Σαν σήμερα, το 1948, στην κορύφωση του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, μια τολμηρή και αιφνιδιαστική ενέργεια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας έρχεται να ταράξει το αίσθημα «ασφάλειας» του κρατικού μηχανισμού. Αντάρτικη δύναμη υπό τον Νίκος Τριανταφύλλου κατορθώνει να φτάσει κρυφά έξω από τη Θεσσαλονίκη και να πλήξει την πόλη με δεκάδες βλήματα πυροβολικού.
Η επιχείρηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου το κράτος επιχειρεί να εμφανίσει τις μεγάλες πόλεις ως απόρθητα φρούρια, μακριά από την εμβέλεια του αντάρτικου. Η Θεσσαλονίκη, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας, φιλοξενούσε ισχυρές μονάδες στρατού, χωροφυλακής και μηχανισμών καταστολής. Παρ’ όλα αυτά, η αντάρτικη δύναμη καταφέρνει να κινηθεί αθέατη, να πάρει θέσεις βολής και να εξαπολύσει πυρά μέσα στην καρδιά της πόλης.
Τα βλήματα προκαλούν πανικό και σύγχυση. Οι εκρήξεις ακούγονται σε γειτονιές της Θεσσαλονίκης, οι σειρήνες ηχούν, οι αρχές αιφνιδιάζονται και ο πληθυσμός βιώνει, έστω και για λίγες ώρες, την πραγματικότητα του πολέμου που ως τότε παρουσιαζόταν ως «μακρινό» και περιορισμένο στα βουνά. Η υλική ζημιά μπορεί να ήταν περιορισμένη, όμως το πολιτικό και ψυχολογικό αποτέλεσμα ήταν δυσανάλογα μεγάλο.
Η ενέργεια αυτή είχε σαφή συμβολικό χαρακτήρα. Έστελνε το μήνυμα ότι ο πόλεμος δεν κρινόταν μόνο στις ορεινές ζώνες και ότι το αντάρτικο διατηρούσε την ικανότητα να πλήττει στόχους υψηλής σημασίας, ακόμη και κάτω από τη μύτη ενός ισχυρού κατασταλτικού μηχανισμού. Για τον κρατικό μηχανισμό, το γεγονός αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα κύρους· για το αντάρτικο και τους υποστηρικτές του, μια απόδειξη ότι ο αγώνας συνεχιζόταν.
Ο Ελληνικός Εμφύλιος δεν ήταν μόνο στρατιωτική σύγκρουση, αλλά και πόλεμος εντυπώσεων, φόβου και πολιτικής νομιμοποίησης. Τέτοιες επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την έκβασή τους, χαράχτηκαν στη συλλογική μνήμη ως στιγμές όπου η «κανονικότητα» της εξουσίας ράγιζε επικίνδυνα.

Αφήστε μια απάντηση