Ο Πάσχος Μανδραβέλης, μέσα από την «Καθημερινή», σήμερα, δεν κρύβει τον προβληματισμό του. Η αστική Δικαιοσύνη χάνει την αξιοπιστία της με γοργούς ρυθμούς. Η στάση της στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, όπου, παρά το εύρος του σκανδάλου, «δεν βρέθηκαν» ευθύνες κρατικών μηχανισμών, έχει βαθύνει το ρήγμα ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς.
Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό. Όταν παρακολουθούνται υπουργοί, δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί και η κατάληξη είναι «φταίνε κάποιοι ιδιώτες», τότε η κοινωνία δεν πείθεται — εξοργίζεται. Και αυτή η οργή μεταφράζεται σε απαξίωση.
Ο ίδιος ο αρθρογράφος ουσιαστικά παραδέχεται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με λόγια. Χτίζεται με πράξεις. Με πραγματική διερεύνηση, όχι με πορίσματα-πλυντήρια. Όμως αυτό ακριβώς είναι που δεν έγινε.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του φόβου που διαπερνά το κείμενό του: αν η Δικαιοσύνη πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης, τότε τρίζει ένας από τους βασικούς πυλώνες του συστήματος. Δεν μιλάμε απλώς για κρίση εμπιστοσύνης· μιλάμε για κίνδυνο απονομιμοποίησης.
Με απλά λόγια: όταν η Δικαιοσύνη δεν πείθει, το σύστημα χάνει το πιο κρίσιμο άλλοθί του.
_____________
Η υπονόμευση της Δικαιοσύνης
Τελικώς, υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να πιαστεί αυτός που έδωσε εντολή για την παρακολούθηση των μισών υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δημοσιογράφων κ.λπ. Να φωτογραφίσει κάτι στη Σούδα. Αν αγναντέψει καράβια στα Χανιά, η ελληνική αντικατασκοπεία θα δράσει αμέσως, θα τον συλλάβει και θα τον στείλει στη Δικαιοσύνη. Αν παρακολουθεί το τηλέφωνο του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, θα μείνει στην ιστορία ως κάποιος αγνώστων προθέσεων ιδιώτης.
Τίθεται ένα ερώτημα. Ποιος υπονομεύει περισσότερον προς εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη; Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης που είπε «όταν έλαβα την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είχα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Η εμπειρία μου αυτά τα χρόνια έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη μου και προς την εξουσία, το κράτος, τον πρωθυπουργό και προς τη Δικαιοσύνη» (Alpha, 13.2.2025) ή ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης που θύμισε ότι «η υπόθεση βρίσκεται για πάνω από δύο χρόνια στη Δικαιοσύνη, η οποία (…) σε ανώτατο επίπεδο εκδόθηκε μια …διάταξη που είπε αφενός ότι δεν υπάρχει ευθύνη κρατικού λειτουργού, αφετέρου παρέπεμψε τέσσερις ιδιώτες να δικαστούν» (ΣΚΑΪ, 13.3.2026).
Πράγματι, το πολυσέλιδο πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση αναφορικά με την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων δεν ανακάλυψε ευθύνες στην ΕΥΠ, στην ΕΛ.ΑΣ. και στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία για σχέση με το κακόβουλο λογισμικό Predator που διοχέτευσαν και στη χώρα μας οι εταιρείες Intellexa και Krikel. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο πόρισμα του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, δεν διαπιστώθηκε καμία σύμβαση μεταξύ της ΕΥΠ και της Intellexa και των άλλων εταιρειών που ερευνήθηκαν. Από τη δημοσιογραφική έρευνα αποκαλύφθηκε ότι στελέχη της παραγωγού εταιρείας του «Αρπακτικού» (Predator) διόρθωσαν το διακρατικό προσύμφωνο για τη συνεργασία της ελληνικής με τη νορειομακεδονική ΕΥΠ σε θέματα κυβερνοασφάλειας (Inside Story, 13.7.2023).
Μάλλον θα πρόκειται για κάποια περίεργη ΣΔΙΤ που η εισαγγελική έρευνα δεν μπόρεσε να βρει.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη θεμελιώνεται όταν αυτή ρίχνει φως σε σκοτεινές υποθέσεις. Η πιθανή τιμωρία των ενόχων —όποιοι κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται— έπεται.
Από το πόρισμα του Αρείου Πάγου μάθαμαι ότι τέσσερις ιδιώτες παρακολουθούσαν τους μισούς υπουργούς, έναν ευρωβουλευτή την περίοδο που αυτός θα γινόταν αρχηγός κόμματος, δημοσιογράφους, τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων κ.ά. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων βρήκε 125 στόχους του «Αρπακτικού». Μπορεί να είναι κι άλλοι, που δεν ανακαλύφθηκαν επειδή η κυβέρνηση έβαζε τα πολλά εμπόδια —και τα τρολ της σπιουνιές— στις έρευνες των Ανεξάρτητων Αρχών.
Γιατί τους παρακολουθούσαν όλους αυτούς οι «τέσσερις ιδιώτες»; «Για πλάκα», που λέει κι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όταν βομβαρδίζει: Είχαν προηγούμενα μαζί τους;
Ο κατασκευαστής ιδιοκτήτης της εταιρείας του «Αρπακτικού» Νταλιάν δήλωσε ότι «παρέχουμε τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε εξαγάγει δραστηριότητες επιτήρησης. Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων. Η ευθύνη για τη νόμιμη χρήση των τεχνολογιών βαρύνει τις Αρχές που τις έχουν αγοράσει ή λειτουργούν» (Mega, 12.3.2026).
Σε ποια κυβέρνηση αναφέρεται; Στην ελληνική ή σε κάποια ξένη; Ουδείς ενδιαφέρεται να μάθει; Μυστήρια πράγματα στα οποία τρία χρόνια τώρα η Δικαιοσύνη δεν κατάφερε να απαντήσει.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν διατλασσεται. Χτίζεται λιθαράκι – λιθαράκι, απόφαση – απόφαση, πόρισμα – πόρισμα. Είναι χρήσιμες, αλλά όχι αναγκαίες οι «ρητορικές εξυπηρέτησεις» (lip service) του στυλ σε αυτόν τον στόχο·«έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη». Το μόνο που χρειάζεται για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι να κάνουν καλά τη δουλειά τους.


0 Comments