27 Φλεβάρη 1933, ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

1933: Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ από τους ναζί

Με στόχο τη συντριβή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, η ηγεσία του ναζιστικού κόμματος οργάνωσε τη νύχτα 26 προς 27 του Φλεβάρη 1933 μια πρωτάκουστη πρόκληση. Οργάνωσε τον εμπρησμό του κτιρίου του γερμανικού Κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ) και στη συνέχεια κατηγόρησαν γι’ αυτό τους κομμουνιστές. Κύριος οργανωτής αυτής της προβοκάτσιας ήταν ο υπαρχηγός του ναζιστικού κόμματος, Χέρμαν Γκέρινγκ. Αργότερα το ομολόγησε ο ίδιος μπροστά σε έναν στενό κύκλο συνεργατών του Χίτλερ: «Ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει πραγματικά το Ράιχσταγκ», είπε ο Γκέρινγκ, «είμαι εγώ, γιατί εγώ έβαλα φωτιά σ’ αυτό».

Οι ναζί χρησιμοποιώντας τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ ως πρόσχημα έκαναν μαζικές συλλήψεις αντιφασιστών με βάση καταλόγους που ήταν έτοιμοι από πριν. Περισσότερα από 10 χιλιάδες άτομα ρίχτηκαν στις φυλακές. Στις 28 του Φλεβάρη, ύστερα από πρόταση της χιτλερικής κυβέρνησης, ο Χίντεμπουργκ ανέστειλε με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης, που εγγυόνταν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Οι κομμουνιστές συνέχιζαν με γενναιότητα τον αγώνα κατά του φασισμού επιδιώκοντας την ενότητα δράσης όλων των εργαζομένων, ανεξαρτήτως της κομματικής και συνδικαλιστικής τοποθέτησης. Στις 27 του Φλεβάρη ο Ερνστ Τέλμαν με ανοιχτό γράμμα προς όλους τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες και τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων έκανε έκκληση για τη συγκρότηση ενιαίου μετώπου. «Αν αγωνιστούμε ενωμένοι», έλεγε το γράμμα, «θα είμαστε ανίκητοι». Την 1η του Μάρτη το Κομμουνιστικό Κόμμα έστειλε στην ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και στη Γενική Ένωση Γερμανικών Συνδικάτων ακόμη ένα γράμμα, όπου πρότεινε να κηρυχτεί γενική πολιτική απεργία εναντίον της φασιστικής δικτατορίας.

Οι δεξιοί ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και τη στιγμή ακόμη αυτή απέρριψαν την πρόταση των κομμουνιστών και ματαίωσαν έτσι την κοινή αντιφασιστική δράση της γερμανικής εργατικής τάξης. Στις 3 του Μάρτη οι ναζί συνέλαβαν τον Τέλμαν και τον φυλάκισαν με την κατηγορία για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στη συνέχεια οργάνωσαν μια απίστευτη σκευωρία σε βάρος του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρώφ, τον οποίο κατηγόρησαν ως κυρίως υπεύθυνο για τον εμπρησμό.

Η δίκη του Δημητρώφ και των συντρόφων του άρχισε το Σεπτέμβρη του 1933 στη Λειψία. Το δικαστήριο, κάτω από την πίεση της παγκόσμιας εκστρατείας, αναγκάστηκε να αθωώσει τον Δημητρώφ. Η χιτλερική δικαστική σκηνοθεσία τελείωσε με επαίσχυντη αποτυχία.

