Της φυλακής τα σίδερα

Από χτες έχω την αίσθηση πως μου δόθηκε το πολυτελές κελί του Αλ Καπόνε Και δεν είμαι καν αρχιμαφιόζα. Στις ανομίες μου συγκαταλέγονται βέβαια, κάποια ψέματα, ελαφροχέρικες ή βαρυσήμαντες επιδρομές στο πορτοφόλι της μάνας μου ως έφηβη, αν δεν με απατά η μνήμη μου, πρέπει ως φοιτήτρια να είχα ξαφρίσει ένα βιβλίο από γνωστό εκδοτικό οίκο και καμιά σοκολάτα από άγνωστο σούπερ μάρκετ και διάφορα τέτοια, χαμηλής μαφιόζικης υποστάθμης.

Πώς, με τόσο φτωχό βιογραφικό στο χώρο του εγκλήματος, είχα την τύχη να πάρω το κελί του Αλ Καπόνε, το βρίσκω δυσεξήγητο. Μετά από ενδελεχή σκέψη, κατέληξα στο συμπέρασμα πως η φυλακόβιά μου πολυτέλεια, αποτελεί δείγμα του υψηλού επιπέδου ανθρωπισμού και κοινωνικής μέριμνας της εποχής μας. Ο πήχυς του πολιτισμού, σε κάθε εποχή, μετριέται με την αντιμετώπιση των περιθωριακών ατόμων και είμαι σίγουρη, πως το συμπέρασμα είναι τόσο νουνεχές, που θα συμφωνήσετε αβίαστα όλοι οι περιθωριακοί συγκρατούμενοι, που μέσω πολλαπλών αξιόπιστων συγγραμμάτων,όπως αυτό, επιχειρείτε τη διαφυγή από την ανία και την άνοια της φυλακής.

Λίγο όμως ενδιαφέρει το συγκρατούμενο κοινό η ανάλυση του πολιτισμικού υπόβαθρου της εποχής μας, όντας τοις πάσι γνωστό και μη εξαιρετέο.
Τον ιστορικό του μέλλοντος θα τον ενδιέφερε η αποτύπωση των συνθηκών κράτησης, προκειμένου να αποδώσει το πενταδάχτυλο εύσημο αφενός στους διαχειριστές της εξουσίας, σε παγκόσμια και τοπική κλίμακα και αφεδύο σε όλους εμάς τους συγκρατούμενους.

Παρότι το ράντζο του κελιού έχει το φάρδος ενός άνετου διπλού κρεβατιού, με ανατομικό στρώμα, θερμαινόμενο υπόστρωμα και ελαφρύ πάπλωμα, ο ύπνος σήμερα ήταν ελαφρά ανήσυχος. Οφειλόταν σ΄ένα εφιάλτη. Είδα λέει, πως οι ταινίες Contagion και Λάμψη, δεν ήταν ταινίες αλλά έγιναν πραγματικότητα και πως ο Τζακ Νίκολσον με κυνηγούσε μ’ ένα χαρτί υγείας. Σηκώθηκα ιδρωμένη και, επηρεασμένη καθώς ήμουν από τον εφιάλτη, ακολούθησα τους όρους προσωπικής υγιεινής του Contagion.

Έτριψα με συρματόβουρτσα τα χέρια μου, ξεπλύθηκα και νίφτηκα με ελαφρύ διάλυμα χλωρίνης, έκανα γαργάρες με αραιωμένο βιτριόλι κι έκρυψα , καλού-κακού όλα τα χαρτιά υγείας, Άσπιλη και αμόλυντη, σερβιρίστηκα breakfast από τον όχι και τόσο πλούσιο σελφ σέρβις μπουφέ της φυλακής, φορώντας χειρουργικά γάντια και πετώντας τις μπουκιές στο στόμα σαν τρίποντα, για να αποφύγω κάθε επαφή με τα contagion χέρια μου. Στο σημείο αυτό κατάλαβα γιατί παραλληλίζουν τους εγκληματίες με βρώμικα χέρια.

Στη συνέχεια, η ηλεκτρονική μου ενημέρωση, με την παροχή δωρεάν wi-fi εκ μέρους της διευθύνσεως, με κατέστησε κοινωνό των παγκόσμιων εξελίξεων, οι οποίες βαίνουν από το συναρπαστικό στο συναρπαστικότερο.

Κατόπιν, υπήρξε μια αναταραχή στη μεγάλη μας φυλακή, καθώς αρκετοί συγκρατούμενοι εκτόξευσαν ανοίκειες απειλές, προς ανθρώπους της νύχτας και λοιπούς μεγαλομαφιόζους, του τύπου “άμα θα βγούμε, θα λογαριαστούμε”. Με συνεπήρε προς στιγμήν ο οίστρος και άρχισα να σιγοτραγουδώ κι εγώ το “Πάλης ξεκίνημα”. Σύντομα αναρρωτήθηκα αυθορμήτως και γιατί δεν λογαριαζόμασταν πριν μπούμε, και μου κόπηκε
η έξαρση ως αοιδού, καθότι το πεπρωμένο φαγείν αδύνατο.

Η βόλτα μας στο προαύλιο της φυλακής, το οποίο είναι ευάερο και ευήλιο καθώς βρίσκεται στην ταράτσα, υπήρξε χωνευτική και φιλοσοφημένη.

Η συγκρατούμενη μου Μπόμπο, με συνόδευσε με αίσθημα απορίας και απαρέσκειας για τα νέα δεδομένα, και όταν, αναστενάζοντας με ικανοποίηση κι ένα αίσθημα ταπεινού ηρωισμού, της είπα, “της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες”, με μια έκφραση αγενούς θλίψης, μου απάντησε, “και για τους μαλάκες, γαβ”.

Πηγή: Νίνα Γεωργιάδου – f/b

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *