
Γράφει ο Συνεργάτης
Ο αρμόδιος υπουργός Θάνος Πλεύρης δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Πριν καν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε διαδικασία διερεύνησης, έσπευσε να προκαταλάβει το αποτέλεσμα: σωστή είναι η εκδοχή των λιμενικών, αυτοί λένε την αλήθεια, αυτοί πρέπει να πιστευτούν. Όποιος αμφιβάλλει, όποιος ζητά έρευνα, όποιος τολμά να θέσει ερωτήματα, βαφτίζεται αυτομάτως «υπερασπιστής των διακινητών».
Δεν πρόκειται για γλωσσικό ατόπημα ούτε για επικοινωνιακή υπερβολή. Πρόκειται για πολιτική δήλωση πλήρους κάλυψης των ελεγχόμενων κρατικών μηχανισμών και ταυτόχρονα για ευθεία συκοφάντηση κάθε διαφορετικής φωνής. Και κάπως έτσι τίθεται το απλό, σχεδόν παιδικό ερώτημα: τι είδους «ανεξάρτητη έρευνα» μπορεί να υπάρξει, όταν ο ένας αρμόδιος υπουργός έχει ήδη αποφανθεί για την ενοχή ή την αθωότητα, ενώ την ΕΔΕ τη διενεργούν όργανα υπαγόμενα σε έναν άλλον κυβερνητικό συνάδελφό του;
Η απάντηση είναι προφανής. Δεν χρειάζεται καν να τη φανταστούμε. Αρκεί να τη θυμηθούμε.
Τη ζούμε ξανά και ξανά, σε μια ατέρμονη επανάληψη. Η μέρα της μαρμότας στο Αιγαίο. Μια φορά στο Φαρμακονήσι, μετά στην Πύλος, τώρα στη Χίος. Κάθε φορά τα ίδια λόγια. Κάθε φορά οι ίδιες διαβεβαιώσεις. Κάθε φορά οι ίδιες «συμπτώσεις».
Δεν ξέρουμε τι ακριβώς έγινε προχθές το βράδυ. Μπορούμε να το φανταστούμε όμως. Θα συνέβη ένα σκηνικό όπως το περιέγραψε η Δέσποινα Κουτσούμπα. Κι αυτό το ισχυριζόμαστε όχι από ιδεολογική εμπάθεια, αλλά από εμπειρία.
Δεν γίνεται πάντα να «χάνονται» τα βίντεο. Δεν γίνεται πάντα οι κάμερες να μην λειτουργούν. Δεν γίνεται πάντα τα αρχεία να διαγράφονται, τα ραντάρ να σιωπούν και οι καταγραφές να εξαφανίζονται. Δεν γίνεται πάντα τα σκάφη του Λιμενικού να βρίσκονται στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή, με τον λάθος τρόπο. Δεν γίνεται πάντα να «έπεσαν πάνω μας οι διακινητές». Δεν μπορεί μια χώρα να είναι τόσο διαρκώς άτυχη.
Κι όμως, αυτή είναι η επίσημη αφήγηση που ανακυκλώνεται, με τη σφραγίδα της κυβέρνησης και την πολιτική κάλυψη υπουργών που εδώ και χρόνια έχουν δηλώσει ξεκάθαρα ότι ο έλεγχος των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών περιλαμβάνει και την «πιθανότητα νεκρών». Όταν αυτό λέγεται δημόσια, χωρίς περιστροφές, τότε κάθε τραγωδία παύει να είναι «ατύχημα» και μετατρέπεται σε προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο τι έγινε ή τι δεν έγινε σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος ζητά πλέον λευκή επιταγή: να πιστεύουμε εκ των προτέρων, να μη ρωτάμε, να μη θυμόμαστε, να μη συγκρίνουμε. Να δεχόμαστε πως κάθε φορά φταίνε οι άλλοι, οι «διακινητές», η κακοκαιρία, η μοίρα. Ποτέ ο μηχανισμός. Ποτέ η πολιτική γραμμή. Ποτέ οι εντολές.
Αλλά η μνήμη δεν σβήνεται με δηλώσεις. Και η δυσπιστία δεν είναι ιδεολογική εμμονή· είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας ίδιων γεγονότων με ίδιες καταλήξεις. Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται τόσο πιστά, δεν μιλάμε πια για σύμπτωση. Μιλάμε για μοτίβο.
Και το μοτίβο αυτό έχει ονόματα, θέσεις και πολιτική ευθύνη.


Από φασιστοειδή και νεοναζί υπουργούς και εντεταλμένες υπηρεσίες Λιμενικού, τι περιμένουμε; Όπου φτωχός κι η μοίρα του κι όπου θάλασσα και τάφος.