27 χρόνια από την κατάρρευση του παλινορθωμένου καπιταλισμού της «ΕΣΣΔ». Το «τέλος της ιστορίας» δεν ήρθε ακόμα

Συμπληρώθηκαν ακριβώς 27 χρόνια από τότε που ο πρώην πρόεδρος της «Σοβιετικής Ενωσης» Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αναγνώρισε επίσημα το τέλος του συστήματος που συνδέθηκε με τις μεγαλύτερες επαναστατικές παραδόσεις της εργατικής τάξης παγκόσμια.

Στις 26 Δεκέμβρη του 1991, η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο κατέβηκε από το Κρεμλίνο και ο Γκορμπατσόφ υπέβαλε την παραίτησή του, παραδίδοντας την εξουσία στον Μπορίς Γέλτσιν. Ο Γέλτσιν ήταν επίσης πριν από μερικά χρόνια μέλος του πολιτικού γραφείου του «ΚΚΣΕ», όμως παραιτήθηκε για να πρωτοστατήσει στην αποκατάσταση ενός καπιταλισμού δυτικού τύπου στην «ΕΣΣΔ». Αυτό ήταν το κύκνειο άσμα της περιβόητης «Περεστρόικα», που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια πριν και κατέληξε στο τέλος της «Σοβιετικής Ενωσης».

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ αποτέλεσε σημείο μεγάλων αντιπαραθέσεων μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, οι οποίες δεν μπορούν να περιοριστούν στα περιορισμένα πλαίσια μιας εφημερίδας [1]. Θα επιχειρήσουμε μόνο μια συνοπτική αναφορά στα όσα διαδραματίστηκαν στην πρώτη χώρα του σοσιαλισμού και στο πώς αυτή μετατράπηκε πρώτα σε μια κρατικο-καπιταλιστική και σοσιαλ-ιμπεριαλιστική οντότητα, για να καταλήξει σε μία κλασικού τύπου ιμπεριαλιστική χώρα με ιδιαίτερη βαρύτητα μέχρι και σήμερα στη διεθνή σκακιέρα.

Μη μπορώντας να κατανοήσουν ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να ανατραπεί από τα «μέσα» (μέχρι τότε ο κίνδυνος της παλινόρθωσης εντοπιζόταν κυρίως στην εξωτερική παρέμβαση), πολλοί κομμουνιστές παγιδεύτηκαν στη λογική της υποστήριξης μιας «Σοβιετικής Ενωσης» που ελάχιστα κοινά είχε με τη Σοβιετική Ενωση των Λένιν και Στάλιν. Ταυτόχρονα, τα κομμουνιστικά κόμματα μετατράπηκαν από οργανώσεις της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης σε πρακτορεία μίας σοσιαλ-ιμπεριαλιστικής πολιτικής που προβοκάρισε όσο κανένας άλλος τα κομμουνιστικά ιδανικά.

Πέρα απ’ αυτούς που αποδέχτηκαν το σοβιετικό σοσιαλ-ιμπεριαλισμό, άλλοι διέγραψαν εξολοκλήρου όλη την επαναστατική ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, η οποία μέσα σε δύο δεκαετίες (το μεσοδιάστημα μεταξύ δύο Παγκόσμιων Πολέμων) κατόρθωσε να πετύχει τόσα πράγματα υπέρ της εργατικής τάξης και της φτωχομεσαίας αγροτιάς που δεν έχουν επιτευχθεί από καμία επαναστατική εξουσία πουθενά στον κόσμο.

Ομως, μια ιστορική αποτίμηση του τι πέτυχε και πώς έχασε η πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση στον κόσμο, θα πρέπει να αποφύγει τις εύκολες απαντήσεις, οι οποίες συνήθως γίνονται χωρίς σοβαρή τεκμηρίωση με γνώμονα τις πολιτικές σκοπιμότητες του καθένα.

Πέτυχε κάτι ο σοσιαλισμός;

Μπορεί σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, πολλοί να αναρωτιούνται αν είχαν αξία όλες οι θυσίες και οι αγώνες που έδωσε η εργατική τάξη, έχοντας στο μυαλό τους τους «σοσιαλισμούς» που κατέρρευσαν (ψευτοκομμουνιστικά καθεστώτα του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ) ή εξακολουθούν να λεκιάζουν αυτό το κοινωνικό σύστημα (όπως ο κινέζικος, ο βορειοκορεάτικος ή ο κουβανέζικος «σοσιαλισμός») ή ακόμα και το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» του Τσάβες στη Βενεζουέλα, που αποδείχτηκε φιάσκο και τώρα καταρρέει, όμως η αλήθεια είναι ότι η διεθνής ακτινοβολία της Σοβιετικής Ενωσης δε θα υπήρχε, αν το προλεταριάτο δεν πετύχαινε τόσα πράγματα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί το χρονικό διάστημα που οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ ζήτημα είναι αν ξεπέρασε τις δύο δεκαετίες ειρηνικής περιόδου. Ομως, αυτές οι δύο δεκαετίες, που μπορεί να φαίνονται σημαντικό χρονικό διάστημα για τη ζωή σε ατομικό επίπεδο, σε ιστορικό επίπεδο αποτελούν ελάχιστο χρόνο, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστούν τα καθήκοντα που είχαν τεθεί.

Οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν ν’ ανορθώσουν μια κατεστραμμένη από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση οικονομία, να οργανώσουν σε εθελοντική συνεταιριστική βάση (και όχι βίαιη, όπως τόσο διαστρεβλωμένα παρουσιάζουν οι θιασώτες της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων) τα διάσπαρτα αγροτικά νοικοκυριά, να εκβιομηχανίσουν τη χώρα για να πετύχουν επάρκεια φτηνών αγαθών, κι όλα αυτά κόντρα στις επιβιώσεις του καπιταλισμού στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ιδιαίτερα των πλατιών μαζών των αγροτών-μικροϊδιοκτητών και την τεράστια δύναμη της συνήθειας που αυτοί κουβαλούσαν, πράγματα που δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν από τη μια στιγμή στην άλλη, κόντρα στην αντίσταση των πλούσιων αγροτών (κουλάκων), που έβλεπαν εχθρικά τους συνεταιρισμούς (κολχόζ), και σε ένα διεθνές κλίμα εχθρότητας από τον καπιταλιστικό περίγυρο, που εκμεταλλευόταν τις όποιες αδυναμίες ή λάθη της νεαρής σοβιετικής δημοκρατίας για να την αφανίσει. Παράλληλα, οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να αναπτύξουν έναν άλλο τρόπο δουλειάς, μέσω της άμιλλας και όχι του ανταγωνισμού.

