Οταν το κράτος πλήρωνε για κεφάλια κομμουνιστών – Η επικήρυξη του Τάκη Κωνσταντινίδη, σαν σήμερα, 13 Ιούνη 1948 και οι λόχοι κυνηγών της μετεμφυλιακής Ελλάδας
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που ένα κιτρινισμένο δημοσίευμα εφημερίδας λέει περισσότερα από χίλιες σελίδες επίσημης ιστοριογραφίας.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η επικήρυξη του Τάκη Κωνσταντινίδη ή Κωνσταντινέα, στελέχους του ΚΚΕ και της ΟΠΛΑ, η οποία δημοσιεύτηκε σαν σήμερα, 13 Ιούνη 1948, σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες της εποχής.
Προφανώς σήμερα δεν συναντάμε δημόσιες επικηρύξεις με τη μορφή «καταζητείται νεκρός ή ζωντανός». Οι εποχές άλλαξαν. Οι μέθοδοι όμως στοχοποίησης πολιτικών αντιπάλων παραμένουν, απλώς είναι πιο εκλεπτυσμένες, πιο «θεσμικές», πιο επικοινωνιακές.
Στο σημερινό επιτελικό κράτος, τον ρόλο των παλιών κυνηγών κεφαλών αναλαμβάνουν μηχανισμοί διαδικτυακής αλητείας, επαγγελματίες συκοφάντες και διάφοροι πρόθυμοι υπηρέτες της εξουσίας, που στοχοποιούν όσους θεωρούνται ενοχλητικούς από το Μέγαρο Μαξίμου και το σύστημα που υπηρετούν.
Πριν όμως έρθουμε στο σήμερα, ας γυρίσουμε για λίγο πίσω.
Σε εκείνες τις ιστορικές αναφορές που ενοχλούν τη δεξιά. Σε εκείνες που, κατά τους κάθε λογής αναθεωρητές, «αναμοχλεύουν πάθη». Γιατί η δεξιά θα προτιμούσε η Ιστορία να γράφεται αποκλειστικά από κάθε είδους Μαρατζίδηδες και Καλύβες, οι οποίοι επιχειρούν να χωρέσουν τα γεγονότα στα καλούπια της δοσιλογικής και αντικομμουνιστικής αφήγησης.
Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τη ναζιστική κατοχή, το κράτος που οικοδομήθηκε από τους νικητές των Δεκεμβριανών, υπό τη στενή εποπτεία των Βρετανών πατρώνων τους, υιοθέτησε πρακτικές που θύμιζαν περισσότερο «Αγρια Δύση» παρά ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.
Οι επικηρύξεις πολιτικών αντιπάλων αποτέλεσαν επίσημη κρατική πολιτική.
Στην αντικομμουνιστική εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» διαβάζουμε χαρακτηριστικά για τον Κωνσταντινέα: «Ο Κωνσταντινέας επεκηρύχθη ως ληστής δια της υπ’ αριθ. 140/9-6-1948 αποφάσεως. Δίδεται δε αμοιβή δέκα εκατομμυρίων δραχμών δια την σύλληψιν ή το φόνον του και πέντε εκατομμυρίων δια την κατάδοσίν του».
Το ίδιο το κράτος, δηλαδή, όριζε χρηματική αμοιβή όχι μόνο για τη σύλληψη αλλά και για τη δολοφονία ενός πολιτικού αντιπάλου.
Ο Τάκης Κωνσταντινίδης κατηγορούνταν από τις αρχές ως στέλεχος της ΟΠΛΑ και ως οργανωτής της εκτέλεσης του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, κορυφαίου στελέχους της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης Σοφούλη και βασικού εκφραστή του μετεμφυλιακού αντικομμουνιστικού κράτους.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Το κρίσιμο είναι ότι οι επικηρύξεις αυτές λειτούργησαν ως θεσμική νομιμοποίηση ενός τεράστιου μηχανισμού κράτους και παρακράτους. Ενός εγκληματικού πλέγματος που συγκροτήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε ολόκληρη τη χώρα και ανέλαβε τη βρόμικη δουλειά της καταστολής.
Η ιστορικός Βασιλική Λάζου σημειώνει εύστοχα ότι οι παρακρατικές συμμορίες που εμφανίστηκαν σε όλη την επικράτεια ανέλαβαν ακριβώς αυτόν τον ρόλο.
Η συμμετοχή σε τέτοιες οργανώσεις αποτελούσε συχνά μέσο πλουτισμού μέσω αρπαγών, λεηλασιών και κατασχέσεων περιουσιών πολιτικών αντιπάλων. Η αντικομμουνιστική υστερία μετατράπηκε σε μηχανισμό κοινωνικής τρομοκράτησης και οικονομικής λεηλασίας.
Η επίδειξη αντικομμουνιστικού ζήλου περιλάμβανε δημόσιες διαπομπεύσεις, ξυλοδαρμούς, βασανισμούς, βιασμούς και αποτρόπαιες πρακτικές που σήμερα δύσκολα χωρά ο νους. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι δολοφόνοι περιέφεραν τα κομμένα κεφάλια των θυμάτων τους για εκφοβισμό του πληθυσμού αλλά και για να εισπράξουν τα χρήματα των επικηρύξεων.
Δεν πρόκειται για υπερβολές ούτε για «κομμουνιστική προπαγάνδα». Πρόκειται για καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα.
Οι διαβόητοι «λόχοι κυνηγών» αναπτύχθηκαν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι ομάδες του ταγματάρχη Αριστείδη Κρανιά, πρώην διοικητή του 16ου Συντάγματος του ΕΔΕΣ, καθώς και του Γεωργίου Τολιόπουλου, διοικητή των Ταγμάτων Ασφαλείας Αγρινίου.
Ολα αυτά δεν αποτελούν απλώς μια σκοτεινή σελίδα του παρελθόντος.
Αποτελούν υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσει η κρατική νομιμοποίηση του μίσους, η δαιμονοποίηση του πολιτικού αντιπάλου και η ανάθεση της «βρόμικης δουλειάς» σε παρακρατικούς μηχανισμούς.
Γι’ αυτό η Ιστορία εξακολουθεί να ενοχλεί.
Γιατί θυμίζει ότι πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «εθνικοφροσύνης», «τάξης» και «ασφάλειας» κρύβονταν συχνά οι πιο σκοτεινές πρακτικές ενός κράτους που δεν δίσταζε να επικηρύσσει τους πολιτικούς του αντιπάλους και να πληρώνει για το κεφάλι τους.




0 Comments