

Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Η ιντερνετική σαπίλα της καθεστωτικής δημοσιογραφίας, αυτός ο «εθνικός κορμός» της δεξιάς και ακροδεξιάς αρθρογραφίας, έχει εδώ και χρόνια βρει μόνιμη στέγη στην ιστοσελίδα liberal του Θανάση Μαυρίδη. Εκεί αναπαράγεται καθημερινά το δηλητήριο του αντικομμουνισμού, του ιστορικού αναθεωρητισμού και της φασιστικής κανονικοποίησης. Σε περίοπτη θέση, ο Σάκης Μουμτζής – μια στρατευμένη πένα του νεοφασισμού.
Ο ίδιος άνθρωπος που έφτασε στο αδιανόητο σημείο να χαρακτηρίζει τη μαζική σφαγή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων από τα σιωνιστικά στρατεύματα –στη συντριπτική τους πλειοψηφία γυναικόπαιδα– ως «καθαρισμό της μπουγάδας» από τον Νετανιάχου, εμφανίζεται σήμερα ως… θύμα. Ως φιμωμένος. Ως καταπιεσμένος.

Ο υμνητής των εγκλημάτων πολέμου δεν μπορεί να καταλάβει γιατί, ενώ έχει προσφέρει τόσο πρόθυμα τις υπηρεσίες του στο ξέπλυμα της γενοκτονίας, δεν απολαμβάνει καθολική αποδοχή και τιμές. Του φαίνεται αδιανόητο ότι η εξύμνηση εγκλημάτων πολέμου δεν αντιμετωπίζεται ως «θεμιτή άποψη».
Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, κάποιοι «θέλουν να φιμώσουν –και το πετυχαίνουν– μια φωνή που σταθερά στέκεται δίπλα στους Ισραηλίτες και τους Ισραηλινούς». Μόνο που αυτή η «φωνή» είναι η ίδια που βαφτίζει τη μαζική δολοφονία αμάχων «αναγκαία», «φυσιολογική» και –με γλώσσα που μυρίζει ναφθαλίνη από τα πιο σκοτεινά χρόνια του 20ού αιώνα– «καθαρισμό».
Με αυτό το ιδεολογικό φορτίο, ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Βόλου θεώρησε σωστό να τον καλέσει ως κεντρικό ομιλητή στην εκδήλωση μνήμης για το Ολοκαύτωμα, στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης. Ένας απολογητής σύγχρονων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας να μιλήσει για τη μεγαλύτερη θηριωδία του ναζισμού. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο.

Όμως αυτή τη φορά δεν του βγήκε το σενάριο. Υπήρξαν αντιδράσεις. Και όπως ο ίδιος παραπονιέται, οι αιτιάσεις αφορούσαν το συγγραφικό του έργο, όπου επιτίθεται στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και αναπαράγει την πιο ωμή αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Δεν του έφταιξαν τα γραπτά του – του έφταιξαν όσοι τα θυμούνται.
Τελικά, η Περιφέρεια Θεσσαλίας, συνδιοργανώτρια της εκδήλωσης, ζήτησε την ακύρωση της παρουσίας του, επικαλούμενη τον φόβο επεισοδίων. Και κάπου εκεί τελείωσε το παραμύθι του «διωκόμενου διανοούμενου».
Η ουσία, όμως, παραμένει: εδώ δεν μιλάμε για «ελευθερία λόγου». Μιλάμε για μια στρατευμένη ακροδεξιά πένα, από εκείνες που δεν αρκούνται να ξαναγράψουν την Ιστορία, αλλά επιχειρούν να τη μολύνουν με τη ναζιστική τους δυσωδία. Που δεν περιορίζονται στη φασιστικοποίηση της δημόσιας ζωής, αλλά θέλουν να μετατρέψουν τη βαρβαρότητα σε αποδεκτό κανόνα.
Και όταν –έστω και σπάνια– συναντούν ένα όριο, ουρλιάζουν περί λογοκρισίας. Γιατί αυτό κάνουν πάντα οι φασίστες: όταν δεν μπορούν να επιβάλουν τη σιωπή στους άλλους, παριστάνουν οι ίδιοι τα θύματα.

Βδέλυγμα της δημοσιολογίας, πράγματι, ο εν λόγω Μουμτζής. Αλλά το δικαίωμά του να περιφέρει το βρώμικό του λόγο, πώς να του τον στερήσουμε, χωρίς να παραβιάσουμε τα ανθρώπινά του δικαιώματα. Το ότι δεν είναι άνθρωπος, δεν είναι δικαιολογία…