Πηγή: “Ριζοσπάστης”

Πιο συγκεκριμμένα

Στις αρχές Γενάρη του 1933 συναντήθηκαν στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ στην Κολωνία οι εκπρόσωποι των γερμανικών μονοπωλίων Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και Σρέντερ, με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Στη συνάντηση αποφασίστηκε η παράδοση της εξουσίας στο Ναζιστικό κόμμα. Έτσι στις 30 Γενάρη του ίδιου έτους, ο γηραιός στρατάρχης Χίντεμπουργκ, που είχε εκλεγεί Πρόεδρος της χώρας και με τις ψήφους των σοσιαλδημοκρατών, διόρισε Καγκελάριο τον Χίτλερ, παρόλο που το ναζιστικό κόμμα δε διέθετε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Σε μία από τις πρώτες συνεδριάσεις του Υπουργικού του Συμβουλίου, ο Χίτλερ ξεκαθαρίζει ότι για να μπορέσει το Ναζιστικό κόμμα να πάρει την πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ και να επιβάλει τη δικτατορία του, έπρεπε προηγουμένως να συντριβεί το Γερμανικό ΚΚ. «Μπορούμε – είπε σε κείνη τη συνεδρίαση ο Χίτλερ – αφού συντρίψουμε το κομμουνιστικό κόμμα, να περιορίσουμε τον αριθμό των ψήφων του στο Ράιχσταγκ κι έτσι να πάρουμε εκεί την πλειοψηφία». Οι εκλογές για το Ράιχσταγκ είχαν οριστεί για τις 5 Μάρτη του 1933. Επομένως, ό,τι ήταν να γίνει σε βάρος των κομμουνιστών έπρεπε να γίνει νωρίτερα. Κι έγινε νωρίτερα.

Τη νύχτα της 27ης Φλεβάρη του 1933, από τις 9 έως τις 9.15 έπιασε ξαφνικά πυρκαγιά η αίθουσα συνεδριάσεων και ο θόλος του Ράιχσταγκ, αναγγέλλοντας «στη Γερμανία και στον κόσμο – όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ζακ Ντικλό- την πραγματοποίηση της μεγαλύτερης πολιτικής προβοκάτσιας στον XX αιώνα». Οι αρχές που έτρεξαν στον τόπο της πυρκαγιάς συνέλαβαν χωρίς ιδιαίτερο κόπο, σε μία αίθουσα του πυρπολημένου Κοινοβουλίου, έναν εμπρηστή. Σύμφωνα με τα επίσημα ανακοινωθέντα, ο εμπρηστής ήταν Ολλανδός, ονόματι Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε και βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος φορώντας μόνο ένα παντελόνι, στις τσέπες του οποίου υπήρχαν ένα ολλανδικό διαβατήριο και μια κάρτα μέλους του Ολλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Αμέσως μετά τον εμπρησμό, ο πρωθυπουργός του Χίτλερ Γκέρινγκ – που ήταν ο εγκέφαλος της πυρπόλησης, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε μεταπολεμικά στη δίκη της Νυρεμβέργης – δήλωσε πως η πυρπόληση του Ράιχσταγκ ήταν έργο των κομμουνιστών. «Το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα – είπε ο Γκέρινγκ – θέλησε να δώσει μ’ αυτό το μέσο το σύνθημα για εξέγερση για να πνίξει τη Γερμανία στη φωτιά και στο αίμα». Στο ίδιο μήκος κύματος, κινήθηκε και το κρατικό Γραφείο Τύπου της Πρωσίας, το οποίο σε ανακοίνωσή του την επομένη 28/2/1933 ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ είναι η πιο τερατώδικη τρομοκρατική πράξη του μπολσεβικισμού στη Γερμανία… Η φωτιά του Ράιχσταγκ θα έδινε το σύνθημα για την αιματηρή εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο».

Χωρίς να χάσουν χρόνο οι Ναζί, αξιοποιώντας το γεγονός του εμπρησμού που οι ίδιοι δημιούργησαν, προχώρησαν αμέσως σε κατασταλτικά μέτρα εναντίον των Γερμανών κομμουνιστών και του λαϊκού κινήματος της χώρας, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια διεθνή αντικομμουνιστική σταυροφορία με στόχο να πλήξουν και την Κομμουνιστική Διεθνή. Στην ίδια ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Πρωσίας, αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Εκδόθηκαν εντάλματα για τη σύλληψη δύο σημαντικών βουλευτών που τους βαρύνουν βάσιμες υπόνοιες συνενοχής. Οι άλλοι βουλευτές και τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος συλλαμβάνονται προληπτικά. Οι κομμουνιστικές εφημερίδες, τα περιοδικά, οι προκηρύξεις και τα αφίς απαγορεύονται στην Πρωσία για τέσσερις βδομάδες.

