Με τον επαναστατικό μαρξισμό για την κομμουνιστική στρατηγική στην παρούσα κρίση και στο μέλλον της ανατροπής

tetradia-marxismou-logo-500x272Κυκλοφόρησε το περιοδικό Τετράδια Μαρξισμού. Το editorial του πρώτου τεύχους

Με τον επαναστατικό μαρξισμό για την κομμουνιστική στρατηγική στην παρούσα κρίση και στο μέλλον της ανατροπής

Της Σύνταξης

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος προς τι η έκδοση ενός νέου θεωρητικού περιοδικού της κομμουνιστικής Αριστεράς σε μια συγκυρία όπου μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην σαρωτική στρατηγικού χαρακτήρα επίθεση του κεφαλαίου (σε όλα τα επίπεδα: κοινωνικό, πολιτικό, θεωρητικό) και στις ανεπαρκείς αντιστάσεις ενός εργατικού κινήματος που υποχωρεί, σε μια εποχή όπου ηγεμονεύουν οι πυλώνες και οι νόμοι του καπιταλισμού, ενώ δεν κάνει αισθητή την παρουσία της μια ανατρεπτική εναλλακτική λύση με στοιχειωδώς μαζικούς όρους. Η θεωρητική σφαίρα κατακλύζεται από την αστική φιλοσοφική σκέψη, με κυρίαρχα ρεύματα τον θετικισμό και το μεταμοντερνισμό. Στην πολιτική πρακτική έχει εμπεδωθεί η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, ανακυκλούμενη με διάφορες προσμίξεις και εκδοχές, όπως στα καθ’ ημάς ο «κεντροδεξιός νεοφιλελευθερισμός» της ΝΔ και ο «σοσιαλ-φιλελευθερισμός» του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην κοινωνία έχει εξαπολυθεί μια Οργουελική επιχείρηση λοβοτομής της σκέψης, ώστε να εξοβελιστεί η έννοια της εναλλακτικής προς τον καπιταλισμό κομμουνιστικής κοινωνίας ως ουτοπική και φύσει ολοκληρωτική. Κυριαρχεί ένα σύγχρονο ρεύμα κυνισμού και πραγματισμού, όπου τείνει να αντικαθιστά την επίπονη αναζήτηση της αλήθειας με την εκάστοτε συγκυριακή χρησιμότητα. Ωστόσο, αν μια πιο διεισδυτική ματιά υπερβεί το φαίνεσθαι και αποκρυπτογραφήσει την ουσία της σύγχρονης καπιταλιστικής «αυτοκρατορίας», θα διαπιστώσει τόσο την ένταση των κρισιακών φαινομένων του σύγχρονου καπιταλισμού, όσο και τον βαρύτατα αντιδραστικό χαρακτήρα της αστικής γραμμής υπέρβασής τους. Και οι δύο πλευρές, ωστόσο -κρίση και δρόμος υπέρβασής της από αστική σκοπιά- οδηγούν σε τερατογενέσεις, οι οποίες επικυρώνουν την ιστορική παρακμή και την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Αψευδείς μάρτυρες, η αδυναμία να ξεπεραστεί η μεγάλη δομική καπιταλιστική κρίση, η εντεινόμενη κοινωνική εξαθλίωση, η απειλητική γιγάντωση της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας (σε αξεδιάλυτο συνδυασμό με την επίσης πρωτοφανή απόσπαση σχετικής), η πρωτοφανής διόγκωση του εφεδρικού στρατού εργασίας, αλλά και της ημιεργασίας, οι εκτεταμένες και διαρκείς πολεμικές συρράξεις υπό τη Δαμόκλειο σπάθη πυρηνικής εμπλοκής, η τρομακτική υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η περιβαλλοντική καταστροφή οδεύουσα προς μη αντιστρεπτές συνθήκες, η τυπική υπαγωγή της πολιτικής διαδικασίας σε διαρκές κράτος «έκτακτης ανάγκης», η δικτατορία της οικονομίας επί της πολιτικής και κυρίως της πολιτικής εξουσίας επί των πολιτών-εργαζομένων, η βιοπολιτική αποξένωση της σκέψης και του συναισθήματος από την δυνατότητα μιας κοινωνίας πέρα και ενάντια στον καπιταλισμό, η «μοναδική σκέψη» και ο «μοναδικός πολιτισμός» του κυρίαρχου συστήματος «ενημέρωσης», επικοινωνίας, «ψυχαγωγίας».

Το νέο όμως στοιχείο της εποχής μας, δεν καθορίζεται από τις παραπάνω γκρίζες εικόνες, αλλά από τις νέες τάσεις και δυνατότητες αμφισβήτησής τους, κλονισμού τους και αντίστροφης κίνησης.