Αναφέρει ο -δηλωμένος αντισταλινικός- γάλλος συγγραφέας Λουί Αραγκόν στο έργο του «Παράλληλη Ιστορία»: «Το 1946, οι εργάτες και οι τεχνικοί έκαναν πέντε εκατομμύρια προτάσεις, βρίσκοντας παραγωγικότερες μεθόδους εργασίας. Η εξάπλωση του κινήματος της σοσιαλιστικής άμιλλας, που ξαναμπήκε σε εφαρμογή από το Μάιο, ύστερα από πρωτοβουλία των μεταλλουργών του εργοστασίου Κύροβ της Μακέγιεβκα και στην οποία πήραν σε λίγο μέρος τα ανθρακωρυχεία, τα υφαντουργεία, οι μεταφορές, η ελαφρά βιομηχανία, η βιομηχανία αυτοκινήτων, η βιομηχανία πετρελαίου και τροφίμων, οι οικοδόμοι κλπ, δείχνει ότι η σοβιετική δημοκρατία λειτουργούσε σωστά την εποχή εκείνη, παρόλο που είχε δεχτεί καίρια χτυπήματα στον κυβερνητικό μηχανισμό. Το 1946 το 80% των εργατών πήραν μέρος στο κίνημα της σοσιαλιστικής άμιλλας».

Οι εργάτες ωφελήθηκαν από αυτό το κίνημα. Γιατί η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας δεν πήγε στις τσέπες των αφεντικών, αλλά στις δικές τους, αφού το 1952 οι τιμές των τροφίμων και βιομηχανικών προϊόντων ήταν κατά μέσο όρο δύο φορές χαμηλότερες από όσο ήταν το 1947, ενώ το πραγματικό εισόδημα των εργατών και υπαλλήλων ήταν το 1951 κατά 57% μεγαλύτερο από το 1940 και των αγροτών κατά 60%. Το δε δελτίο στα τρόφιμα (που δημιουργούσε ατέλειωτες ουρές στα χρόνια πριν από την κατάρρευση του παλινορθωμένου καπιταλισμού το ’91) είχε καταργηθεί από το Δεκέμβρη του 1947 [3].

Χωρίς την επάρκεια αγαθών, χωρίς την ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων υλικών αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας, κάθε λέξη για σοσιαλισμό είναι κενό γράμμα. Ο σοσιαλισμός δεν είναι μοίρασμα της φτώχειας, όπως εντελώς διαστρεβλωμένα τον παρουσιάζουν οι επικριτές του, αλλά η ικανοποίηση των διαρκώς αυξανόμενων υλικών και πολιτιστικών αναγκών της κοινωνίας, πάνω στη βάση της πιο υψηλής τεχνικής. Οι ηγέτες των μπολσεβίκων το γνώριζαν αυτό και το επεσήμαιναν συνεχώς.

Ο σοσιαλισμός είναι η πρώτη φάση της οικοδόμησης μιας νέας κομμουνιστικής κοινωνίας. Οπως τόνιζε ο Μαρξ, «εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μία κομμουνιστική κοινωνία, επομένως, που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε» [2].

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού

Η κατάρρευση που έγινε το 1991 δεν ήταν η κατάρρευση του σοσιαλισμού. Για όσους δεν θέλησαν να σταθούν στην επιφάνεια των γεγονότων, ο σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ενωση δεν κατέρρευσε το Δεκέμβρη του 1991, αλλά τέσσερις δεκαετίες πριν, όταν στην ηγεσία του ΚΚΣΕ ανέβηκε ο Νικήτα Χρουτσιόφ.

Οι ανατροπές που συντελέστηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, με την άνοδο του Νικήτα Χρουτσιόφ στην εξουσία, έφεραν τα πάνω κάτω στη σοβιετική κοινωνία. Η επίθεση των δυνάμεων που εξέφραζε ο Χρουτσιόφ (η οποία κατά τον Χρουτσιόφ ξεκίνησε ενάντια στο «δικτατορικό» καθεστώς που υποτίθεται ότι επιβλήθηκε από τον «αιμοσταγή» Στάλιν, σύμφωνα με αυτά που αναφέρει στη μυστική έκθεση στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, για την οποία θα μιλήσουμε στο επόμενο φύλλο) επικεντρώθηκε αρχικά στην αγροτική οικονομία. Ηδη, από το Σεπτέμβρη του 1953 η ΚΕ του ΚΚΣΕ αποφάσισε εντελώς τυχοδιωκτικά ν’ αυξήσει μαζικά την καλλιεργήσιμη επιφάνεια ξεχερσώνοντας νέα εδάφη. Τα έξοδα των ξεχερσωμάτων φορτώθηκαν στην πλειοψηφία τους στα κολχόζ (τους συνεταιρισμούς της αγροτιάς, δηλαδή), ενώ το κράτος μείωσε δραματικά τις επενδύσεις του στην αγροτική οικονομία. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα χρόνια 1946-51 επενδύθηκαν 180 δισ. ρούβλια, ποσό που προβλεπόταν να υπερδιπλασιαστεί (380 δισ.) την πενταετία 1951-55. Ξέρετε πόσα επενδύθηκαν στο σύνολο της οικονομίας το 1956-60; Μόλις 100 δισ. ρούβλια [3]!

Το 1956 αποφασίζουν μάλιστα να φορτώσουν στα κολχόζ τα έξοδα για την κατασκευή κτιρίων, λεσχών, παιδικών σταθμών κ.λπ. κάνοντας νέα αφαίμαξη στα οικονομικά τους, ενώ το Μάρτη του 1958 αποφασίζουν να πουλήσουν τα τρακτέρ και τις μηχανές στα κολχόζ, υποστηρίζοντας ότι «τώρα που η πλειοψηφία των κολχόζ είναι σε θέση να προμηθευτεί και να χρησιμοποιήσει σωστά και πιο παραγωγικά τα τρακτέρ, τα κομπάιν και τις άλλες γεωργικές μηχανές, επιβάλλεται να αρχίσει η πούληση των μηχανών αυτών στα κολχόζ»! [4]

Τι σήμαινε αυτό; Ο,τι ακριβώς προειδοποιούσε ο Στάλιν το 1952 στο έργο του «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»: «Μπορούν, άραγε, να σηκώσουν αυτά τα έξοδα τα κολχόζ μας κι αν ακόμα ήταν εκατομμυριούχα; Οχι, δεν μπορούν, γιατί δε βρίσκονται σε θέση να αναλάβουν έξοδα δισεκατομμυρίων, που μπορούν να ξεπληρωθούν μονάχα ύστερα από 6-8 χρόνια. Τα έξοδα αυτά μπορεί να τ’ αναλάβει μονάχα το κράτος, γιατί αυτό και μόνο αυτό είναι σε θέση να σηκώσει πάνω του τις ζημιές από την εκτόπιση των παλιών μηχανών και την αντικατάσταση τους από νέες, γιατί αυτό και μόνο αυτό είναι σε θέση να αντέξει αυτές τις ζημιές επί 6 ως 8 χρόνια, με σκοπό να βγάλει τα έξοδα του στο τέλος αυτού του χρονικού διαστήματος. Τι σημαίνει ύστερα από όλα αυτά το να ζητάμε να πουληθούν οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί στα κολχόζ, σαν ιδιοκτησία τους; Αυτό σημαίνει, να οδηγήσουμε τα κολχόζ σε μεγάλες ζημιές και να τα καταστρέψουμε, να υπονομεύσουμε την εκμηχάνιση της αγροτικής οικονομίας, να κατεβάσουμε τους ρυθμούς της κολχόζνικης παραγωγής». [5]

