Η 1η Ιούνη 1962 κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης. Εκείνη την ημέρα άρχισε η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εργατών στο εργοστάσιο ηλεκτρικών ατμομηχανών NEVZ στο Νοβοτσερκάσκ της νότιας Ρωσίας, μια κινητοποίηση που κατέληξε σε αιματηρή καταστολή και έμεινε γνωστή ως «Η σφαγή του Νοβοτσερκάσκ».
Για όσους προσεγγίζουν την ιστορία από τη σκοπιά της μαρξιστικής-λενινιστικής ανάλυσης, τα γεγονότα αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένα από τις βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που δρομολογήθηκαν μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956 και την επικράτηση της χρουστσοφικής γραμμής.
Η αρχή της κρίσης
Στα τέλη Μάη του 1962 η κυβέρνηση Χρουστσόφ ανακοίνωσε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές βασικών ειδών διατροφής, ιδιαίτερα στο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Την ίδια στιγμή, στο εργοστάσιο NEVZ επιβλήθηκαν νέες νόρμες παραγωγής που στην πράξη σήμαιναν μείωση των πραγματικών αποδοχών των εργατών.
Οι εργάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα διπλό χτύπημα: ακριβότερα τρόφιμα και χαμηλότερο εισόδημα.
Η οργή δεν άργησε να ξεσπάσει.
Την 1η Ιουνίου χιλιάδες εργάτες σταμάτησαν την παραγωγή και κατέβηκαν σε απεργία. Πολύ γρήγορα η κινητοποίηση πήρε μαζικά χαρακτηριστικά και εξαπλώθηκε στην πόλη. Τα συνθήματα που ακούγονταν δεν ήταν αντικομμουνιστικά. Αντίθετα, πολλοί διαδηλωτές επικαλούνταν τις σοσιαλιστικές αρχές και απαιτούσαν να ζουν αξιοπρεπώς οι άνθρωποι που παρήγαγαν τον κοινωνικό πλούτο.
Η απάντηση του καθεστώτος Χρουστσόφ
Η απάντηση της ηγεσίας ήταν αποκαλυπτική.
Στην πόλη στάλθηκαν στρατιωτικές μονάδες, τεθωρακισμένα και δυνάμεις ασφαλείας. Αντί να δοθεί πολιτική λύση στα δίκαια αιτήματα των εργατών, επιλέχθηκε η οδός της καταστολής.
Στις 2 Ιούνη οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Εκεί οι στρατιωτικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλου πλήθους.
Ο ακριβής αριθμός των νεκρών παραμένει αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, -αναφορές κάνουν λόγο για 24 νεκρούς και 85 τραυματίες-. Ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις, δίκες και καταδίκες εργατών. Επτά άνθρωποι εκτελέστηκαν ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες και δεκάδες καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Η υπόθεση θάφτηκε κυριολεκτικά και πολιτικά. Οι νεκροί θάφτηκαν κρυφά σε διάφορα νεκροταφεία ώστε να εξαφανιστούν τα ίχνη του εγκλήματος και το θέμα απαγορεύτηκε να συζητείται δημόσια.
Ο στρατηγός που αρνήθηκε να πυροβολήσει τον λαό
Ανάμεσα στα πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα ξεχωρίζει ο στρατηγός Ματβέι Σαπόσνικοφ, διοικητής τεθωρακισμένων δυνάμεων που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τους απεργούς.
Οταν έλαβε εντολή να χρησιμοποιήσει άρματα μάχης εναντίον των διαδηλωτών, αρνήθηκε να την εκτελέσει. Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο Σαπόσνικοφ δεν θεωρούσε τους εργάτες εχθρούς, αλλά ανθρώπους του ίδιου του σοβιετικού λαού. «Δεν βλέπω απέναντί μου εχθρό που να πρέπει να καταστραφεί με τα άρματα», φέρεται να ήταν το πνεύμα της στάσης του.
Η άρνησή του δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη σφαγή, αλλά απέτρεψε την ακόμη μεγαλύτερη αιματοχυσία που θα προκαλούσε η χρήση τεθωρακισμένων εναντίον άοπλων πολιτών.
Το τίμημα για τον ίδιο υπήρξε βαρύ. Τα επόμενα χρόνια τέθηκε στο περιθώριο, βρέθηκε υπό στενή παρακολούθηση της ΚGB και διώχθηκε όταν τόλμησε να ασκήσει κριτική στην καταστολή του Νοβοτσερκάσκ.
Σε μια εποχή όπου πολλοί επικαλέστηκαν την πειθαρχία για να δικαιολογήσουν την υποταγή, ο Σαπόσνικοφ επέλεξε να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Γι’ αυτό και η στάση του παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις ελάχιστες φωτεινές σελίδες μέσα σε εκείνη την τραγωδία.
Τι αποκαλύπτει το Νοβοτσερκάσκ
Για τους κομμουνιστές που θεωρούν ότι μετά το 20ό Συνέδριο συντελέστηκε σταδιακή ανατροπή των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανάδειξη μιας νέας προνομιούχας γραφειοκρατικής ελίτ, το Νοβοτσερκάσκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η αντίφαση είναι προφανής:
Σε μια χώρα που εξακολουθούσε να αυτοπροσδιορίζεται ως «κράτος των εργατών», οι εργάτες που διεκδικούσαν καλύτερους όρους ζωής αντιμετωπίστηκαν ως εχθροί.
Η καταστολή του Νοβοτσερκάσκ δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό. Ηταν η έκφραση μιας βαθύτερης κοινωνικής και πολιτικής μετάλλαξης. Ηταν το σημείο όπου η απόσταση ανάμεσα στη διακηρυγμένη σοσιαλιστική ιδεολογία και την πραγματική λειτουργία της εξουσίας έγινε ορατή με τον πιο τραγικό τρόπο.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί μαρξιστές-λενινιστές θεωρούν τα γεγονότα αυτά ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της πορείας που άνοιξε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Μιας πορείας κατά την οποία η εργατική τάξη απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την πραγματική άσκηση της εξουσίας, ενώ ενισχυόταν ένα στρώμα κομματικών και κρατικών γραφειοκρατών που μιλούσαν στο όνομα του σοσιαλισμού, αλλά αντιμετώπιζαν τους εργάτες ως υπηκόους και όχι ως κυρίαρχη τάξη.
Ενα γεγονός που δεν πρέπει να ξεχαστεί
Σήμερα, 64 χρόνια μετά, η σφαγή του Νοβοτσερκάσκ εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σοβιετικής ιστορίας.
Οχι γιατί αμαυρώνει την υπόθεση του σοσιαλισμού, όπως ισχυρίζονται οι αντικομμουνιστές, αλλά γιατί δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η εργατική εξουσία αντικαθίσταται από μια αποξενωμένη γραφειοκρατία που αρχίζει να αντιμετωπίζει τους ίδιους τους εργάτες ως πρόβλημα προς διαχείριση.
Οι νεκροί εργάτες του Νοβοτσερκάσκ δεν αγωνίστηκαν ενάντια στα ιδανικά της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αγωνίστηκαν για το δικαίωμα να ζουν με αξιοπρέπεια.
Και η στάση του στρατηγού Σαπόσνικοφ υπενθυμίζει ότι ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να μετατραπούν σε δήμιους του ίδιου τους του λαού.
Γι’ αυτό η μνήμη των εργατών του Νοβοτσερκάσκ, αλλά και όσων αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο έγκλημα, παραμένει ζωντανή.



0 Comments