Οταν η ιστορία μοιάζει να επιστρέφει όχι ως φάρσα, αλλά ως συνειδητή πολιτική επιλογή.
Μία τέτοια στιγμή αποτελεί η πρόσφατη ανάρτηση του επίσημου λογαριασμού του Λευκού Οίκου, σύμφωνα με την οποία «ο κομμουνισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για τη χώρα μας».
Η δήλωση αυτή δεν είναι μια ακόμη προεκλογική υπερβολή. Είναι η αναβίωση της πιο σκοτεινής παράδοσης του αμερικανικού αντικομμουνισμού. Είναι το πνεύμα του Μακαρθισμού να επιστρέφει στο προσκήνιο, ντυμένο με τα σύγχρονα επικοινωνιακά μέσα αλλά υπηρετώντας τον ίδιο παλιό σκοπό: να κατασκευάσει έναν εχθρό, να καλλιεργήσει τον φόβο και να ποινικοποιήσει κάθε ιδέα που αμφισβητεί την κυριαρχία του κεφαλαίου.
Τη δεκαετία του 1950 οι Ηνωμένες Πολιτείες έστηναν επιτροπές διώξεων, μαύρες λίστες, πολιτικές εκκαθαρίσεις και δικαστικά πογκρόμ. Συνδικαλιστές, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και χιλιάδες εργαζόμενοι στιγματίστηκαν ως «εχθροί του έθνους» μόνο και μόνο επειδή αγωνίζονταν για κοινωνικά δικαιώματα ή δήλωναν αριστερές πεποιθήσεις.
Σήμερα οι μέθοδοι μπορεί να έχουν εκσυγχρονιστεί, όμως η πολιτική ουσία παραμένει η ίδια. Αντί για επιτροπές του Κογκρέσου υπάρχουν αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντί για τηλεοπτικά δικαστήρια, ψηφιακές εκστρατείες φόβου. Ο στόχος, όμως, δεν αλλάζει: να ταυτιστεί ο κομμουνισμός με την απειλή, ώστε να εμφανιστεί ως «φυσική» και «αναγκαία» η υπεράσπιση ενός συστήματος που ολοένα και περισσότερο αμφισβητείται.
Αξίζει όμως να αντιστρέψουμε το ερώτημα.
Ποιος αποτελεί πραγματική απειλή για την ανθρωπότητα;
Η ιδεολογία που διεκδικεί μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ή η υπερδύναμη που έχει πρωταγωνιστήσει σε πολέμους, πραξικοπήματα, οικονομικούς αποκλεισμούς και στρατιωτικές επεμβάσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη;
Ποιος χρηματοδοτεί πολέμους, επιβάλλει κυρώσεις που οδηγούν λαούς στην εξαθλίωση, στηρίζει αυταρχικά καθεστώτα όταν εξυπηρετούν τα γεωπολιτικά του συμφέροντα και μετατρέπει ολόκληρες χώρες σε πεδία καταστροφής για τα κέρδη των πολυεθνικών;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε ένα σύνθημα του Λευκού Οίκου. Βρίσκεται στην ίδια την ιστορία.
Ο αντικομμουνισμός δεν εμφανίζεται ποτέ όταν το σύστημα αισθάνεται παντοδύναμο. Επανέρχεται όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει, όταν οι ανισότητες βαθαίνουν, όταν οι εργαζόμενοι αμφισβητούν τις «αιώνιες αλήθειες» του καπιταλισμού.
Γι’ αυτό και η σημερινή αντικομμουνιστική υστερία δεν αποκαλύπτει τη δύναμη της αμερικανικής άρχουσας τάξης. Αποκαλύπτει τους φόβους της.
Φοβάται ότι εκατομμύρια άνθρωποι βλέπουν πλέον καθαρά πως ο καπιταλισμός δεν σημαίνει ελευθερία για όλους, αλλά αμύθητο πλούτο για μια ελάχιστη μειοψηφία και ανασφάλεια, πολέμους και φτώχεια για τους πολλούς.
Γι’ αυτό ξαναζωντανεύουν τα φαντάσματα του Μακαρθισμού.
Γιατί όταν ένα σύστημα αδυνατεί να εμπνεύσει, καταφεύγει στον φόβο.
Όταν αδυνατεί να πείσει, καταφεύγει στη συκοφαντία.
Και όταν δεν μπορεί να απαντήσει στα κοινωνικά αδιέξοδα που το ίδιο γεννά, αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους.
Η ιστορία, όμως, δεν γράφεται από αναρτήσεις κυβερνητικών λογαριασμών ούτε από αντικομμουνιστικές εκστρατείες. Γράφεται από τους αγώνες των λαών, από τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, από εκείνους που αρνούνται να αποδεχθούν την εκμετάλλευση ως φυσικό νόμο.
Και όσο πιο υστερικά επιστρατεύεται ο αντικομμουνισμός, τόσο πιο φανερό γίνεται ότι το σύστημα αισθάνεται πως τα θεμέλιά του δεν είναι τόσο ακλόνητα όσο θα ήθελε να πιστεύουμε.


0 Comments