Στο ίδιο έργο, αναφέρονταν ακόμα πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα που θα είχε μια τέτοια πολιτική: «Το αποτέλεσμα θα ήταν, πρώτα-πρώτα, ότι τα κολχόζ θα γίνονταν ιδιοκτήτες των βασικών εργαλείων παραγωγής, θα καταλήγανε, δηλαδή, να βρίσκονται σε μια ιδιότυπη κατάσταση, στην οποία δε βρίσκεται καμιά επιχείρηση στη χώρα μας, γιατί, όπως είναι γνωστό, ακόμα κι οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις δεν είναι σ’ εμάς ιδιοκτήτες των εργαλείων παραγωγής… Μπορούμε, άραγε, να πούμε ότι μια τέτοια κατάσταση θα συντελούσε στην ανύψωση της κολχόζνικης ιδιοκτησίας μέχρι το επίπεδο της κοινωνικής ιδιοκτησίας, ότι θα επιτάχυνε το πέρασμα της κοινωνίας μας από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό; Δε θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε μονάχα να απομακρύνει την κολχόζνικη ιδιοκτησία από την κοινωνική ιδιοκτησία κι ότι θα οδηγούσε όχι στο πλησίασμα προς τον κομμουνισμό, αλλά αντίθετα στην απομάκρυνση απ’ αυτόν;» [5] (οι εμφάσεις δικές μας).

Η ζωή έδειξε πόσο δίκιο είχε ο Στάλιν σε αυτές τις επισημάνσεις. Τα οικονομικά αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1952 η παραγωγή σταριού ήταν 131 εκατ. τόνους, ενώ στα χρόνια 1956-60 κατά μέσο όρο 121.5 και το 1961-65 έφτασε τα 130.2 κι ας υποσχόταν η κλίκα Χρουτσιόφ ότι το 1960 η παραγωγή σταριού θα έφτανε τους 180 εκ. τόνους! Αντί γι’ αυτό, το 1965 δεν είχαν πιάσει ούτε την παραγωγή του 1952! [3]

Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε η κλίκα Χρουτσιόφ και στη βιομηχανία. Μείωσαν τις επενδύσεις στις ακριτικές δημοκρατίες για να εξοικονομήσουν λεφτά για το κυνηγητό των εξοπλισμών και αναγόρευσαν το υλικό κίνητρο σε βασικό μοχλό για την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, αποβλέποντας στο άνοιγμα της ψαλίδας των μισθών ανάμεσα σε διευθυντικά στελέχη και τους εργαζόμενους. Η σοσιαλιστική άμιλλα, η κομμουνιστική ηθική, η κριτική και αυτοκριτική θεωρούνταν… ξεπερασμένες! Τα κεφάλαια αρχίζουν να πηγαίνουν στην πολεμική και την ελαφριά βιομηχανία, που δίνουν εύκολο και γρήγορο κέρδος. Την ίδια στιγμή, ο Χρουτσιόφ διακήρυσσε ότι η ΕΣΣΔ βαδίζει προς την πλέρια οικοδόμηση του… κομμουνισμού! Τα αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής στοίχισαν στον Χρουτσιόφ τη θέση του, ενώ το 23ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Μάρτη του 1965, παραδέχτηκε ότι «δεν μπορέσαμε να εκπληρώσουμε τα καθήκοντα του εφτάχρονου σχεδίου σε μερικούς σπουδαίους δείκτες» και ότι «τα τελευταία χρόνια άρχισαν να εκδηλώνονται ορισμένα αρνητικά φαινόμενα, όπως είναι η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας». [6]

Η αποδοχή της οικονομικής αποτυχίας από την άποψη των δεικτών ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, που χρεώθηκε στον Χρουτσιόφ από τον Μπρέζνιεφ, δεν έγινε για να διορθωθεί ο ολισθηρός δρόμος προς τον καπιταλισμό, που είχε πάρει η Σοβιετική Ενωση, αλλά για να συνεχιστεί και να εδραιωθεί αυτή η πορεία, υπό την κλίκα Μπρέζνιεφ αυτή τη φορά, μετατρέποντας την Σοβιετική Ενωση σε μια χώρα όχι μόνο κρατικο-καπιταλιστική αλλά σοσιαλ-ιμπεριαλιστική.

Στο επόμενο: Οι αντιθέσεις στο σοσιαλισμό και η παλινόρθωση του καπιταλισμού μέσω της «αποσταλινοποίησης» από τον Νικήτα Χρουτσιόφ.

Παραπομπές:

  1. Ανάλυση για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ έγινε στις αρχές του 1990 από τον σ. Γεράσιμο Λιόντο, στο περιοδικό Μαρξιστική Λενινιστική Επιθεώρηση (ΜΑΛΕΠ) της Μ-Λ Οργάνωσης ΣΑΚΕ, σε σειρά άρθρων με τίτλο «Σοσιαλιστική οικοδόμηση και καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ». Επίσης, στη μπροσούρα της ίδιας οργάνωσης με τίτλο «Περεστρόικα – Η ανώτατη φάση του παλινορθωμένου καπιταλισμού» (εκδόσεις «Οχτώβρης», Σεπτ. 1988). Το υλικό αυτό υπάρχει στα γραφεία της «Κόντρας» για όποιον ενδιαφέρεται.
  2. Καρλ Μαρξ, «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα – Παρατηρήσεις στο πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος».
  3. Για περισσότερα στοιχεία βλ. «Περεστρόικα – Η ανώτατη φάση του παλινορθωμένου καπιταλισμού».
  4. Απόσπασμα από την Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ το Μάρτη του 1953 – Νέος Κόσμος 3/1958.
  5. Ι.Β. Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», 1952.
  6. «23ο συνέδριο του ΚΚΣΕ», σελ. 51.

***

Το «τέλος της ιστορίας» δεν ήρθε ακόμα (2)

Με αφορμή τα 27 χρόνια από την κατάρρευση της «ΕΣΣΔ» και της επανεμφάνισης του καπιταλισμού δυτικού τύπου στην πρώην χώρα των Σοβιέτ, στο προηγούμενο φύλλο αναφερθήκαμε στη διαδικασία παλινόρθωσης του καπιταλισμού, που ξεκίνησε τέσσερις δεκαετίες πριν από την αυτοδιάλυσή της.

Το γεγονός αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο στην Ιστορία. Ωστόσο, ο ίδιος ο Στάλιν, στα «Oικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο της μετατροπής των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων που υπάρχουν στη σοσιαλιστική κοινωνία σε ανταγωνιστικές, δηλαδή σε αντιθέσεις που λύνονται μόνο με την ένοπλη σύγκρουση, σε περίπτωση λαθεμένης πολιτικής των καθοδηγητικών οργάνων. Φυσικά, δε θα μπορούσε να είναι «κοινωνικός μάντης», προβλέποντας πράγματα που δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ στο παρελθόν, ωστόσο ο Στάλιν και οι σοβιετικοί κομμουνιστές γνώριζαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μία κοινωνία ταξικής πάλης, γεμάτη αντιθέσεις που θα πρέπει να λυθούν.

Υπάρχουν αντιθέσεις στο σοσιαλισμό;

Μακριά από τις θεοκρατικού τύπου προσεγγίσεις που εξιδανικεύουν το σοσιαλισμό, θεωρώντας τον σαν μία κοινωνία χωρίς αντιθέσεις, οι μπολσεβίκοι γνώριζαν ότι οι αντιθέσεις στο σοσιαλισμό υπάρχουν. Μπορεί οι αντιθέσεις αυτές να μην είναι ανταγωνιστικού τύπου, η πιθανότητα όμως να μετατραπούν σε τέτοιες υπάρχει καθ’ όλη την περίοδο της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Πάνω σ’ αυτό το θέμα, θα θέλαμε επιγραμματικά να αναφέρουμε τα εξής:

1 Ταξικές αντιθέσεις υπήρξαν στη Σοβιετική Ενωση ανάμεσα στους εργάτες, τους αγρότες και τη σοσιαλιστική διανόηση. Ιδιαίτερα οι αντιθέσεις της διανόησης με την εργατική τάξη και την αγροτιά, που βασίζονταν στην αντίθεση διανοητικής – σωματικής εργασίας, δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν… με διατάγματα, αλλά μόνο μέσα από την πλατιά άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του λαού, στη βάση της ολόπλευρης ικανοποίησης των υλικών αναγκών του. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, πόσο εύκολο ήταν να συμβεί αυτό στη Σοβιετική Ενωση μετά από έναν αιματηρό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μπορεί η Σοβιετική Ενωση να βγήκε νικήτρια, ο πόλεμος όμως καθυστέρησε σημαντικά την υλική ανάπτυξη της κοινωνίας, η οποία είχε αρχίσει να επιτελείται τις δεκαετίες του ’20 και του ‘30.

2 Στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν μπορεί να εξαφανιστεί ο γραφειοκρατισμός [1], γιατί αυτός γεννιέται ακόμα και στο έδαφός της. Αυτό συμβαίνει γιατί εξακολουθούν να υφίστανται κράτος και τάξεις, μέχρι που η ανάπτυξή της θα κατορθώσει να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που να επιτρέπει τέτοια αφθονία προϊόντων, ώστε πάνω στη βάση της να αναπτυχθεί πλέρια το πολιτιστικό επίπεδο των πλατιών λαϊκών μαζών, να μειωθεί επαρκώς ο χρόνος εργασίας και ν’ ανέβει το επίπεδό τους σε τέτοιο σημείο που να καταπιάνονται με τη διοίκηση των κρατικών υποθέσεων και να μην την αναθέτουν στην ηγεσία.

3 Στη σοσιαλιστική κοινωνία εξακολουθεί να υφίσταται η εμπορευματική κυκλοφορία (και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά), που όμως είναι ασυμβίβαστη με την προοπτική του περάσματος από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό [2]. Η εμπορευματική κυκλοφορία, βέβαια, δεν αναπτύσσεται άναρχα, όπως στον καπιταλισμό, αλλά σχεδιασμένα, όμως υφίσταται, και αν υποχωρήσει ο κεντρικός σχεδιασμός χάριν της… «αυτοτέλειας» των παραγωγών ή αν ο νόμος της αξίας αποκτήσει ρυθμιστικό χαρακτήρα στην παραγωγή (δηλαδή η παραγωγή των εμπορευμάτων γίνεται βάσει της παραγωγικότητάς τους κι όχι βάσει της απαίτησης για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας), ο κίνδυνος σοβαρής οπισθοδρόμησης είναι απόλυτα υπαρκτός.

4 Η αντίθεση πόλης-χωριού αποτελεί μία αντίθεση που θέλει χρόνο και πολλή δουλειά για να αρθεί, έτσι ώστε το «χωριό» να φτάσει την «πόλη». Ουσιαστικά πρόκειται για αντίθεση μεταξύ σοσιαλιστικής βιομηχανίας και αγροτικής οικονομίας. Αυτή η αντίθεση στη Σοβιετική Ενωση τροφοδοτούνταν από το γεγονός ότι στη βιομηχανία υπήρχε κοινωνική ιδιοκτησία, ενώ στην αγροτική οικονομία ομαδική, κολχόζνικη οικονομία. Η τελευταία οδηγούσε στη διατήρηση της εμπορευματικής κυκλοφορίας, που όπως αναφέραμε παραπάνω είναι ασύμβατη με το πέρασμα στον κομμουνισμό.

5 Η καθυστέρηση στην εξέλιξη της συνείδησης των ανθρώπων, με τις επιβιώσεις της αστικής ιδεολογίας, και οι δυσκολίες στο να γίνει συνήθεια μια διαφορετική στάση απέναντι στη δουλειά και να επιτευχθεί συνειδητή πειθαρχία απέναντί της προς όφελος της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, κόντρα στις προεπαναστατικές αντιλήψεις του ατομικού οφέλους, που είναι φυσικό να υπάρχουν στον καπιταλισμό αλλά απαράδεκτο στο σοσιαλισμό, είναι εμπόδια που πρέπει να αντιμετωπίσει η σοσιαλιστική κοινωνία.

Οι αντιθέσεις αυτές δεν ξεπερνιούνται εύκολα. Χρειάζεται διαρκής αγώνας και αμείλικτη πάλη ενάντια στις επιβιώσεις του καπιταλισμού στις συνειδήσεις των ανθρώπων, παλλαϊκή καταγραφή και έλεγχος των παραγόμενων προϊόντων και της εργασίας. Σ’ αυτόν τον τομέα έγιναν πολλά, όμως η προσπάθεια που έγινε δεν μπόρεσε να αποτρέψει την παλινόρθωση του καπιταλισμού από μία μερίδα του κομματικού μηχανισμού, που λειτούργησε καταλυτικά στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ιδιότυπου καπιταλιστικού καθεστώτος. Σοσιαλιστικού στα λόγια και τη μορφή, καπιταλιστικού στην ουσία, με τους καπιταλιστές στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό να καρπώνονται την υπεραξία των εργατών. Αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Η μορφή έπρεπε να αντιστοιχηθεί στο περιεχόμενο. Κι αυτό ήταν που έγινε το Δεκέμβρη του 1991, όταν το καθεστώς κατέρρευσε με πάταγο.

