
Αρχικά μιλώντας για την τρομερή κτηνωδία που διέπραξαν οι Γερμανοί κατακτητές και τα ντόπια δοσιλογικά καθάρματα που υπάκουαν στις διαταγές τους, στις 17 Αυγούστου 1944 στην Κοκκινιά, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο που έχει εκδώσει ο Δήμος Νίκαιας με τίτλο «Το Μπλόκο της Κοκκινιάς».
Πριν απ’ αυτό να θυμίσουμε κάτι που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο.
Ενώ στα μπλόκα που σαν στόχο είχαν την εξόντωση δυνάμεων του ΕΛΑΣ και την σύλληψη ομήρων για τα Γερμανικά στρατόπεδα εργασίας, συμμετείχαν επίλεκτες κατοχικές δυνάμεις –Μονάδες της Βέρμαχτ και τμήματα των Waffen SS- την μεγαλύτερη σκληρότητα και κτηνωδία απέναντι στους Έλληνες πατριώτες την έδειχναν τα ντόπια τομάρια (ταγματασφαλίτες, Μπουραντάδες, Παπαγιώργηδες κ.α) που ήταν τσιράκια των κατακτητών.
Μνημείο κυνισμού έμεινε η απολογία του Ν. Μπουραντά στις δίκες -παρωδία στα δικαστήρια δοσιλόγων που έγιναν μετά την απελευθέρωση: «Εγώ τρώγω ένα ξεροκόμματο βουτηγμένο στο αίμα! Αλλά ρέει στις φλέβες μου άφθονο ελληνικό αίμα», είχε πει μεταξύ άλλων.
Το κείμενο που αναφέραμε από την έκδοση του Δήμου Νίκαιας:
Πέμπτη, 17 Αυγούστου 1944

«(…) Στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θ’ ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει.
Τα χαράματα Παρασκευής 17ηςΑυγούσιου του 1944. Πριν ακόμα φέξει το πρώτο φως του ήλιου, η Κοκκινιά (Νίκαια) βρέθηκε κυκλωμένη απ’ όλες τις μεριές. Περίπου 3.000 βαριά οπλισμένοι με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανοί και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη …
Επικεφαλής των ταγματασφαλιστών ο συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιάννης Σγουρός και ο Διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς.
Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» των ταγματασφαλιτών στους δρόμους της Κοκκινιάς:
«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσιας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου».
Πανικός σε κάθε σπίτι σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του μαρτυρίου, εκατοντάδες αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους …
Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν χτυπούν …
Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα τρόμου που επιτείνονταν από τους αναρίθμητους πυροβολισμούς και τις εκρήξεις χειροβομβίδων μάζεψαν όλους τους άνδρες δεκατεσσάρων έως εξήντα ετών στην πλατεία Οσιας Ξένης, όσοι μπορούσαν να χωρέσουν στην πλατεία …
Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσιας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα.
Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν να περνούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι.

Ο συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών I. Πλυντζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος με το γιο του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα, παίρνουν θέσεις …
Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες … ως γνήσιοι προδότες (…) υποδεικνύουν ποιους θα εκτελέσουν …
Κιρκόρ Μπαταβιαν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης κ.α αρχίζουν να υποδεικνύουν πατριώτες.
Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ». Αμέσως χιμούν πάνω του οι ταγματασφαλίτες, και με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι, του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος, ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.
Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του ΚΚΕ Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομμάτιασαν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για την εκτέλεση. Τον Ασμάνη τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος.
Οι κουκουλοφόροι σαν φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν… κι ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν …
Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στη πλατεία της Οσιας Ξένης στη μάντρα ενός Ταπητουργείου που έχει προαύλιο μαντρωμένο δίπλα στην πλατεία που ανήκει στον υφαντουργό Παγιασλή.
Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη «Μάντρα» πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει, βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», (σ.σ «Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»)…
Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον Πλυντζανόπουλο και τον πιάνει από το λαιμό. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επιτόπου.
Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις …
76 Νικαιώτες εκτελέστηκαν στην «Μάντρα», 50 εκτελέστηκαν στην «Μάντρα» στα Αρμένικα 40 κάηκαν στο «Σχιστό» και άλλοι δολοφονήθηκαν στους δρόμους και στα σπίτια τους.
Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι τρομερή. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα έχει καλύψει το πάτωμα στον στεγασμένο χώρο.
Οι Γερμανοί αηδιασμένοι δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Αυτοί ορμούν πάνω στα εκτελεσμένα κορμιά και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια, βέρες, δόντια κ.α.
Οι Γερμανοί βλέπουν με αποτροπιασμό την κατάντια τους εκτελούν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και οι Μπατράνης και Μπεμπέκογλου οι οποίοι με την κουκούλα στην τσέπη αφήνουν τα κορμιά τους στον ίδιο τόπο που σκοτώθηκαν τα θύματά τους.
Ο υπαστυνόμος Λευτέρης Παπανάγνου λαμβάνει εντολή από το Διοικητή του 5ου Αστυνομικού Τμήματος να επιβλέψει τη μεταφορά των εκτελεσμένων από το χώρο της «Μάντρας» στο Γ’ Νεκροταφείο. Ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει:

«Πήρα ανάλογη δύναμη και πήγα στη Μάντρα. Όλοι οι γύρω χώροι ήταν γεμάτοι από γυναίκες. Τις απομάκρυνα λίγα μέτρα. Έβαλα σκοπούς στις δυο γωνίες (…) Προχώρησα προς το κύριο οικοδόμημα. (…) Το θέαμα με συγκλόνισε. Ρίγος ένοιωσα σ’ όλο μου το σώμα. Δεν περίμενα να βρω τόσα θύματα. (…) Όλο το δάπεδο του υφαντουργείου ήταν σκεπασμένο από κορμιά εκτελεσμένων. (…)
Στην νοτιοανατολική γωνία της αίθουσας και πάνω στα κορμιά των ανδρών βρίσκονταν μπρούμυτα το σώμα της Διαμάντως. Η φούστα της ήταν ανασηκωμένη και σκέπαζε το σώμα της από τη μέση και πάνω. Τα μπούτια της ήταν μελανιασμένα από τα χτυπήματα. (…) Συνήλθα γρήγορα. Σκέφτηκα λίγο. Τους δράστες τους ξέρουμε. (…)
Εκείνο που δεν ξέρουμε είναι η ταυτότητα των θυμάτων. Προέχει η διάσωση των στοιχείων της ταυτότητας και η μεταφορά τους στο Νεκροταφείο. Άρχισα αμέσως την έρευνα (…) Ότι έβρισκα ταυτότητα, αλυσίδα, φυλαχτά τα τύλιγα σ’ ένα μαντήλι κι ένα κομμάτι από τη φανέλα και πουκάμισο του θύματος (…) συγκέντρωσα τα δεματάκια και τα τύλιξα σ’ ένα σακάκι του θύματος. (…) Έδωσα εντολή στους εργάτες του Δήμου, ν’ αρχίσουν τη φόρτωση (…) Όταν η φόρτωση τελείωσε και τα κάρα έφυγαν για το Γ’ Νεκροταφείο, εγώ με το σακάκι (…) στην αγκαλιά μου (…) παρέδωσα το πολύτιμο για μένα φορτίο στον υπάλληλο του γραφείου του Ε.Ε.Σ (…)»
Κατόπιν διαταγής οι εργάτες, θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ’ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.
Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ενα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ’ αυτή την απόσταση, περίπου 7χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως…
___________
Απόσπασμα από περασμένη ανάρτηση της ιστοσελίδας μας
17 Αυγούστου 1944: Το Μπλόκο της Κοκκινιάς
Γράφει ο kokkiniotis

Στις 2.30΄ τη νύχτα, ξημερώνοντας 17 Αυγούστου του 1944, γερμανικά καμιόνια με 3.000 γερμανούς στρατιώτες, τσολιάδες και ταγματασφαλίτες ζώσανε την ευρύτερη περιοχή της Κοκκινιάς.
Επικεφαλής ήταν ο διαβόητος αρχιταγματασφαλίτης συνταγματάρχης Ι. Πλυτζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος και ο επικεφαλής του μηχανοκίνητου της Αστυνομίας Πόλεων Νίκος Μπουραντάς.
Τα χαράματα αρχίσανε τα χωνιά να καλούν όλους τους άντρες από 14 έως 60 χρονών να παρουσιαστούν στην πλατεία Οσίας Ξένης.
Όσοι συλλαμβάνονταν στα σπίτια, εκτελούνταν επί τόπου. Δεκάδες χιλιάδες κατοίκων της ηρωικής Κοκκινιάς συγκεντρώνονται στην πλατεία και στους γύρω δρόμους και υποχρεώνονται, όπως και στο μπλόκο του Δουργουτιού, να κοιτάνε στα μάτια τους μασκοφόρους καταδότες για να διευκολύνουν το άθλιο έργο τους.

315 ήταν τα θύματα των ναζιστών και των ταγματασφαλιτών συνεργατών τους. Πολλοί κάηκαν ζωντανοί όταν οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους, άλλοι εκτελέστηκαν στα Καμμένα, στα Αρμένικα ή στη μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή, στην οδό Κιλικίας, κοντά στην πλατεία Οσίας Ξένης.
Εκεί εκτελέστηκε και η αντάρτισσα του εφεδρικού ΕΛΑΣ Διαμάντω Κουμπάκη που έδωσε μάχη (βλ. σχετικά σε προηγούμενη ανάρτησή μας).
Εμεινε στην ιστορία η σκηνή όπου ο αγωνιστής Κώστας Περιβόλας όρμησε στον ίδιο τον Πλυτζανόπουλο και τον έπιασε από το λαιμό (κατ’ άλλους τον δάγκωσε) για να εκτελεσθεί στη συνέχεια επί τόπου.
Χαρακτηριστικό είναι ακόμη ότι οι Γερμανοί εκτελέσανε στο τέλος και κάποιους από τους μασκοφόρους συνεργάτες τους, όπως τους Μπεμπέκογλου Μπακαλόπουλο και Μπατράνη. (Β.Κ: Τους λόγους που οι κατακτητές εκτέλεσαν τους κουκουλοφόρους συνεργάτες τους, τους αναφέρει προηγούμενη ανάρτηση).
Τα συγκλονιστικά γεγονότα του μπλόκου της Κοκκινιάς περιγράφονται στην πολύ σημαντική ταινία του Άδωνι Κύρου «Το Μπλόκο» (1964)
_______________________
17 Αυγούστου του 1944 μπλόκο της Κοκκινιάς – Αστικό κράτος και δοσιλογικά καθάρματα
Φέρνοντας στην μνήμη μας όσα έγιναν στις 17 Αυγούστου του 1944 στο μπλόκο της Κοκκινιάς, είναι καλό είναι να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο το αστικό κράτος αντιμετώπισε τα καθάρματα που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή είτε ως κουκουλοφόροι είτε ως ταγματασφαλίτες στο μπλόκο της Κοκκινιάς.

Οι πρωταγωνιστές της σφαγής, τα δοσιλογικά καθάρματα, οι «οι καταραμένοι τσολιαδοχωροφύλακες» που μαζί με τους Γερμανούς «βασάνισαν, χτύπησαν ανελέητα, τους έβγαλαν τα μάτια και πτώματα πια του εκτέλεσαν» -σ.σ τους Εαμίτες- (όπως αναφέρει προκήρυξη της Αχτιδικής Επιτροπής Κοκκινιάς του ΚΚΕ) «ανταμείφτηκαν πλουσιοπάροχα» για τις «υπηρεσίες» στον κατακτητή από τις μετέπειτα μοναρχοφασιστικές κυβερνήσεις.
Τα τομάρια, οι προδότες εγκληματίες, που έφεραν τα ονόματα Πλυτζανόπουλος, Σγούρος, Μπουραντάς, και οι οποίοι πρωτοστάτησαν στο μακέλεμα του λαού της Κοκκινιάς μόνο «εθνικοί ευεργέτες» που δεν ανακηρύχτηκαν.
Τον Μάρτη του 1947, σε μια δίκη φιάσκο απ’ το λεγόμενο «Γ’ δικαστήριο δωσιλόγων» απαλλάχθηκαν και συνέχισαν το «θεάρεστο έργο» τους, από άλλα πόστα.
Ο Πλυτζανόπουλος προήχθη και έγινε υποστράτηγος του κυβερνητικού στρατού για να εμφυσήσει το «πατριωτικό του πνεύμα» στους υφισταμένους του.
Ο Σγούρος διορίστηκε διοικητής του 3ου Τάγματος Μακρονήσου.
Για τα νέα καθήκοντα αυτού του «εθνικόφρονα» και τις δραστηριότητες του μαθαίνουμε από επιστολή φαντάρων της Μακρονήσου που δημοσιεύτηκε στον “Ριζοσπάστη” στις 25 Ιούνη 1945.
«Αγαπητέ Ριζοσπάστη
Σου γράφουμε από το απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού – Λαυρίου («Β’ Τάγμα Σκαπανέων» το ονομάζουν οι δήμιοί μας για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου).
Στο στρατόπεδο αυτό μας μετέφεραν για να μας ξεκάνουν. Μακριά από τον κόσμο, ανενόχλητοι και μεθοδικά βάλθηκαν να μας εξοντώσουν. Ξεκινήσαμε για τον καταραμένο αυτό τόπο από το Πόρτο – Ράφτη τα ξημερώματα της 26 Μαΐου κατά λόχους. Τρεις μέρες χρειάσθηκαν για να μεταφερθούμε, 1.500 δημοκρατικοί φαντάροι, σαν πρόβατα επί σφαγήν, στο απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού.
Πριν μας μεταφέρουν έψαχναν φαίνεται να βρουν τον τόπο που σίγουρα προορίζουν για τάφο μας. Και δεν άργησαν. Πρόκειται για ένα άνυδρο νησί που ούτε κατσίκια δε φιλοξενεί. Είναι ολόγυμνο. Ιχνος δένδρου δεν υπάρχει. Μερικά σκίνα αποτελούν το μόνο διάκοσμό του. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας ζαλισμένοι, νηστικοί και διψασμένοι, το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ατέλειωτη σειρά από τάφους και μνήματα Τούρκων και Βουλγάρων αιχμαλώτων του πολέμου 1912-13.
Από την πρώτη μέρα άρχισε το μαρτύριό μας. Μας βάζουν να γκρεμίζουμε αυτούς τους τάφους. Ολημερίς πνιγμένοι στον ιδρώτα και τη σκόνη, κατάκοποι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι με το μαστίγιο πάνω από τα κεφάλια μας, δίχως νερό σκάβουμε. Τα μνήματα και οι τάφοι γκρεμίζονται από τις σκαπάνες μας που ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά για να ξεχώνουν πολλές φορές και τα κόκαλα. Ατέλειωτες φάλαγγες σχηματίζουμε καθώς πηγαινοερχόμαστε κουβαλώντας πέτρα και χαλίκι. Τα σώματά μας γέρνουν από την κούραση μα δεν τολμούμε να αφήσουμε τις σκαπάνες, γιατί βαρύς πέφτει πάνω μας ο βούρδουλας των αλφαμιτών (Αστυνομία Μονάδος).
Οι μέρες μας μία – μία έτσι δραματικές, απαίσιες κυλούν. Και όσο βλέπουν ότι δε λυγάμε, τόσο λυσσούν. Εχουν όμως διδαχθεί πάρα πολλά οι μαθητές του Χίτλερ. Και αφού είδαν και απόειδαν, άλλαξαν τακτική. Βάζουν τώρα μπροστά από τη φάλαγγα Χίτες με τα κλαρίνα και τα βιολιά μερικών συναδέλφων που τάχουν φέρει μαζί τους και ξεκινάμε για το σκάψιμο “εν χορδαίς και οργάνοις”. Εως ότου φτάσουμε στο καθημερινό μαρτύριο βιολιά και κλαρίνα χτυπούν ακατάπαυστα κι εκνευριστικά. Πίσω σχηματίζεται μια αληθινή νεκρική πομπή. Τα κορμιά λυγίζουν από το βάρος που φέρνουν στις πλάτες. Η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα αδειανά στομάχια μας. Τα πόδια σούρνονται στο χώμα. Μα τα κεφάλια στέκουν ψηλά για να συμβολίζουν τις αδούλωτες ψυχές των ζωντανών σκελετών και να θυμίζουν στους δήμιους ότι τίποτα δεν είναι ικανό να μας γονατίσει.
Το συσσίτιο είναι απαίσιο (μια κουταλιά νερό με 2- 3 όσπρια μέσα). Και αν τολμήσεις να μιλήσεις, αμέσως ο λοχαγός σε στέλνει στο “σιδηρωτήριο” (θάλαμος βασανιστηρίων της Αστυνομίας Μονάδος). Και όταν πας εκεί φεύγεις άρρωστος, ανίκανος να σταθείς στα πόδια σου για 2 βδομάδες. Αν πεις για το νερό… κουβαλιέται μέσα σε δοχεία βενζίνης και πετρελαίου από το Λαύριο. Πολλές φορές δεν τολμάς όχι να το δοκιμάσεις, αλλά ούτε και να το μυρίσεις.
Στις 11 Ιουνίου η σάλπιγγα χτύπησε συγκέντρωση τάγματος. Πάλι πέτρα σκεφτήκαμε όλοι μας. Αυτή τη φορά όμως γελασθήκαμε. Δε μας ήθελαν για πέτρα. Μας μίλησαν με το καλό. Μας είπαν ότι είμαστε καλοί και πειθαρχικοί στρατιώτες και όχι απείθαρχοι όπως αυτοί της Κρήτης. Υστερα ο υπασπιστής του τάγματος μας διάβασε τη διαταγή του διοικητή. Αρχιζε αυτή από τον αναρχοκομμουνισμό και κατέληγε ούτε λίγο, ούτε πολύ, με τρόπο εύσχημο στην παρότρυνση για υπογραφή δηλώσεων “παντός εντίμου Ελληνος πατριώτου”…
Την άλλη μέρα οι διοικητές των λόχων καλούσαν ένα – ένα φαντάρο χωριστά και τον επίεζαν με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα να υπογράψει την εξής δήλωση:
“Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… κλάσεως… εκ… και διαμένων εις… δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι: Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς.. Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ. Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους – Σέρβους και γενικώς σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας, προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαβοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεως των. Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου.
Ο Δηλών…..”.
Ας το μάθη ο ελληνικός λαός, ο κόσμος ολόκληρος πως ποτέ τα 1500 στρατευμένα παιδιά του λαού δε θα υπογράψουν μια τέτοια δήλωση. Είμαστε δημοκράτες και πιστεύουμε ακράδαντα στη Δημοκρατία. Εχουμε κλεισμένη μέσα μας την Ελλάδα και το Λαό της. Είμαστε διατεθειμένοι να γεμίσουμε τους τάφους και τα μνήματα, που τώρα σκάβουμε, με τα δικά μας κορμιά, βέβαιοι πως κάποτε, πολύ σύντομα ο ελληνικός λαός θα στήσει εκεί ανδριάντες ηρωισμού και παλικαριάς.
Εμείς οι 1.500 δεσμώτες του “Β’ τάγματος Σκαπανέων” από το ξερόνησο Μακρονήσι, με μια φωνή βροντοφωνάζουμε: Δεν υπογράφουμε την εξευτελιστική δήλωση που μας ζητάνε. Αυτή είναι η τελευταία μας λέξη. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο».
Να κλείσουμε την ανάρτησή μας με μια επισήμανση για το … πως γράφουν την ιστορία οι νικητές. Η Απριλιανή χούντα διόρισε τον ανιψιό του Πλυντζανόπουλου δήμαρχο Κοκκινιάς κι αυτός στον τόπο του Μπλόκου τοποθέτησε επιγραφή, που έγραφε: «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί, και εαμίται, ελασίται, παρέδωσαν εις τους βαρβάρους κατακτητάς την 17ην Αυγούστου 1944, αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντίστασης. Τέκνα ηρωικά της Νίκαιας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον».


0 Comments