικό σώμα και την κοινωνία η Βουλή και η εκάστοτε κυβέρνηση και η εκάστοτε αντιπολίτευση. Η δημοκρατία πρέπει να γίνει σιγά-σιγά μεταντιπροσωπευτική, πρέπει να κρατήσει τον κορμό των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αλλά πρέπει να προσθέσει στοιχεία που αναζωογονούν τη λειτουργία και εμπεδώνουν τη σχέση της με την κοινωνία και τους πολίτες».

* Δικαστικός Πληρεξούσιος Ν.Σ.Κ., Δ.Ν. – Σύλλογος Μαρξιστικής Σκέψης “Γ. Κορδάτος”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *