Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιλέγει, για ακόμη μία φορά, το γνώριμο μοτίβο: κατακαλόκαιρο, με διαδικασίες-εξπρές και με τη Βουλή να λειτουργεί σχεδόν ερήμην της κοινωνίας, φέρνει προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο που αλλάζει ριζικά τον χαρακτήρα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.
Πίσω από τον εύηχο τίτλο «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» (Hellenic Heritage Organisation SA) κρύβεται μια βαθιά πολιτική επιλογή: η μεταφορά της διαχείρισης των μνημείων και των οικονομικών τους σε μια Ανώνυμη Εταιρεία, με διάρκεια ζωής 50 ετών και δυνατότητα ανανέωσης για άλλα 50. Με άλλα λόγια, ένας ολόκληρος αιώνας εταιρικής διαχείρισης ενός δημόσιου αγαθού.
Δεν πρόκειται για κάποια δευτερεύουσα διοικητική μεταρρύθμιση. Η νέα εταιρεία αναλαμβάνει τη διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του υπουργείου Πολιτισμού, των εισιτηρίων, των πωλητηρίων, των αναψυκτηρίων, των εκδόσεων, των πιστών αντιγράφων και συνολικά ενός οικονομικού αντικειμένου που μόνο το 2025 απέφερε περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ. Μαζί με τα έσοδα, όμως, μεταφέρεται και η δυνατότητα χάραξης πολιτικής για την αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου είναι απολύτως συμβατή με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που διαπερνά κάθε κυβερνητική επιλογή: ό,τι είναι δημόσιο πρέπει να λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ό,τι δεν αποδίδει κέρδος θεωρείται «αναξιοποίητο». Τα μνημεία, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία παύουν να αντιμετωπίζονται ως φορείς ιστορικής μνήμης και συλλογικής ταυτότητας και μετατρέπονται σε «assets», σε επιχειρηματικά προϊόντα που πρέπει να αποφέρουν μεγαλύτερες αποδόσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση επιλέγει να νομοθετήσει μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε διακοπές και η δημόσια συζήτηση υποτονική, επιχειρεί να περάσει μία από τις πιο σημαντικές αλλαγές στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς των τελευταίων δεκαετιών, ελπίζοντας ότι οι αντιδράσεις θα περιοριστούν.
Κι όμως, οι αντιδράσεις είναι ήδη μαζικές. Δεν προέρχονται μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά κυρίως από τους ανθρώπους που υπηρετούν καθημερινά τον πολιτισμό. Ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων, η ΕΜΔΥΔΑΣ Αττικής – Τμήμα Πολιτισμού, ο ΠΑΣΥΠΑΤΕ, το Πανελλήνιο Σωματείο Εκτάκτου Προσωπικού ΥΠΠΟ, η Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων έχουν καταγγείλει το νομοσχέδιο ως ένα ακόμη βήμα εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Με συνεντεύξεις Τύπου, στάσεις εργασίας και κινητοποιήσεις διακηρύσσουν το αυτονόητο: τα μνημεία δεν είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΑΔΕΔΥ, ζητώντας την απόσυρση του νομοσχεδίου και προειδοποιώντας ότι δεν πρέπει να εκχωρηθούν αρμοδιότητες του ΟΔΑΠ και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας σε Ανώνυμες Εταιρείες ή ιδιώτες.
Η ουσία είναι ξεκάθαρη. Η κυβέρνηση δεν αλλάζει απλώς έναν οργανισμό. Επιχειρεί να αλλάξει τη σχέση της κοινωνίας με τον πολιτισμό. Να μετατρέψει την πολιτιστική κληρονομιά από συλλογικό δικαίωμα σε πεδίο επιχειρηματικής εκμετάλλευσης. Να αντικαταστήσει την έννοια της προστασίας με εκείνη της «αξιοποίησης» και το δημόσιο συμφέρον με τη λογική του ισολογισμού.
Η ιστορία, τα μνημεία και η πολιτιστική κληρονομιά αυτού του τόπου δεν αποτελούν εταιρικό χαρτοφυλάκιο ούτε πεδίο επενδυτικών σχεδίων. Ανήκουν στον λαό, στις επόμενες γενιές και στη συλλογική μνήμη. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούν να παραδίδονται σε Ανώνυμες Εταιρείες για πενήντα, εκατό ή όσα χρόνια επιθυμεί κάθε κυβέρνηση.
Γιατί όταν ακόμη και η ιστορία μετατρέπεται σε εμπόρευμα, αυτό που ιδιωτικοποιείται δεν είναι μόνο η περιουσία του Δημοσίου. Είναι η ίδια η συλλογική μνήμη.


0 Comments