Η σχέση της ελληνικής Αριστεράς με τη θρησκεία υπήρξε ιστορικά ένα πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων, συχνά εγκλωβισμένο ανάμεσα στον δογματικό αντικληρικαλισμό και τη συντηρητική εκμετάλλευση της πίστης. Ωστόσο, η ριζοσπαστική διανόηση του τόπου μας, με κορυφαίο εκφραστή τον Βασίλη Ραφαηλίδη, επέλεξε έναν τελείως διαφορετικό, βαθιά διαλεκτικό δρόμο. Αντιμετωπίζοντας το θρησκευτικό φαινόμενο όχι με τη ρηχή ματιά ενός επιφανειακού αθεϊσμού, αλλά με τα εργαλεία του ιστορικού υλισμού, ο Ραφαηλίδης άνοιξε έναν μνημειώδη διάλογο που αναδεικνύει τις κρυφές, υπόγειες διαδρομές που συνδέουν το κομμουνιστικό όραμα με το αρχέγονο χριστιανικό αίτημα για δικαιοσύνη.
Στο εμβληματικό του βιβλίο «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο», ο Ραφαηλίδης διατύπωσε μια θέση-τομή για την κοινωνική ανθρωπολογία του τόπου μας: η ελληνική Αριστερά, στην πλειονότητά της, δεν γεννήθηκε μέσα από την ψυχρή ανάγνωση του Κεφαλαίου του Μαρξ, αλλά από ένα πηγαίο, βιωματικό αίσθημα δικαιοσύνης που είχε τις ρίζες του στη χριστιανική ηθική.
Οι Έλληνες κομμουνιστές μετέφεραν ασυνείδητα στον ταξικό αγώνα ολόκληρη την ορθόδοξη σημειολογία. Η έννοια του μαρτυρίου, ο Γολγοθάς της εξορίας, η αυτοθυσία στο εκτελεστικό απόσπασμα και η ακλόνητη πίστη στην τελική δικαίωση (την επίγεια «Ανάσταση» της κοινωνίας) λειτούργησαν με όρους μιας βαθιάς, λαϊκής πνευματικότητας.
Μέσα από την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», ο Ραφαηλίδης προχωρά σε έναν κρίσιμο διαχωρισμό, ο οποίος καθορίζει τη μαρξιστική του προσέγγιση: από τη μία πλευρά βρίσκεται το ανώτατο εκκλησιαστικό κατεστημένο, που ιστορικά ταυτίστηκε με την άρχουσα τάξη και το κράτος της υποταγής, και από την άλλη ο φτωχός, λαϊκός κλήρος της υπαίθρου.
Αυτός ο απλός παπάς, που στην Κατοχή και την Αντίσταση στρατεύτηκε μαζικά στις γραμμές του ΕΑΜ, δεν έβλεπε καμία αντίφαση ανάμεσα στο Ευαγγέλιο και το όπλο του αντάρτη. Για τον Ραφαηλίδη, η πράξη του ιερέα που ρισκάρει τη ζωή του για να σώσει τον διωκόμενο (όπως συνέβη και στον ίδιο σε ηλικία 13 ετών στον Εμφύλιο) αποτελεί την υλική πραγμάτωση της χριστιανικής αγάπης. Υπό αυτή την έννοια, ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επίγεια εκκοσμίκευση του χριστιανικού οράματος· η προσπάθεια να χτιστεί η κοινωνία των ίσων εδώ στη γη, αντί να μετατεθεί ως υπόσχεση στους ουρανούς.
Γιώργος Ρούσης: Βίοι Παράλληλοι στην αλλοτρίωση και την ανατροπή
Αυτή η βαθιά διαλεκτική παράδοση της μαρξιστικής σκέψης δεν σταματά στον Ραφαηλίδη. Σε ένα απόλυτα συγγενικό μήκος κύματος κινείται και ο Γιώργος Ρούσης στο έργο του «Χριστιανισμός – Μαρξισμός: Βίοι Παράλληλοι» (2021) . Ο Ρούσης επεκτείνει την ανάλυση, αναδεικνύοντας μια κοινή, τραγική αλλά και ελπιδοφόρα ιστορική μοίρα ανάμεσα στα δύο ρεύματα:
• Η κοινή επαναστατική αφετηρία: Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες, λειτουργώντας με όρους απόλυτης κοινοκτημοσύνης («εἶχον ἅπαντα κοινά»), αποτελούσαν μια ριζοσπαστική, εξισωτική απάντηση στην καταπίεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όντας ένας μακρινός πρόγονος του κομμουνιστικού ιδεώδους.
• Η παγίδα της αλλοτρίωσης: Και τα δύο κινήματα γνώρισαν τη γραφειοκρατική αλλοτρίωση. Όπως ο Χριστιανισμός μετατράπηκε σε άκαμπτο μηχανισμό εξουσίας και καταστολής όταν έγινε επίσημη κρατική ιδεολογία, έτσι και ο Μαρξισμός υπέστη σοβαρή παραμόρφωση και δογματική σχηματοποίηση κατά την εφαρμογή του στον «υπαρκτό σοσιαλισμό».
Τόσο ο Ραφαηλίδης όσο και ο Ρούσης στέλνουν ένα καθαρό μήνυμα προς τη σύγχρονη Αριστερά: η τυφλή, δογματική απόρριψη της θρησκευτικής αναζήτησης του λαού είναι ένα τεράστιο πολιτικό και πολιτισμικό λάθος. Όταν η Αριστερά αποκόπτεται από τα βαθύτερα ανθρωπιστικά ιδανικά που ιστορικά εκφράστηκαν μέσα από τη θρησκευτική πίστη, χάνει τη δυνατότητα να μιλήσει στην ψυχή των καταπιεσμένων.
Οφείλουμε, λοιπόν, να αναζητούμε την απελευθερωτική, ανατρεπτική ουσία των αγώνων. Απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που ισοπεδώνει τις ζωές μας, το αίτημα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση παραμένει κοινό, οικουμενικό και βαθιά ριζωμένο στην ιστορία της ανθρώπινης χειραφέτησης.
B.


0 Comments