Οι «εκκαθαρίσεις» και η «μυστική έκθεση» Χρουτσιόφ

Πριν μιλήσουμε για τον ψεύτικο σοσιαλισμό, που παρουσιαζόταν εντελώς προβοκατόρικα σαν κομμουνιστικό καθεστώς μετά τη δεκαετία του ΄50, θα θέλαμε να σημειώσουμε μερικά πράγματα γι’ αυτά που λέγονται και γράφονται για τις «μαύρες» δεκαετίες του ’20 και του ’30, που η «σταλινική γραφειοκρατία» έκανε «μαζικές εκκαθαρίσεις», τις οποίες σήμερα τις εξισώνουν με τις εκκαθαρίσεις που έκαναν οι ναζιφασίστες κατακτητές στις χώρες που υποδούλωσαν. Πρόκειται για την προσπάθεια να ξαναγραφτεί η Ιστορία και να εξισωθεί ο φασισμός με τον κομμουνισμό.

Το φαινομενικά παράδοξο ήταν ότι η ιστορία για τις καταγγελίες κατά των «σταλινικών εκκαθαρίσεων» δεν ξεκίνησε τόσο απ’ έξω όσο από μέσα. Πρόκειται για τη μυστική έκθεση του Νικήτα Χρουτσιόφ που εκφωνήθηκε την τελευταία μέρα των εργασιών του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Οπως μας πληροφορεί ο πρόλογος της ελληνικής έκδοσης της έκθεσης[3], αυτή εκφωνήθηκε σε κλειστή σύνοδο, την οποία δεν παρακολούθησαν ούτε οι αντιπροσωπείες των αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων που παρακολουθούσαν το συνέδριο! Η έκθεση δε δημοσιεύτηκε ποτέ στη Σοβιετική Ενωση μέχρι το 1989 και έγινε γνωστή μόνο από διαρροές σε δυτικά ΜΜΕ! Η έκθεση δόθηκε μόνο στους πρώτους γραμματείς των αδελφών κομμάτων, μόνο για να την διαβάσουν, με την υποχρέωση να την επιστρέψουν! Γιατί τόσος φόβος να κρατηθεί κρυφό όλο το υλικό με το οποίο ο Χρουτσιόφ υποτίθεται ότι ξεσκέπαζε όχι τόσο την προσωπολατρία όσο τον Στάλιν, που εμφανίζεται σαν παρανοϊκός δικτάτορας; Γιατί αρνήθηκαν να δώσουν το γραπτό κείμενο παρά μόνο την διάβασαν; Μήπως φοβόντουσαν ότι το γραπτό κείμενο μπορεί να ελεγχθεί καλύτερα; Ως γνωστόν, τα γραπτά μένουν.

Οταν ο Στάλιν (και οι σοβιετικοί κομμουνιστές) έκαναν τη δεκαετία του ’20 αμείλικτη πάλη ενάντια στη δεξιά και την «αριστερή» αντιπολίτευση, σε ιστορικά στελέχη όπως ο Μπουχάριν, ο Κάμενεφ και ο Ζηνόβιεφ, πάλη την οποία δεν τόλμησε να κριτικάρει ο Χρουτσιόφ στην έκθεσή του, όλα ήταν ανοιχτά και καθαρά. Ο ίδιος ο Στάλιν, μάλιστα, κατέκρινε όσους ζητούσαν διώξεις, γιατί επέμενε στην ιδεολογικοπολιτική νίκη επί της δεξιάς και «αριστερής» αντιπολίτευσης. Οι όποιες διώξεις έγιναν αργότερα, δεν έγιναν επειδή υπήρχαν κάποιες διαφωνίες, αλλά επειδή τη δεκαετία του ΄30 έγινε έντονη ταξική πάλη με τους κουλάκους (πλούσιους αγρότες), που αντιδρούσαν επίσης βίαια στη διαδικασία κολλεκτιβοποίησης της αγροτικής παραγωγής.

Οι περιβόητες δίκες της Μόσχας κατά του αντισοβιετικού κέντρου, που δολοφόνησε τον στενό συνεργάτη του Στάλιν, Κίροφ, έγιναν ανοιχτών των θυρών, με ραδιοφωνική μετάδοση και με διπλωμάτες των δυτικών χωρών να τις παρακολουθούν από το ακροατήριο. Αυτοί που κατηγορήθηκαν (Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν κ.ά.) είχαν από πολύ καιρό υιοθετήσει απόψεις που οδηγούσαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Οι ίδιοι καταδικάστηκαν όχι για τις απόψεις τους αλλά για τη δράση τους, την οποία αναγκάστηκαν να παραδεχτούν στο δικαστήριο. Για όσους υποστηρίξουν ότι αυτό ήταν προϊόν βασανιστηρίων, θα τους αντιτείνουμε ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήταν τίποτα πρωτάρηδες (παλιά στελέχη ήταν, με εμπειρία στην ταξική πάλη) και αν είχαν ανάστημα θα μπορούσαν να το σηκώσουν στα δικαστήρια και να κάνουν σκόνη τους κατηγόρους τους, όπως έκανε ο σταλινικός Διμιτρόφ απέναντι στους ναζιστές διώκτες του. Δεν το έκαναν όμως.

Αντίθετα, ο Χρουτσιόφ κράτησε μυστική την έκθεσή του, στην οποία λέει τερατώδη πράγματα για τον Στάλιν. Οτι έδινε εντολές για βασανιστήρια, ότι εξόντωνε τους πολιτικούς του αντιπάλους μόνο και μόνο επειδή σε κάποιο θέμα διαφωνούσαν μαζί του, ότι αδιαφορούσε για τις χιλιάδες στημένες καταδίκες κομμουνιστών που οδηγούνταν σε εκτέλεση από την αστυνομία του Μπέρια, ότι έκανε κρατική πολιτική από το γραφείο του, ότι δεν ταξίδευε πουθενά και δεν είχε επαφή με τους σοβιετικούς ανθρώπους παρά μόνο μέσα από τα φίλμ (!), ότι εκτέλεσε το 70% των μελών της ΚΕ του μπολσεβίκικου κόμματος που εκλέχτηκαν από το 17ο συνέδριο (!) και πάνω από τους μισούς από τους αντιπροσώπους που παραβρέθηκαν σ’ αυτό αλλά δεν ανήκαν στην ΚΕ, ότι έκανε τεράστιες γκάφες στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, που οδήγησαν στο θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού (!) και ότι άφησε απροετοίμαστη τη χώρα μπροστά στη ναζιστική επίθεση. Το τελευταίο ήταν το απαραίτητο «κερασάκι» για να δικαιολογηθεί η μετέπειτα στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, κάτι που δε γινόταν την εποχή του Στάλιν, γιατί θεωρούνταν κρίσιμη η οικοδόμηση της βαριάς βιομηχανίας και η οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Είναι απορίας άξιο, αν έγιναν όλα αυτά που αναφέρει ο Χρουτσιόφ στην έκθεσή του, πώς μπόρεσε και νίκησε η Σοβιετική Ενωση το ναζιστή εισβολέα; Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ηθικοπολιτική ενότητα σε ένα τόσο δικτατορικό σύστημα που ήταν τόσο αδίστακτο και αιμοσταγές ώστε να έστελνε μαζικά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα εκτελεστικά αποσπάσματα ακόμα και τους φανατικότερους υποστηρικτές του (τα μέλη του ίδιου του κόμματος που κυβερνούσε);

