Παρακολουθώντας τις πρωινές δηλώσεις του υπουργού «Δικαιοσύνης», μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ήταν θέμα ωρών να ακολουθήσουν κυβερνητικές ανακοινώσεις για τη σύλληψη των υπευθύνων του θανάτου της Βάγιας Νέστορα. Την ίδια εικόνα καλλιεργούσαν και δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, σύμφωνα με τα οποία οι δράστες της τοποθέτησης του εμπρηστικού μηχανισμού είχαν καταγραφεί από δεκάδες κάμερες και η σύλληψή τους ήταν άμεση.
Μέχρι στιγμής, όμως, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Η εξέλιξη αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα, στα οποία μόνο η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης μπορεί να δώσει απαντήσεις.
Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα δεδομένα που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Πρώτον, στην Ελλάδα οι ανώτατες ηγεσίες της Δικαιοσύνης επιλέγονται από την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης δημόσιας κριτικής και η αστική “δικαιοσύνη” έχει μετατραπεί σε γιουσουφάκι της κυβέρνησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν προκάλεσε αίσθηση το γεγονός ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης προανήγγειλε ουσιαστικά τον σχηματισμό δικογραφίας για τον Ρουβίκωνα, την ώρα που κυβερνητικά στελέχη –με προεξάρχοντα τον Άδωνη Γεωργιάδη– εμφανίζονταν στα μέσα ενημέρωσης αποδίδοντας την επίθεση στην «άκρα Αριστερά», πριν ακόμη υπάρξουν επίσημα πορίσματα της έρευνας.
Προφανώς κανείς δεν μπορεί, χωρίς αποδείξεις, να γνωρίζει ποιοι βρίσκονται πίσω από την πρόσφατη εγκληματική ενέργεια. Όσοι όμως έχουν ζήσει δεκαετίες πολιτικής και δικαστικής ιστορίας θυμούνται υποθέσεις που άφησαν βαριά σκιά: τις ιστορίες με τις λεγόμενες «ορφανές βόμβες», την υπόθεση Κρυστάλη, αλλά και την κατάθεση του πρώην αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας Βασιλακόπουλου στη δίκη της ΜΑΒΗ. Οι νεότεροι, αντίστοιχα, δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν την υπόθεση της Μαρφίν και τα όσα αποκαλύφθηκαν για τους δράστες της..
Πριν από οτιδήποτε άλλο, εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήριά μας στους συγγενείς της Βάγιας Νέστορα, που έχασε τόσο άδικα τη ζωή της.
Την ίδια στιγμή, όμως, τίθεται ένα αναπόφευκτο ερώτημα: θα επιδείξουν την ίδια ευαισθησία τα κυβερνητικά στελέχη και για τις υποθέσεις θανάτων που συνδέονται με αστυνομική δράση; Η Ετήσια Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη για το 2025 αναφέρεται σε είκοσι υποθέσεις θανάτων που διερευνήθηκαν – οι περισσότερες μέσα σε αστυνομικά τμήματα-, στο πλαίσιο του μηχανισμού διερεύνησης περιστατικών αυθαιρεσίας, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι σχετικές έρευνες επέστρεψαν για συμπλήρωση λόγω σοβαρών ελλείψεων.
Πού ήταν, άραγε, η ίδια πολιτική ευαισθησία όταν έχασαν τη ζωή τους ο Νίκος Σαμπάνης, ο Κώστας Φραγκούλης, ο Χρήστος Μιχαλόπουλος και άλλοι πολίτες σε περιστατικά αστυνομικής βίας που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη;
Είναι εμφανές ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά αυτή την τραγική υπόθεση, επιχειρώντας να διαμορφώσει συγκεκριμένες πολιτικές εντυπώσεις πριν ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα. Οι εξελίξεις αναμένονται και προφανώς θα επανέλθουμε όταν υπάρξουν νέα στοιχεία.
Μέχρι τότε ας κρατήσουμε δύο αναμφισβήτητα δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση μετά τη Μεταπολίτευση όπου άνθρωπος χάνει τη ζωή του από εμπρηστικό μηχανισμό σε τέτοια επίθεση. Το δεύτερο είναι ότι το μοναδικό κόμμα που εκπροσωπείται σήμερα στη Βουλή και έχει στις τάξεις του στέλεχος καταδικασμένο για πολιτική δολοφονία είναι η Νέα Δημοκρατία: ο Γιάννης Καλαμπόκας, τότε πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Πάτρας, καταδικάστηκε για τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα τον Ιανουάριο του 1991.
Η διερεύνηση μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης απαιτεί αποδείξεις, όχι πολιτικές προεξοφλήσεις. Η αλήθεια δεν υπηρετείται με τηλεοπτικά «δικαστήρια», αλλά με πλήρη διαλεύκανση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.



0 Comments