Απαγορεύονται για 14 ημέρες όλες οι σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες μια που ο εμπρηστής του Ράιχσταγκ ομολόγησε τις σχέσεις του με το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα». Επίσης, συνελήφθη αμέσως ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚ Γερμανίας Ε. Τόργκλερ και στις 3 Μάρτη 1933 – δύο μέρες πριν τις εκλογές – συνελήφθη και ο ηγέτης του Γερμανικού ΚΚ Ερνεστ Τέλμαν. Τέλος, στις 9 του Μάρτη έγιναν οι συλλήψεις του Γ. Δημητρώφ, που εκείνο το διάστημα καθοδηγούσε το δυτικοευρωπαϊκό Γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, και των Βουλγάρων κομμουνιστών συντρόφων του Μπλάγκοϊ, Ποπόφ και Βασίλι Τάνεφ, που βρίσκονταν στη Γερμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες.

Στο εξωτερικό, αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ συγκροτήθηκε διεθνής επιτροπή από κορυφαίες προσωπικότητες – με πρόεδρο τον λόρδο Μάρλεϊ και επίτιμο πρόεδρο τον Α. Αϊνστάιν – η οποία συγκέντρωσε υλικό μέσα από το οποίο αποδεικνυόταν ότι ο εμπρησμός ήταν έργο των Ναζί. Το υλικό αυτό βγήκε σε βιβλίο με τον τίτλο «Καστανή Βίβλος». Ακόμη, στο Λονδίνο και στο Παρίσι οργανώθηκε το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του ’33 αντίδικη, όπου στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισε ο πραγματικός ένοχος, ο γερμανικός φασισμός.

Την «Καστανή Βίβλο» μετέφρασε στα ελληνικά ο κομμουνιστής Ελληνας λογοτέχνης Ν. Καρβούνης και την εξέδωσε σε βιβλίο το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο», που ήταν το βιβλιοπωλείο του ΚΚΕ. Όμως, ύστερα από απαίτηση της γερμανικής πρεσβείας, η ελληνική κυβέρνηση, το Μάρτη του 1934, έστειλε τον Καρβούνη στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι με τη μετάφραση και τον πρόλογό του στην ελληνική έκδοση της «Καστανής Βίβλου» καθύβρισε και συκοφάντησε την κυβέρνηση μιας φίλης χώρας!!! Ετσι ύστερα από μια πορεία μετ’ εμποδίων, η δίκη ολοκληρώθηκε στις 3/4/1934 και ο Καρβούνης καταδικάστηκε σε 15 ημέρες κράτηση με δικαίωμα εξαγοράς, για τον πρόλογο που έγραψε στην «Καστανή Βίβλο» . Η ελληνική αστική τάξη είχε κάνει το καθήκον της απέναντι στον Χίτλερ

Σχολιάζοντας αργότερα από τις στήλες της εφημερίδας «Πράβντα» τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ και τους στόχους που έθετε ο Ναζισμός μ’ αυτή του την προβοκάτσια, ο Δημητρώφ σημείωνε : «Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ επρόκειτο να χρησιμεύσει και χρησίμευε στην πραγματικότητα σαν σύνθημα για την τρομοκρατική εκστρατεία του γερμανικού φασισμού ενάντια στο επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου. Η φασιστική πρόκληση της 27 του Φλεβάρη 1933 επρόκειτο να είναι το σύνθημα για την “εξόντωση” του μαρξισμού, και μαρξισμό λέγοντας εννοούσαν το επαναστατικό κίνημα του γερμανικού προλεταριάτου. Οι παράφρονες φασίστες θέλανε να δείξουν όλες τις εχθρικές προς το επαναστατικό κίνημα και την ΕΣΣΔ δυνάμεις, θέλανε να δείξουν τον “ιστορικό” ρόλο του γερμανικού φασισμού, το ρόλο του χωροφύλακα της κεφαλαιοκρατικής Ευρώπης ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση».