Φυσικά, δεν είναι δυνατόν μέσα στο πλαίσιο αυτού του αφιερώματος να ανασκευάσουμε όλα όσα αναφέρει η έκθεση αυτή. Αυτό απαιτεί ιστορική έρευνα που ξεφεύγει από τους σκοπούς αυτού του άρθρου. Δεν είναι δυνατόν όμως να πιστέψουμε τέτοια τερατώδη ψέματα, όπως οι μαζικές εκτελέσεις των αντιπροσώπων του κόμματος που συμμετείχαν στο 17ο συνέδριο που έγινε το 1934. Δηλαδή, θέλουν να πιστέψουμε ότι εξοντώθηκαν στελέχη του κόμματος που στήριξαν τη σταλινική καθοδήγηση ενάντια στην δεξιά και «αριστερή» αντιπολίτευση, σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά το συνέδριο (το 1937-38 υποτίθεται ότι έγιναν οι διώξεις), ενώ οι Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν και σία αφέθηκαν να δρουν για πάνω από δέκα χρόνια (από το 1925 είχε αρχίσει να σχηματίζεται ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, πρώτα με την «αριστερή» αντιπολίτευση και το 1929 με την δεξιά) με απόψεις κατά των φτωχομεσαίων αγροτών (οι οποίοι σύμφωνα με την τροτσκιστική άποψη ήταν εχθροί), για ενσωμάτωση των πλούσιων αγροτών (κουλάκων) στο σοσιαλισμό και πλέρια ελευθερία του ιδιωτικού εμπορίου (αυτά υποστήριζε ο Μπουχάριν)! Και ο Στάλιν, παρά τις διαφωνίες τους, όχι μόνο δεν ζητούσε να φυλακιστούν, αλλά τους έδωσε την δυνατότητα να παραμείνουν στο κόμμα![4] Δεν αντιφάσκει αυτό με τα αναγραφόμενα στη μυστική έκθεση του Χρουτσιόφ;

Φυσικά και δεν ισχυριζόμαστε ότι ό,τι έγινε στην εποχή του Στάλιν ήταν απόλυτα σωστό και τέλειο. Τα όποια λάθη όμως ήταν λάθη ανάπτυξης μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την κατάργηση της εκμετάλλευσης και όχι μιας κοινωνίας σάπιας και εκμεταλλευτικής όπως οι καπιταλιστικές. Ηταν, άλλωστε, μια εποχή που η Σοβιετική Ενωση βαλλόταν από παντού και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα έπρεπε ή να προχωρήσει μπροστά ή να τη συνθλίψουν, πράγμα που επιχείρησαν να το κάνουν οι Ναζί (με την κρυφή ικανοποίηση όλης της καπιταλιστικής Δύσης) με την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε μία τέτοια εποχή δεν είναι δυνατόν να μην γίνουν και λάθη, να μην καταδικαστούν ακόμα και αθώοι. Από τη στιγμή που υπάρχει Δίκαιο, δικαστήρια και φυλακές, πράγματα που επιβάλλονται όσο εξακολουθεί να υπάρχει ταξική πάλη και τάξεις, όσο δηλαδή εξακολουθεί να υπάρχει κρατικός μηχανισμός και αντίσταση των πρώην εκμεταλλευτριών τάξεων που δεν χάνουν αυτόματα τη δύναμή τους μετά από την επανάσταση, τα όποια λάθη δεν μπορούν να αποφευχθούν. Αυτό όμως είναι άλλο πράγμα από αυτά που παρουσίασε ο Χρουτσιόφ στην έκθεσή του, η οποία αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο στα καπιταλιστικά κράτη για την κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού, επιβεβαιώνοντας την κατηγορία περί «σιδηρού παραπετάσματος».

Η μυστική έκθεση Χρουστσόφ δεν είχε ως στόχο τον Στάλιν ως πρόσωπο, αλλά ολόκληρη την μέχρι τότε πορεία του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Ο Χρουτσιόφ έδρασε για λογαριασμό του τμήματος της σοσιαλιστικής διανόησης της σοβιετικής κοινωνίας που ήθελε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αυτό δεν άργησε να φανεί τα επόμενα χρόνια, όταν η ΕΣΣΔ μετατράπηκε σε μια σοσιαλ-ιμπεριαλιστική χώρα με κρατικό καπιταλιστικό χαρακτήρα σε «σοσιαλιστικό» μανδύα.

Ο «σοβιετικός» σοσιαλ-ιμπεριαλισμός

Δεν χρειάστηκαν ούτε δεκαετία ο Χρουτσιόφ και οι επίγονοί του για να οδηγήσουν τη σοβιετική οικονομία στο δρόμο της χρεοκοπίας. Οι προβλέψεις του περιβόητου επτάχρονου σχεδίου, με το οποίο υποτίθεται ότι θα προχωρούσε η οικοδόμηση του… κομμουνισμού, έπεσαν έξω. Ταυτόχρονα, η υποτίμηση του ρουβλιού το 1961 έκανε σκόνη την πρόβλεψη για μέσο μηνιάτικο μισθό τα 600 ρούβλια το 1965. Εικοσιπέντε χρόνια μετά, ο μέσος μηνιαίος μισθός έπεσε στα 200 ρούβλια![5]

Οι ώρες εργασίας αυξήθηκαν. Ενώ το 1953 βάδιζαν προς το 36ωρο και το 30ωρο, το 1965 το βδομαδιάτικο ωράριο ανέβηκε στις 48 ώρες και το 1966 αποφάσισαν να τις μειώσουν στο 5ήμερο – 41ωρο[5].

Προκειμένου να γλιτώσει τα προβλήματα στο εσωτερικό, το «σοβιετικό» κρατικο-καπιταλιστικό καθεστώς έσπευσε να καλύψει την ανεργία με την επιδότηση θέσεων εργασίας. Αυτό ξεκίνησε από το 1965. Το 1987, σε άρθρο του στο Νόβι Μιρ (Νέοι Καιροί), ο «σοβιετικός» οικονομολόγος Ν. Σμελιόφ υπολόγισε το «πλεονάζον» εργατικό δυναμικό που περιπλανιόνταν από επιχείρηση σε επιχείρηση για να βρει καλύτερες συνθήκες δουλειάς σε 3% (ή τέσσερα εκατομμύρια άτομα). Το υπόλοιπο προσωπικό, το οποίο ο Σμελιόφ το ανέβαζε στο ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία, έμενε στη θέση του μόνο και μόνο χάρη στην επιδότηση, αφού θεωρούνταν κι αυτό «πλεονάζον» αλλά ουδείς τολμούσε να κάνει τότε μαζικές απολύσεις.[5]

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άρχισε και η αυξημένη διείσδυση των ξένων μονοπωλιακών εταιριών (Fiat, Pepsico κ.ά.) στην εσωτερική «σοβιετική» αγορά, με τη δυνατότητα δημιουργίας μεικτών εταιριών στις οποίες οι ξένες εταιρίες είχαν τη δυνατότητα να κατέχουν μέχρι και το 49% της επιχείρησης. Και βέβαια, αυτές οι επιχειρήσεις έχαιραν φορολογικών διευκολύνσεων. Το γεγονός ότι αυτό δεν «περπάτησε» και πολύ (κυρίως λόγω του ότι δεν υπήρχε ελεύθερη μετατρεψιμότητα του ρουβλιού, που θα τους επέτρεπε να βγάλουν μεγαλύτερα κέρδη στο εξωτερικό), δεν αναιρεί τη σημασία του ως παράγοντα αποτυχίας του κρατικοκαπιταλιστικού μοντέλου και υποχώρησης προς το δυτικό καπιταλισμό. Οι υποστηρικτές του επικαλούνταν την ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), που εφαρμόστηκε όμως τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας για να αναστηλώσει την κατεστραμμένη από τον πόλεμο οικονομία και όχι σε μία κοινωνία που υποτίθεται ότι βάδιζε στην ολοκλήρωση του κομμουνισμού!

Ταυτόχρονα, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Αυτό που ο «αιμοσταγής» Στάλιν αρνούνταν να κάνει (γι’ αυτό και δέχτηκε τα πυρά του Χρουτσιόφ ότι δήθεν άφησε τη Σοβιετική Ενωση απροστάτευτη από τους ναζιφασίστες εισβολείς), δηλαδή να στρατιωτικοποιήσει την οικονομία, το έκαναν οι ηγέτες του παλινορθωμένου καπιταλισμού και δεν ντρέπονταν να το διατυμπανίζουν. Σε σύγγραμμα ομάδας σοβιετικών αξιωματικών υπό τη διεύθυνση του στρατάρχη Β. Σοκολόφσκι, που εκδόθηκε στη Μόσχα το 1962[6], αναφέρεται επί λέξει: «Η χώρα εξ’ άλλου πρέπει να είναι σε κάθε στιγμή έτοιμη για προσαρμογή της οικονομίας σε πολεμικό πρόγραμμα σε περίπτωση πολέμου. Για το σκοπό αυτό η οικονομική οργάνωση της χώρας προσαρμόζεται συνήθως μέχρις ένα βαθμό στην κατεύθυνση της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας». Αυτή η στρατιωτικοποίηση έφτασε στο σημείο η ΕΣΣΔ να αποκτήσει υπεροχή στα πυρηνικά όπλα από τη Δύση και οι στρατιωτικές δαπάνες να εκτιναχτούν, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης μεταξύ 1960 και 1974 10%-12%! Ξεκίνησαν οι εισβολές σε άλλες χώρες, πρώτα στην Ουγγαρία (1956) και στη συνέχεια στην Τσεχοσλοβακία (1968) και το Αφγανιστάν (1980). Η «σοβιετική» εξωτερική πολιτική αγκάλιασε καθεστώτα που προέκυψαν από στρατιωτικά πραξικοπήματα, όπως η Αιθιοπία του Μεγκίστου και το Αφγανιστάν, όπου ο ένας «φιλοσοβιετικός» ηγέτης έτρωγε τον άλλο στη μάχη για την εξουσία[7]. Αυτές ήταν οι χώρες του λεγόμενου «μη καπιταλιστικού» προσανατολισμού, που οι μπρεζνιεφικοί βάφτισαν έτσι για να τις εντάξουν στο δικό τους στρατόπεδο.

Αυτή η σαπίλα δε μπορούσε να παρουσιάζεται για πολύ σαν «κομμουνισμός». Το απόστημα έσπασε και ήρθε η ώρα να αντιστοιχηθεί και η μορφή στο καπιταλιστικό της περιεχόμενο. Ο «σοβιετικός» σοσιαλ-ιμπεριαλισμός έγινε απλά ένας ακόμα ιμπεριαλισμός, το ίδιο επιθετικός και αδίστακτος με τους αντιπάλους του. Δυστυχώς, όμως, η ζημιά που επί τέσσερις δεκαετίες προκάλεσε στο κομμουνιστικό όραμα των πλατιών λαϊκών μαζών ήταν καταλυτική και έχει μέχρι και σήμερα αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της.

Ομως, το τέλος της Ιστορίας, που προέβλεπαν πανηγυρίζοντας οι Δυτικοί, χρησιμοποιώντας τον τίτλο από βιβλίο κάποιου Φουκουγιάμα, δεν έχει έρθει ακόμα. Κι αυτό γιατί ο καπιταλισμός δημιουργεί ο ίδιος τους νεκροθάφτες του, όσο κι αν σήμερα φαντάζει ανίκητος. Οι νεκροθάφτες αυτοί είναι οι σύγχρονοι προλετάριοι που όσο αυξάνεται ο παγκόσμιος πλούτος τόσο ωθούνται όλο και πιο μαζικά στη δυστυχία και την ανέχεια. Αν πάψουμε να βλέπουμε στατικά τα πράγματα, θα φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι η καπιταλιστική «παντοδυναμία» είναι μύθος.

Αλλοτε, το φάντασμα του κομμουνισμού πλανιόταν πάνω από την ανθρωπότητα. Αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, τότε θα πρέπει να βοηθήσουμε ώστε το φάντασμα αυτό να ξαναφανεί, όχι όμως με τις κουρελιασμένες σημαίες των ψευτοκομμουνιστών, αλλά με ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο που θα αποτελέσει πηγή αισιοδοξίας και αγώνα για τους λαούς που συνθλίβονται από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Παραπομπές:

