Η υπόθεση της Marfin μπαίνει σε μια νέα φάση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται να παρουσιαστεί στην κοινή γνώμη θυμίζει επικίνδυνα παλιές, γνώριμες πρακτικές των κατασταλτικών μηχανισμών.
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ριζοσπάστης (18-19 Ιούλη), η μεθοδολογία «βγάζει μάτι». Ένα ανώνυμο email κατονομάζει πρόσωπα. Η Αντιτρομοκρατική ανασύρει υλικό από τα αρχεία της, επανεξετάζει φωτογραφίες δεκαέξι ετών, συνδέει άσχετα μεταξύ τους στοιχεία και καταλήγει σε «ταυτοποιήσεις». Στην πραγματικότητα, το μόνο πραγματικά νέο στοιχείο είναι το ανώνυμο μήνυμα. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονταν ήδη στα κρατικά αρχεία.
Η πρακτική αυτή μόνο καινούργια δεν είναι.
Ο ίδιος ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, περιγράφοντας την εποχή που βρέθηκε επικεφαλής του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, γράφει στο βιβλίο του «Στον ίδιο δρόμο»:
«Ήταν να τρελαίνεται κανείς. Ο καθένας εξέφραζε την προσωπική του άποψη χωρίς καμιά βάση και στοιχεία. Ελλείψει στοιχείων κατασκεύαζαν οι ίδιοι -οι αστυνομικοί- διάφορες θεωρίες, οι οποίες καμιά φορά λίγο απείχαν από αυτές των συνωμοσιολόγων».
Δύσκολα μπορεί κανείς να διαβάσει αυτή την παραδοχή και να μη σκεφτεί όσα συμβαίνουν σήμερα.
Τέσσερις μόλις ημέρες μετά το έγκλημα της Marfin, ο Ριζοσπάστης υποστήριζε ότι επρόκειτο για προβοκάτσια, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Λίγες ημέρες αργότερα, ακόμη και η Ελευθεροτυπία, με άρθρο της Αφροδίτης Πολίτη, έγραφε ότι το συγκεκριμένο ενδεχόμενο δεν μπορούσε να αποκλειστεί. Στον χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, η συζήτηση αυτή δεν έπαψε ποτέ.
Και έρχεται σήμερα η αποκάλυψη του OmniaTV, σύμφωνα με την οποία το περιβόητο «νέο βίντεο» που παρουσιάστηκε από τηλεοπτικούς σταθμούς ως ντοκουμέντο της Marfin δεν απεικονίζει καν το υποκατάστημα της οδού Σταδίου, αλλά την Τράπεζα Χανίων στη λεωφόρο Συγγρού. Αν αυτό ισχύει, τότε προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πόσο αξιόπιστη είναι συνολικά η εικόνα που παρουσιάζεται στην κοινή γνώμη;
Ποια είναι, τελικά, τα στοιχεία;
Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις διαρροές και ας δούμε τι αναφέρει το ίδιο το δημοσίευμα της Καθημερινής.
Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών δεν καταλήγει σε πλήρη βιομετρική ταυτοποίηση κανενός από τους τρεις κατηγορούμενους.
Με βάση το διεθνές πρωτόκολλο ACE-V, η αξιολόγηση κυμαίνεται από 0 («δεν προκύπτει συμπέρασμα») έως +2 («τα πρόσωπα προσομοιάζουν»).
Το +3, που αντιστοιχεί σε πλήρη ταυτοποίηση, δεν εμφανίζεται σε καμία περίπτωση.
Πού στηρίζεται λοιπόν το κατηγορητήριο;
Κυρίως στη σύγκριση… δύο σακιδίων.
Η ΔΕΕ θεωρεί ότι ένα λογότυπο των Dead Kennedys σε μαύρο σακίδιο και ίχνη σκουριάς σε ένα ανοιχτόχρωμο σακίδιο αποτελούν χαρακτηριστικά αρκετά ώστε να συνδέσουν δύο πρόσωπα με κουκουλοφόρους που εμφανίζονται στις εικόνες της 5ης Μαΐου 2010.
Μόνο που εδώ γεννιούνται εύλογα ερωτήματα.
Τα σακίδια αυτά δεν κατασχέθηκαν ποτέ από τον τόπο του εγκλήματος.
Δεν αποτελούν πειστήρια της υπόθεσης.
Προέρχονται από φωτογραφίες διακοπών των κατηγορουμένων, τραβηγμένες μεταξύ 2008 και 2010, σε μέρη όπως η Ικαρία και η Σαμοθράκη.
Πρόκειται για αντικείμενα μαζικής παραγωγής.
Το λογότυπο ενός μουσικού συγκροτήματος δεν είναι μοναδικό χαρακτηριστικό όπως ένα τατουάζ ή μια ουλή.
Η σκουριά είναι μεταβαλλόμενο γνώρισμα.
Και κυρίως, τίποτα από αυτά δεν αποδεικνύει ότι τα ίδια σακίδια βρίσκονταν στη Marfin την ημέρα της επίθεσης.
Για την 46χρονη, τα στοιχεία είναι ακόμη πιο αδύναμα.
Η ίδια η έκθεση παραδέχεται ότι υπάρχουν απλώς ομοιότητες στη σωματική διάπλαση, χωρίς δυνατότητα ασφαλούς ταυτοποίησης.
Με άλλα λόγια, δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Η εμπειρία των προηγούμενων υποθέσεων
Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει ξαναβρεθεί μπροστά σε παρόμοιες υποθέσεις.
Η Ηριάννα και ο Περικλής καταδικάστηκαν πρωτοδίκως με βασικό στοιχείο αμφισβητούμενα ευρήματα DNA και τελικά αθωώθηκαν ομόφωνα στο Εφετείο.
Ο Τάσος Θεοφίλου πέρασε σχεδόν πέντε χρόνια στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί οριστικά.
Ο Νίκος Ρωμανός προφυλακίστηκε επί δεκαεπτά μήνες με μοναδικό ουσιαστικό στοιχείο ένα αποτύπωμα σε κινητό αντικείμενο και τελικά αθωώθηκε ομόφωνα.
Ακόμη παλαιότερα, τη δεκαετία του 1980, πρόσωπα όπως ο Μάκης Μπουκουβάλας, η Βαγγελιώ Βογιατζή και η Ροζίνα Μπέργκνερ κατηγορήθηκαν ως «τρομοκράτες» επειδή βρέθηκαν αποτυπώματά τους σε κινητά αντικείμενα μέσα σε γιάφκες.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι κατηγορίες κατέρρευσαν στα δικαστήρια.
Γιατί ένα αποτύπωμα πάνω σε ένα αντικείμενο ή μια οπτική ομοιότητα δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το ζήτημα δεν είναι αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι ή αθώοι, δεν είναι το μοναδικό.
Το εξ ίσου σοβαρό ζήτημα είναι αν σε μια υπόθεση με τόσο μεγάλη πολιτική και κοινωνική βαρύτητα μπορεί να στηθεί ένα κατηγορητήριο κυρίως πάνω σε εκτιμήσεις, ομοιότητες, παλιές φωτογραφίες, αναλύσεις που δεν καταλήγουν σε πλήρη ταυτοποίηση και ένα ανώνυμο email.
Σε ένα κράτος δικαίου η ενοχή οφείλει να αποδεικνύεται πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία.
Όταν όμως οι αμφιβολίες αρχίζουν από τα ίδια τα αποδεικτικά μέσα, τότε δεν υπηρετείται η αναζήτηση της αλήθειας.
Υπηρετείται η κατασκευή μιας αφήγησης.
Και αυτό είναι κάτι που η ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει πολλές φορές στο παρελθόν.



0 Comments