Πράγματι, ο σύγχρονος καπιταλισμός παρά την παντοδυναμία την οποία διακηρύσσει και την απουσία αξιόμαχου αντιπάλου δέους, δεν κλονίζεται μόνο από τις εγγενείς, ανυπέρβλητες (και παροδικά μόνο αντιρροπούμενες) αντιθέσεις, αλλά και από την πάλη των τάξεων, που παρά την ανάσχεσή της, έχει παρούσα και μέλλουσα δυναμική.

Η φωτιά σιγοκαίει. Όσοι επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν το τέλος της ιστορίας ή να καταργήσουν την πάλη των τάξεων με την ανοιχτή βία και τον εκμαυλισμό, ή τον απόλυτο καταναγκασμό της επιβίωσης, διαψεύδονται οικτρά.

Η ταξική πάλη εκπηδά αναπόφευκτα απ’ το άσβεστο πυρ των καπιταλιστικών αντιθέσεωνκαι πάνω απ’ όλα από την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ιδιωτικό χαρακτήρα ιδιοποίησής του. Οι ίδιες οι αντιθέσεις των καπιταλιστικών, σχέσεων και οι καθοριζόμενες, σε τελευταία ανάλυση, απ’ αυτές αντιδράσεις του υποκειμενικού παράγοντα, συνδαυλίζουν αυτή την πάλη, που ποτέ δε σβήνει. Το εργατικό κίνημα, παρά την άμβλυνση και την υποχώρηση ειδικά μετά την ιστορική καμπή του 1989, δεν έχει καταθέσει τα όπλα.

Μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης του 2008 σημειώθηκαν κινηματικές εκρήξεις και πολιτικές αναταράξεις, όχι μόνο στην “περιφέρεια”, αλλά και στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Είναι αλήθεια ότι αυτές παρά τη μαζικότητα και το ριζοσπαστισμό τους, δεν τελεσφόρησαν, καθώς δεν ηγεμόνευσε μια αντισυστημική κατεύθυνση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, αλλά, αντίθετα, η αυθόρμητη διάθεση αγώνα δεν κατόρθωσε να υπερβεί (αν και όταν το επεδίωξε) το συστημικό πλαίσιο, όπως καταδεικνύει η καθήλωση του κινήματος στα όρια της διαχείρισης από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα ή τους Podemos στην Ισπανία.

Από την άλλη, οι ελπίδες που σηματοδότησε η Αραβική Άνοιξη, δοκιμάζονται από τις ανοιχτές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, όσο και από την δράση παραδοσιακών (Αδελφοί Μουσουλμάνοι) ή/και νεότευκτων υπερ-αντιδραστικών φασιστικών δυνάμεων(ISIS).

Στις συνθήκες μεγάλης όξυνσης της ταξικής πάλης καταγράφηκε με δραματικό τρόπο η απουσία μιας σύγχρονης κομμουνιστικής στρατηγικής, ενός διεθνούς ανατρεπτικού κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας, που θα μπορεί να παίξει το ρόλο του ανατρεπτικού πυροκροτητή και επαναστατικού GPS, πέρα από το ρεφορμισμό και την αναπαλαίωση των ηττημένων στρατηγικών και τακτικών του 20ου αιώνα.

Οι κινηματικές εκρήξεις, διεκδικητικές ή και εξεγερτικές, με μια διαλεκτική πλημμυρίδας και άμπωτης, αμβλύνονται αλλά και αναζωογονούνται. Διάσπαρτες είναι και οι εναλλακτικές πολιτικές εστίες με τη χαρακτηριστική πανσπερμία τους και την απουσία συντονισμού και ενοποίησης: αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές, παραδοσιακά κομμουνιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές, οικολογικές, ελευθεριακές κ.α.

Στο επίπεδο της κοινωνικής πάλης, ένα μικρό αλλά ορατό πλέον ρεύμα της ανατρεπτικής πράξης και αναζήτησης έχει κάνει, από την αυγή του νέου αιώνα, την εμφάνιση του.Το καινούριο δεν είναι, η προϋπάρχουσα εξάλλου, ηγεμόνευσή του από την αστική πολιτική, αλλά η τάση που έχει να παρουσιάζεται, όχι χωρίς παλινωδίες, ανεξάρτητο από τους αστικούς μηχανισμούς και ιδεολογήματα. Το ρεύμα αυτό δεν αποδεικνύεται ικανό να νικήσει με τους σημερινούς όρους και τη διάταξη του συσχετισμού, κάνει ωστόσο ορατή τη δυναμική του με την διαρκή κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος και των αστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων, καθώς και στο πεδίο των ταξικών αναμετρήσεων για «το ψωμί και την δημοκρατία», όπου καθυστερεί την αστική πολιτική και παροξύνει τις αντιθέσεις ωριμάζοντάς τες σε ανώτερο επίπεδο.