1 Μπορεί τώρα όλοι να κατηγορούν τον Στάλιν για γραφειοκράτη, όμως ήταν ο ίδιος που επεσήμανε ότι «η πάλη ενάντια στα στοιχεία της γραφειοκρατίας είναι απαραίτητη και ότι θα αντιμετωπίζουμε το καθήκον διαρκώς, όσο θα υπάρχει στη χώρα μας κρατική εξουσία, όσο θα υπάρχουν τάξεις» (Στάλιν, Πολιτική λογοδοσία της Κ.Ε. στο 15ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, Απαντα, τόμος 10, σελ. 358). Αυτή δεν είναι η μόνη αναφορά. Μέσα στο έργο του υπάρχει πληθώρα αναφορών κατά των «κομμουνιστών» που διευθύνουν από το γραφείο τους και υπέρ της μαζικής κριτικής από τα κάτω (βλ. ενδεικτικά στα Απαντα: τόμος 11, σελ. 32-46 και 81-84, τόμος 12, σελ. 220-227), όπως οι παρακάτω: «Εδώ σύντροφοι πρόκειται για τους νέους γραφειοκράτες, πρόκειται για τους γραφειοκράτες που συμπαθούν τη Σοβιετική εξουσία, τέλος πρόκειται για τους κομμουνιστές γραφειοκράτες. Ο κομμουνιστής γραφειοκράτης είναι ο πιο επικίνδυνος τύπος γραφειοκράτη. Γιατί; Γιατί καμουφλάρει τη γραφειοκρατεία του με τον τίτλο του κομματικού μέλους. Και τέτοιους κομμουνιστές γραφειοκράτες, δυστυχώς, δεν έχουμε λίγους» (Στάλιν, Λόγος στο 8ο συνέδριο της ΠΑΚΟΝ – Λενινιστικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης Νεολαίας, 16.5.1928, Απαντα, τόμος 11, σελ.81). «Πρέπει να ξέρετε πως κάποτε οι εργάτες δεν τολμούν να πουν την αλήθεια για τις ελλείψεις της δουλειάς μας. Δεν τολμούν, όχι μόνο γιατί μπορεί να τους βρει “κανένας μπελάς”, μα και γιατί μπορεί να “τους ειρωνευτούν” για την ατέλεια της κριτικής τους… Αν απαιτήσετε από αυτούς μία εκατό τα εκατό σωστή κριτική, θα εκμηδενίσετε έτσι κάθε δυνατότητα κριτικής απ’ τα κάτω, κάθε δυνατότητα αυτοκριτικής. Να γιατί νομίζω πως αν η κριτική περιέχει έστω κι ένα 5-10% αλήθεια, πρέπει κι αυτού του είδους την κριτική να τη χαιρετούμε, να την ακούμε προσεκτικά και να παίρνουμε υπόψη μας τον υγιή πυρήνα της. Σε αντίθετη περίπτωση, το ξαναλέω, θα κλείσετε το στόμα των εκατοντάδων και χιλιάδων εκείνων ανθρώπων που είναι αφοσιωμένοι στην υπόθεση των Σοβιέτ, που δεν έχουν ακόμα αρκετή πείρα της κριτικής, μα που με το στόμα τους μιλάει η ίδια η αλήθεια» (Στάλιν, Εισήγηση στη συγκέντρωση του αχτίφ της οργάνωσης της Μόσχας του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ, 13.4.1928, Απαντα, τόμος 11, σελ. 40).

2 Η ανεξέλεγκτη δράση του νόμου της αξίας και της εμπορευματικής κυκλοφορίας είχε στιγματιστεί από τον Στάλιν, ο οποίος επεσήμανε: «Κριτικάροντας την «οικονομική κομμούνα» του Ντίρινγκ, που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες εμπορευματικής κυκλοφορίας, ο Eνγκελς στο Αντι-Ντίρινγκ του απέδειξε πειστικά ότι η παρουσία της εμπορευματικής κυκλοφορίας πρέπει να οδηγήσει αναπόφευκτα τις λεγόμενες «οικονομικές κομμούνες» του Ντίρινγκ στην αναγέννηση του καπιταλισμού. Οι σ. Σανίνα και Βένζερ είναι φανερό ότι δε συμφωνούν μ’ αυτό. Τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς. Εμείς, όμως, οι μαρξιστές ξεκινάμε από τη γνωστή μαρξιστική θέση, ότι το πέρασμα από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό και η κομμουνιστική αρχή της διάθεσης των προϊόντων σύμφωνα με τις ανάγκες αποκλείουν κάθε εμπορευματική ανταλλαγή, επομένως και τη μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα και μαζί μ’ αυτό τη μετατροπή τους σε αξία» (Ι.Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, 1952).

3 Νικήτα Χρουτσιόφ: Η «μυστική έκθεση» στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ. Η προσωπολατρεία και οι επιζήμιες συνέπειές της (Θεμέλιο, 1989).

4 Οποιος ενδιαφέρεται αξίζει να διαβάσει τις συζητήσεις που έγιναν στο μπολσεβίκικο κόμμα για τη δεξιά και την «αριστερή» (σοσιαλδημοκρατική) παρέκκλιση στην ΕΣΣΔ από το 1926 μέχρι το 1929 και να βγάλει τα συμπεράσματά του για το ποιος ήθελε να προχωρήσει ο σοσιαλισμός και ποιος όχι. Γι’ αυτό και ο Χρουτσιόφ στη μυστική του έκθεση δεν τόλμησε να κατηγορήσει τον Στάλιν για την πάλη του ενάντια στους τροτσκιστές και τους ζινοβιεφικούς εκείνη την εποχή.

5 Για περισσότερα στοιχεία βλ. «Περεστρόικα – Η ανώτατη φάση του παλινορθωμένου καπιταλισμού» (εκδόσεις «Οχτώβρης», Σεπτ. 1988).

6 Για περισσότερα στοιχεία βλ. «Οι κομμουνιστές και η ειρήνη» (εκδόσεις «Οχτώβρης», Μάης 1987).

7 Εχει ενδιαφέρον να διαβάσετε δύο σημαντικά… πονήματα. Το ένα έχει τίτλο: «Αιθιοπία. Η άγνωστη επανάσταση», του Ραούλ Βαλντές Βιβό, μέλους της Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής του «Κ»Κ Κούβας, υπεύθυνου για τις διεθνείς σχέσεις του κόμματος (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980), από το οποίο μαθαίνουμε ότι ο στρατός έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο στην «επανάσταση», ξυπνώντας το λαό που μέχρι πρότινος έβλεπε σα θεό τον αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελάσιε. Το δεύτερο έχει τίτλο: «Αφγανιστάν. Επανάσταση και αντεπανάσταση», του γνωστού Γιώργου Δελαστίκ (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985), από το οποίο μαθαίνουμε επίσης ότι η «επανάσταση» στο Αφγανιστάν δεν θα γινόταν χωρίς την παρέμβαση του στρατού, ο οποίος μετατράπηκε σε βασικό όργανο ανατροπής του καθεστώτος για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς την επανάσταση! Βεβαίως και ήταν ο στρατός αυτός που έπαιξε ρόλο, γιατί το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν σπαρασσόταν από φαγωμάρες (ο φιλοσοβιετικός Μπαμπράκ Καρμάλ καθαιρέθηκε από τον επίσης φιλοσοβιετικό Ταράκι, που δολοφονήθηκε από τον επίσης φιλοσοβιετικό Αμίν, ο οποίος μετά εκτελέστηκε από «επαναστατικό» δικαστήριο για προδοσία).

Πηγή “ΚΟΝΤΡΑ” (Εδώ και εδώ)

3 απαντήσεις στο “27 χρόνια από την κατάρρευση του παλινορθωμένου καπιταλισμού της «ΕΣΣΔ». Το «τέλος της ιστορίας» δεν ήρθε ακόμα”

  1. […] Να παραθέσουμε επίσης απόσπασμα από περασμένη ανάρτησή μας: […]

  2. […] Να παραθέσουμε επίσης απόσπασμα από περασμένη ανάρτησή μας: […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *