
Της Χρύσας Κακατσάκη – Documento
Αδεια έδρανα στη μεγαλύτερη διάρκεια της μαραθώνιας συνεδρίασης. Γλωσσοπλαστικές ικανότητες αλά Μπαμπινιώτη (Τεμπορυχία). Αμήχανα χαμόγελα στο φως των φλας των φωτογράφων. Αποχωρήσεις και αποχές από την ψηφοφορία με διαδικαστικές δικαιολογίες που μας ξαναγύρισαν στα αμφιθέατρα των φοιτητικών μας συνελεύσεων.
Η επισφράγιση όμως της συζήτησης για τη σύσταση της προανακριτικής ήρθε με την αμείλικτη γλώσσα των αριθμών: 154 ναι της κυβερνητικής πλειοψηφίας για την παραπομπή του Καραμανλή και 38 ψήφοι για την δίωξη πολιτικών προσώπων που πρότεινε ο Σύλλογος Συγγενών και στήριξαν τέσσερα μικρά κόμματα.
Κονταροχτυπήθηκαν τις προηγούμενες μέρες οι συνταγματολόγοι αν στοιχειοθετείται η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και η ετυμηγορία ήταν όχι, κυρίως γιατί δεν προκύπτει από την δικογραφία. Αλλά και συνταγματικά θεωρήθηκε υπερβολή. Σωστά όλα αυτά αν αγνοηθούν το αίτημα για απονομή της δικαιοσύνης και η αυτονόητη πολιτική διάσταση. Σωστά αν δεν έχεις ακουστά την Αιδώ, δηλαδή την άγρυπνη ηθική συνείδηση. Αν πιστεύεις ότι τα μαζικά συλλαλητήρια ήταν οφθαλμαπάτες, αν δεν δέχεσαι ότι στο συλλογικό τραύμα του εγκλήματος χώρεσε πολύς θυμός για μια σωρεία σκανδάλων, καταστρατήγησης του συντάγματος, επεμβάσεις στη Δικαιοσύνη που αλλοιώνουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Σε ακραίες πολιτικές αμύνεσαι με ακραίες ενέργειες. Δεν πέφτουν τα αεροπλάνα με σφεντόνες.
Αυτό είναι το σκεπτικό των συγγενών που τα κόμματα της Αριστεράς δεν κατάλαβαν και φοβήθηκαν μήπως πάρουν διαγωγή κοσμία στον έλεγχο ή μείνουν μετεξεταστέοι στο μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου. Επέλεξαν λοιπόν το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, ώστε ο πρωθυπουργός να βγει αλώβητος και να αποκρούσει με θεαματικό πλονζόν το πέναλτι. Ξέχασαν πολύ γρήγορα τις υποσχέσεις που έδιναν στην Μαρία Καρυστιανού για συμπαράσταση μέχρι τέλους, διότι επικράτησαν οι ιδεοληπτικές εμμονές και οι κομματικές δοσοληψίες.
Το κοινοβούλιο είναι ο χώρος της ζωντανής λογοδοσίας, του έμπρακτου ελέγχου της κοινοβουλευτικής εξουσίας και όχι παρουσιολόγιο. Ακόμη και όταν ξέρεις ότι πρόκειται για το χρονικό μιας προαναγγελθείσας επικράτησης της κυβερνητικής πρότασης, δίνεις τον αγώνα σου για να σου μείνει τουλάχιστον το κέρδος της αξιοπρέπειας.
Ενας δημοσκόπος μετά την λήξη της παράστασης έβαλε στη διαπασών το “Ανεμολόγιο”: “Είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσαμε, στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό τον θίασο μόνο ως φαντάσματα”.
Πλημμέλημα λοιπόν οι 67 ζωές που χάθηκαν γιατί η Ν.Δ κατάφερε να μετατρέψει μια αμιγώς πολιτική υπόθεση σε νομικό ή μάλλον νομικίστικο ζήτημα. Εχοντας πάρει μαθήματα από το Ισραήλ, ο Μητσοτάκης εμφανίστηκε ως θύμα αντί για θύτης, ανάγοντας την ατομική ευθύνη σε φαντασιακή δίωξη.
Η αντεπίθεση βασίστηκε σε ένα μείγμα πατριωτισμού και αυταρέσκειας για να συνθέσει την εικόνα του αλάθητου. Κετέφυγε στην έννοια της “συκοφαντίας” για να αντικαταστήσει τη λειτουργία του θεσμικού ελέγχου. Αναζήτησε την νομιμοποίηση όχι στις πράξεις του, όντας ελλιπείς και αυθαίρετες, αλλά στην εκλογική κυριαρχία. Καλλιέργησε αίσθηση αδικημένου μεγαλείου που αντιπροτείνει ωστόσο μια θεματική ατζέντα λήθης, μια απόπειρα να εξαφανιστεί το πένθος και να παραχθεί μια συλλογική αμνησία με όρους προόδου.
Στο εργοτάξιο των πλασματικών αφηγήσεων “οι χοροί και τα πανηγύρια” λειτουργούν ως εξευτελιστικοί όροι του αντιπολιτευτικού λόγου.
Αν ξέφυγε από την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, η έσχατη αναξιοπιστία θα τον ακολουθήσει εσαεί.

0 Comments