Στο πεδίο της ιδεολογικής ταξικής πάλης η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας έχει υποστεί πλήγματα, λόγω της διάψευσης της νεοφιλελεύθερης αφήγησης για αδιάλειπτη ανάπτυξη και αυτορρύθμιση του καπιταλισμού, συρρίκνωση του κράτους και της γραφειοκρατίας, παγκοινωνική ευημερία, ελευθερία και δημιουργικότητα. Ωστόσο, με την κρατική ισχύ, την ενίσχυση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, την επέκταση του κεφαλαίου στο χώρο της πνευματικής παραγωγής, και τον πειθαναγκασμό της επιβίωσης, συμπιέζει τις εναλλακτικές ιδεολογικές τάσεις, κυρίως τις μαρξιστικές αλλά και τις μαρξίζουσες, εξοστρακίζοντας και απαξιώνοντας τες απ’ τα τηλεοπτικά μέσα, την εκπαίδευση, τους δημόσιους θεσμούς, τον τύπο, την εκδοτική δραστηριότητα. Παρά ταύτα, η μαρξιστική και γενικότερα η αντισυστημική ιδεολογία εξασφαλίζει αρκετά εκτεταμένη και αισθητή ιδεολογική παρέμβαση με ίδια κυρίως μέσα: εφημερίδες, ηλεκτρονικά μέσα, περιοδικά, εκδόσεις, εκδηλώσεις, πολιτιστικούς χώρους, εργατικές λέσχες κ.α.

Στο πεδίο της μαρξιστικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης με την αστική ιδεολογία και της γονιμοποίησης με τη μαχόμενη εργατική τάξη, έρχεται να συμβάλλει το περιοδικό θεωρίας «ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ για την κομμουνιστική απελευθέρωση» με την αυτονόητη για τη μαρξιστική διαλεκτική αλληλόδραση θεωρίας και πολιτικής, σύμφωνα με το λεχθέν του Κ. Μάρξ στις θέσεις για τον Φόυερμπαχ : «Οι φιλόσοφοι έχουν εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αυτό που έχει σημασία όμως είναι να τον αλλάξουμε».

Η θεματολογία των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ, θα επεκτείνεται σε ευρύ φάσμα ενοτήτων (Φιλοσοφία, πολιτική θεωρία, πολιτική οικονομία, ιστορία, τέχνη – πολιτισμός, κοινωνιολογία – ανθρωπολογία – ψυχολογία, περιβάλλον, γεωγραφία – θέματα χώρου, κοινωνικές διακρίσεις – φύλο – ρατσισμός, θετικές επιστήμες – τεχνολογία) με θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο τον μαρξισμό, σε κατεύθυνση εμβάθυνσης του επαναστατικού του κεκτημένου, απαλλαγής του από κάθε είδους σκουριά του παρελθόντος, αλλά και δημιουργικής ανάπτυξης του και διαλόγου με τις ποικίλες μαρξιστικές σχολές στο φόντο της σύγχρονης πραγματικότητας.

Θεματική συνισταμένη του περιοδικού θα είναι η διερεύνηση της αναγκαιότητας του κομμουνισμού ως εναλλακτικής του καπιταλισμού, των όρων μετάβασης σ’ αυτόν με τα «όπλα» του κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος που είναι αναγκαία στην εποχή μας.

Αντιλαμβανόμαστε τον κομμουνισμό όχι ως διανοητική και ηθική ιδέα αλλά ως κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, τείνοντας προς την καθολική κοινωνική χειραφέτηση της εργασίας και απελευθέρωση από κάθε είδους καταπίεση. Στη δράση αυτή, το κεκτημένο της μαρξιστικής θεωρίας, με ποικίλες ασφαλώς αναγνώσεις, αποτελεί σημαντική αφετηρία και πολύτιμο όπλο.

Η κοινωνία της κομμουνιστικής απελευθέρωσης δεν ανάγεται στο μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον ως απόληξη μιας γραμμικής διαδικασίας. Συνδέεται με το καπιταλιστικό παρόν και την επαναστατική ανατροπή του ως πρώτη και αναγκαία πράξη της κομμουνιστικής κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με ρεύματα που αναφέρονται στον κομμουνισμό, αλλά μέσω μιας (αδύνατης) ρεφορμιστικής γραμμικής διαδικασίας. Η συνάρτηση του κομμουνισμού με την αντικαπιταλιστική πάλη, τους δρόμους και το πρόγραμμα προσέγγισης της επανάστασης, αλλά και την αντιφατικότητα της μεταβατικής περιόδου μετά την επανάσταση («μακρόχρονα κοιλοπονήματα» τη χαρακτηρίζει ο Μάρξ) απαιτεί επικέντρωση της μελέτης στον καπιταλισμό ως ολότητα, στη δομή και την εξέλιξη της βασικής αντίθεσής του, αλλά και των επιμέρους αντιθέσεών του. Προνομιακό πεδίο μελέτης αποτελεί η μεταβατική περίοδος με τις αντιθέσεις της, που ακολουθεί την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, στη βάση και της συσσωρευμένης ήδη ιστορικής εμπειρίας. Ταυτόχρονα η εκ νέου προβολή στο σήμερα της αναγκαιότητας αλλά και της δυνατότητας οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας, σύγχρονα κομμουνιστικής, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση, μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά προς το όλο εγχείρημα καθώς αν δεν φανταστούμε μια άλλη πραγματικότητα αποκλείεται να την προσεγγίσουμε.

Η προτεραιότητα της μελέτης των αντιθέσεων στον καπιταλισμό, άρα και η συμβολή της στην έκβαση αυτής της πάλης, είναι αυτονόητος όρος για την είσοδο στη μεταβατική περίοδο και εξουσία και στον κομμουνισμό. Η μελέτη του σύγχρονου καπιταλισμού ως ολότητα δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει την εμπεριστατωμένη μελέτη των διαρθρωτικών φάσεων του καπιταλισμού και της συνάρθρωσής τους με τον καπιταλισμό – ολότητα.

Το αφιέρωμα του πρώτου τεύχους της έκδοσής μας «Επικαιρότητα του μαρξισμού και Κομμουνιστική προοπτική στον 21ο αιώνα», επιχειρεί να ανοίξει τη συζήτηση γύρω από την κεντρική θεματική στόχευσή μας.

Ταυτόχρονα, μια σειρά άλλων κειμένων, παρεμβάσεων και σχολίων αναφέρονται σε κρίσιμες θεματικές κατηγορίες, όπως αυτές της οικονομίας, της τέχνης, της παιδείας, της εργασίας και του εργατικού κινήματος.

Η προσπάθειά μας ασφαλώς δεν είναι αποσπασμένη από το ευρύτερο περιβάλλον των σοβαρότατων κοινωνικών οικονομικών διεργασιών και πολιτικών εξελίξεων, εντός των οποίων γεννιούνται άλλωστε τόσο οι κίνδυνοι μιας ανείπωτης ιστορικής οπισθοδρόμησης όσο και οι δυνατότητες για μια επανεξόρμηση των ιδεών της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Το βασικό πεδίο των εξελίξεων ορίζεται από την επιμονή της ύφεσης ή/και κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο και ειδικά στα ανεπτυγμένα φύτρα του φονικού καπιταλισμού της εποχής μας, αλλά και τις αλλεπάλληλες -μα χωρίς σταθερά αποτελέσματα- αστικές αναδιαρθρώσεις για την υπέρβασή της. Ολοένα και περισσότερο, όχι μόνο οι μαρξιστές και κομμουνιστές μα και τα εκατομμύρια κοινωνικών θυμάτων της καπιταλιστικής κρίσης και της αντιδραστικής απάντησης σε αυτήν, προσεγγίζουν την βαριά αλήθεια της αδυνατότητας ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου» και ηπιότερης πολιτικής διαχείρισης. Αυτό ακριβώς αποτελεί το πυρακτωμένο έδαφος της πολιτικής κρίσης διαρκείας, που οδηγεί όλα τα αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα παλιάς ή νέας κοπής σε κρίση και πολιτική απονομιμοποίηση. Αυτή η δυναμική είναι που εκδηλώνεται ιδιόμορφα και με μεγάλους κινδύνους στρατηγικής ενσωμάτωσης σε φαινόμενα αλά Μπέρνι Σάντερς και ΤζέρεμιΚόρμπυν, αδύνατα τελικά να εκφράσουν απελευθερωτικά τις δυνατότητες και τις ανάγκες της ανήσυχης εργατικής τάξης απέναντι στις ναυαρχίδες του σύγχρονου καπιταλισμού.

Στο πλαίσιο αυτό η σύνδεση μιας επαναστατικής στρατηγικής με μια αποτελεσματική επαναστατική τακτική που θα την υπηρετεί, με ηγεμονία της πρώτης έναντι της δεύτερης, ορίζεται από νέες δυνατότητες κατανόησης της αναγκαιότητάς της, αλλά και από τις δυσκολίες αναμέτρησης με τις κοινωνικοταξικές, πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις προσέγγισής της. Αντικειμενικά ενισχύεται, ως κυρίαρχη τάση η σοσιαλιστική-κομμουνιστική απάντηση στην κρίση. Απαιτείται ενδελεχής τεκμηρίωση και σύνδεση της εξόδου απ’ την κρίση με μια στρατηγική κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Είναι αναγκαία η περαιτέρω τεκμηρίωση μιας τέτοιας στρατηγικής, με καθορισμό του ρόλου των υποκειμένων της (κίνημα, μέτωπο, κόμμα) και της σχέσης τους.

Ο ελληνικός καπιταλισμός, η κοινωνική ζωή, η ταξική και πολιτική διαπάλη στην Ελλάδα, μακριά από οποιαδήποτε πολιτική σταθεροποίηση, επηρεάζονται καθοριστικά, από τους τριγμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν πριν λίγα χρόνια το κέντρο της συζήτησης για τα προβλήματα της ΕΕ αποτελούσε η οικονομική κρίση και η λειτουργία της ευρωζώνης, σήμερα, με παραμονή αυτού του ερωτήματος εντελώς ανοιχτού, αναδύεται από παντού το ευρύτερο ζήτημα της πολιτικής και θεσμικής κρίσης της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Η διαφαινόμενη διέξοδος απάντησης από μεριάς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε αυτή την κρίση μέσω της «ΕΕ των πολλών ταχυτήτων», συνιστά δρόμο ακόμη πιο αντιδραστικής αναδόμησης, με θεσμοποίηση της εξουσίας των ηγεμονικών καπιταλιστικών κρατών, μέσω αντεργατικών και αντιδημοκρατικών τομών βάθους, με διπλές και τριπλές καταστροφικές επιδράσεις στις χώρες και τις κοινωνίες της δεύτερης και τρίτης ταχύτητας όπως η Ελλάδα. Στις συνθήκες αυτές η στάση απέναντι στο ερώτημα της ρήξης για την έξοδο από την ΕΕ, θα αποδειχθεί Λυδία Λίθος είτε για την αντεπίθεση των μαχόμενων αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων είτε για την απαξίωσή τους και την παραχώρηση κρίσιμου εδάφους στην ακροδεξιά, ο κίνδυνος της οποίας είναι ορατός, ειδικά σε συνθήκες χρέωσης της κοινωνικής καταστροφής σε μια δήθεν «αριστερή» κυβέρνηση.

Το στοιχείο της διαχείρισης τύπου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τόσο της οικονομικής όσο και της προσφυγικής κρίσης με όρους της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, θέτει επιτακτικά το ερώτημα και την ανάγκη της αυτοτέλειας και της θεμελίωσης μιας αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής πολιτικής με κριτήρια τα άμεσα και στρατηγικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα, σε ρήξη με την στρατηγική του κεφαλαίου και την πρόσδεση της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΔΝΤ. Τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δείχνουν ότι το πείραμα διαχείρισης της κρίσης από τέτοιες δυνάμεις εντός της ΕΕ (με τη λεόντειο σχέση αυτής και της ελληνικής αστικής τάξης) και της συνέχειας του αστικού κράτους καταρρέει.

Παράλληλα, η προσφυγική κρίση, ήρθε να μας υπενθυμίσει ότι οι ιμπεριαλιστικοί ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι, είναι και πάλι στην ημερήσια διάταξη, σκορπώντας το θάνατο, ξεριζώνοντας πληθυσμούς, ληστεύοντας λαούς και χώρες, δολοφονώντας τον πόθο για ειρήνη και δημοκρατία σε όλο τον κόσμο.

Η εποχή μας σήμερα αναζητεί, όπως το ξεραμένο χώμα τη βροχή, ένα κίνημα που θα γράφει στις σημαίες του «ψωμί, ειρήνη, ελευθερία», κόντρα στον κοινωνικό κανιβαλισμό του κεφαλαίου, την πολεμική στρατηγική και τον ολοκληρωτισμό του, φέρνοντας στο προσκήνιο το διπλό καθήκον του άμεσου πολιτικού αγώνα και μετώπου, αλλά και της στρατηγικής ανασυγκρότησης που χρειάζεται το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα.

Φιλοδοξία μας είναι να έχουμε την καλύτερη δυνατή συμβολή σε αυτό το δύσκολο μα και τόσο ωραίο καθήκον, μέσα από την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και κομμουνιστικής πράξης και πολιτικής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *