
Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους τραγούδια. Και υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν ένα παράδειγμα ζωής. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Σαν σήμερα, στα τέλη του Ιούνη του 1943, έφυγε από τη ζωή, νικημένος από τη φυματίωση και τις κακουχίες της Κατοχής, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του προπολεμικού λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Δεν πέθανε μόνο ένας μεγάλος μουσικός. Πέθανε ένας άνθρωπος που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την εξουσία, τη λογοκρισία και την κατοχική εξαθλίωση.
Γεννημένος το 1896 στο Ντουρμπαλί της Σμύρνης, ο Παπάζογλου μεγάλωσε μέσα στον πολυπολιτισμικό κόσμο της Ιωνίας. Αυτοδίδακτος μουσικός, έπαιζε μαντολίνο, κιθάρα, βιολί και μπάντζο, ενώ συμμετείχε στη θρυλική Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα «Τα Πολιτάκια». Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε πρόσφυγας στην Κοκκινιά, κουβαλώντας μαζί του όχι περιουσίες, αλλά έναν ανεκτίμητο μουσικό θησαυρό.
Η δισκογραφική του παρουσία υπήρξε σύντομη, αλλά εκρηκτική. Τραγούδια όπως «Αργιλέ μου», «Ο Λαθρέμπορας», «Η Μπαμπέσα», «Σαν φουμάρω τσιγαρλίκι», «Ο Ξεμάγκας» και τόσα άλλα πέρασαν στη λαϊκή μνήμη όχι επειδή τα διαφήμισε κάποια βιομηχανία θεάματος, αλλά επειδή εξέφραζαν αυθεντικά τον κόσμο της φτώχειας, της προσφυγιάς και της εργατιάς.
Ο άνθρωπος που είπε «όχι» στη λογοκρισία
Η μεγαλύτερη όμως κληρονομιά του Παπάζογλου δεν είναι μόνο τα τραγούδια του.
Το 1937, όταν η δικτατορία του Μεταξά επέβαλε ασφυκτική λογοκρισία στο λαϊκό τραγούδι, ο Παπάζογλου αρνήθηκε να υποταχθεί. Δεν δέχτηκε να περνούν τα έργα του από την έγκριση κρατικών λογοκριτών, τους οποίους θεωρούσε ανίκανους να κρίνουν τη λαϊκή δημιουργία. Προτίμησε να χάσει τη δισκογραφική του καριέρα παρά την αξιοπρέπειά του.
Η στάση αυτή τού κόστισε ακριβά. Η δισκογραφία ουσιαστικά του έκλεισε τις πόρτες. Εκείνος όμως δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ τις αρχές του.
Η πιο μεγάλη πράξη αντίστασης
Η πιο συγκλονιστική σελίδα της ζωής του γράφτηκε στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής.
Ενώ πολλοί μουσικοί συνέχισαν να παίζουν στα κέντρα όπου διασκέδαζαν μαυραγορίτες και συνεργάτες των κατακτητών, ο Παπάζογλου πήρε μια απόφαση που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη.
Παράτησε οριστικά την κιθάρα.
«Δεν παίζω για να χορεύουν οι φχαριστημένοι και οι μαυραγορίτες», φέρεται να είπε. Προτίμησε να γίνει παλιατζής, γυρνώντας τους δρόμους με ένα τσουβάλι στον ώμο, παρά να βγάζει χρήματα διασκεδάζοντας όσους πλούτιζαν πάνω στην πείνα του λαού.
Η επιλογή του αυτή τον οδήγησε στην απόλυτη ένδεια. Η πείνα, οι στερήσεις και η φυματίωση λύγισαν το σώμα του. Όχι όμως το φρόνημά του.
Ένας ρεμπέτης που δεν εξαγοράστηκε
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά μετατρέπεται σε προϊόν και ο δημιουργός καλείται να προσαρμοστεί στις επιταγές της αγοράς, η μορφή του Παπάζογλου αποκτά ξεχωριστή σημασία.
Δεν έγινε σύμβολο επειδή ήταν διάσημος.
Έγινε σύμβολο επειδή απέδειξε ότι η τέχνη χωρίς αξιοπρέπεια είναι κενό περίβλημα.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου δεν πλούτισε. Δεν τιμήθηκε όσο ζούσε. Δεν έκανε εκπτώσεις για να παραμείνει στο προσκήνιο. Άφησε όμως πίσω του κάτι πολύ πιο πολύτιμο: την απόδειξη ότι ένας λαϊκός δημιουργός μπορεί να μείνει πιστός στις αξίες του ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει φτώχεια, αποκλεισμό και, τελικά, τον ίδιο τον θάνατο.
Ο ασυμβίβαστος «Αγγούρης» δεν ανήκει μόνο στην ιστορία του ρεμπέτικου.
Ανήκει στην ιστορία όλων εκείνων που προτίμησαν να χάσουν τα πάντα παρά να χάσουν τον εαυτό τους.


0 Comments