Όταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους σχολιαστές της ελληνικής τηλεόρασης εγκαταλείπει τον ΣΚΑΪ για να ενταχθεί στο μιντιακό συγκρότημα του Βαγγέλη Μαρινάκη, (Alter Ego Media, Mega, νέο ραδιόφωνο, Βήμα, Τα Νέα), δεν έχουμε μπροστά μας μια απλή επαγγελματική μετακίνηση. Έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο στο διαρκές παιχνίδι ισχύος των μιντιαρχών, εκεί όπου η ενημέρωση αντιμετωπίζεται ως πεδίο επιχειρηματικής και πολιτικής επιρροής.
Οι πληροφορίες θέλουν τον Παύλο Τσίμα να αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Mega, δίπλα στη Ράνια Τζίμα, να αναλαμβάνει εκπομπή στο νέο ραδιόφωνο της Alter Ego και να έχει ενισχυμένη παρουσία στις εφημερίδες του ομίλου. Κυκλοφορούν ακόμη και φήμες για ιδιαίτερα υψηλές απολαβές. Το πραγματικό ζήτημα, όμως, δεν είναι το ύψος του συμβολαίου. Είναι ο χρόνος και το πολιτικοοικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται αυτή η μεταγραφή.
Η εξέλιξη συμπίπτει με το παρασκήνιο γύρω από την προεδρία της Super League και τις ισορροπίες ανάμεσα στους επιχειρηματικούς πόλους που εκπροσωπούν ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο Γιάννης Αλαφούζος. Μπορεί η τελική φόρμουλα να προβλέπει εναλλαγή στην προεδρία, όμως οι ανταγωνισμοί δεν εξαφανίζονται. Απλώς αλλάζουν μορφή. Και όταν οι συγκρούσεις αφορούν ανθρώπους που διαθέτουν ποδοσφαιρικές ομάδες, ναυτιλιακές δραστηριότητες, εκδοτικούς ομίλους και τηλεοπτικούς σταθμούς, κάθε μετακίνηση προβεβλημένου δημοσιογράφου αποκτά βαρύνουσα συμβολική και ουσιαστική σημασία.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της ελληνικής μιντιακής πραγματικότητας. Τα μεγάλα κανάλια και οι εφημερίδες δεν λειτουργούν πρωτίστως ως φορείς ενημέρωσης, αλλά ως μηχανισμοί επιρροής. Η κατοχή ενός ισχυρού μέσου ενημέρωσης αποτελεί εργαλείο διαπραγμάτευσης με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, μέσο προώθησης επιχειρηματικών συμφερόντων και μοχλό παρέμβασης στις πολιτικές εξελίξεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται συχνά σε πολύτιμα «περιουσιακά στοιχεία». Οι μετακινήσεις τους αντιμετωπίζονται όπως οι μεταγραφές ακριβοπληρωμένων ποδοσφαιριστών: ενισχύουν τον έναν όμιλο, αποδυναμώνουν τον άλλον και στέλνουν μηνύματα ισχύος προς κάθε κατεύθυνση.
Δεν υπάρχει λόγος να προσωποποιηθεί η κριτική στον Παύλο Τσίμα. Σε έναν κλάδο όπου οι εργασιακές σχέσεις έχουν διαλυθεί, οι μισθοί έχουν συμπιεστεί και η ανεξάρτητη δημοσιογραφία ασφυκτιά, είναι απολύτως λογικό ένας δημοσιογράφος του φυράματος του να επιλέγει την πρόταση που του προσφέρει καλύτερους επαγγελματικούς όρους.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο ίδιο το μοντέλο λειτουργίας των ελληνικών ΜΜΕ. Σε ένα σύστημα όπου η ενημέρωση μετακινείται μαζί με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, όπου οι δημοσιογράφοι αλλάζουν στρατόπεδο ακολουθώντας τις μεταβολές των συσχετισμών ισχύος και όπου οι ιδιοκτήτες των μέσων είναι ταυτόχρονα εφοπλιστές, κατασκευαστές, πρόεδροι ΠΑΕ ή συνομιλητές κάθε κυβέρνησης.
Σήμερα ένας δημοσιογράφος μετακινείται από τον έναν όμιλο στον άλλο. Αύριο κάποιος άλλος θα κάνει την αντίστροφη διαδρομή. Το έργο επαναλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες, γιατί δεν αλλάζουν οι πρωταγωνιστές· παραμένει ίδιο το σύστημα που αντιμετωπίζει την ενημέρωση ως εμπόρευμα και εργαλείο εξουσίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος «κέρδισε» αυτή τη μεταγραφή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει πραγματικά ανεξάρτητη ενημέρωση όσο τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης αποτελούν προέκταση επιχειρηματικών αυτοκρατοριών και πεδίο σύγκρουσης οικονομικών συμφερόντων.
Η απάντηση είναι προφανής. Η πραγματική ενημέρωση δεν γεννιέται στα επιχειρηματικά deals ούτε στα παρασκήνια των μιντιαρχών. Γεννιέται εκεί όπου η δημοσιογραφία δεν υπηρετεί εφοπλιστές, καναλάρχες, ποδοσφαιρικούς παράγοντες και κυβερνητικά κέντρα. Και όσο οι ισχυροί μοιράζουν μεταξύ τους κανάλια, εφημερίδες και θέσεις επιρροής, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για φωνές που δεν ανήκουν σε κανέναν από αυτούς.



0 Comments