Στο ίδιο άρθρο ο Δημητρώφ αναφέρθηκε εκτενώς στη σημασία που είχε για το γερμανικό φασισμό η δίκη της Λειψίας. «Η δίκη – υπογράμμισε – δεν κατευθυνόταν μονάχα ενάντια στο γερμανικό κομμουνισμό, μα κυρίως ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή και σύγχρονα ενάντια στη Σοβιετική Ενωση… Ποια συγκεκριμένα καθήκοντα έθεσε ο γερμανικός φασισμός στην οργάνωση της δίκης της Λειψίας;

1) Τη δικαιολόγηση των φασιστικών εμπρησμών μπρος στο εξωτερικό, τη συγκάλυψη των πραγματικών εμπρηστών με το ρίξιμο της ευθύνης στους κομμουνιστές.

2) Τη δικαιολόγηση της βάρβαρης τρομοκρατίας και της τεράστιας καταπίεσης του επαναστατικού προλεταριάτου, τη δικαιολόγηση μπρος στα μάτια της παγκόσμιας κοινής γνώμης της βάρβαρης εξόντωσης τεράστιων εκπολιτιστικών αξιών, όπως τη συντριβή της επιστήμης, την αμείλικτη εξόντωση ακόμα και της αστικο – αριστερής “ελευθερίας της γνώμης”, τα μαζικά πογκρόμ, τις μαζικές δολοφονίες κλπ.

3) Η δίκη επρόκειτο να τροφοδοτήσει μια καινούρια αντικομμουνιστική καμπάνια και επρόκειτο να προσφέρει τη βάση για μια καινούρια “μεγάλη δίκη” ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας.

4) Η δίκη επρόκειτο να αποδείξει ότι η φασιστική κυβέρνηση αγωνίζεται “νικηφόρα” ενάντια στον παγκόσμιο κομμουνισμό κι ότι έσωσε έγκαιρα την κεφαλαιοκρατική Ευρώπη από τον κομμουνιστικό κίνδυνο».

Η δίκη κράτησε από τις 21 του Σεπτέμβρη ως τις 23 του Δεκέμβρη του 1933. Σ’ όλη τη διάρκειά της αλλά και πριν απ’ αυτήν, όταν ο Δημητρώφ και οι σύντροφοί του ήταν προφυλακισμένοι, ένα τεράστιο αντιφασιστικό κίνημα αλληλεγγύης ξεσηκώθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Μοναδικό υπήρξε αυτό το κίνημα και στην Ελλάδα. Πλήθος κορυφαίων διανοουμένων αλλά και απλών ανθρώπων ζητούσαν με κάθε τρόπο την απελευθέρωση των δεσμωτών κομμουνιστών ηγετών, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να μπει φραγμός στη φασιστική λαίλαπα που απειλούσε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο «Ριζοσπάστης», η ΚΟΜΕΠ, το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», καθώς και άλλα αντιφασιστικά έντυπα της εποχής, είναι αψευδείς μάρτυρες εκείνου του αγώνα και του κινήματος αλληλεγγύης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Οι φασίστες δεν τόλμησαν να βγάλουν καταδικαστική απόφαση. Ο Δημητρώφ και οι σύντροφοί του αθωώθηκαν πανηγυρικά και ύστερα από αυστηρή διακοίνωση της σοβιετικής κυβέρνησης, το Φλεβάρη του 1934, η κυβέρνηση του Χίτλερ υποχρεώθηκε να τους απελευθερώσει και να τους επιτρέψει να μεταβούν στην ΕΣΣΔ, όπως και έγινε. Επρόκειτο για μια μεγάλη νίκη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που έμελλε να αποτελέσει παγκόσμιο σύμβολο στον αγώνα κατά του φασισμού.

Πηγή: Ριζοσπάστης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *