Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Ένα ανώνυμο e-mail φτάνει στο «ελληνικό FBI» και μέσα σε λίγες εβδομάδες η υπόθεση της Marfin, θαμμένη επί 16 ολόκληρα χρόνια, ξανανοίγει.
Συλλήψεις, εντάλματα, ταυτοποιήσεις με τεχνητή νοημοσύνη, τηλεοπτική φασαρία, διαρροές και ένας επικοινωνιακός ορυμαγδός. Ξαφνικά, η Δικαιοσύνη «αφυπνίζεται».
Να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: η τραγωδία της Marfin πρέπει να διερευνηθεί και οι πραγματικοί ένοχοι να λογοδοτήσουν. Αυτό είναι αυτονόητο.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο η πολιτική εργαλειοποίηση μιας τραγωδίας.
Γιατί δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το εξής απλό ερώτημα: Γιατί τώρα;
Γιατί, ύστερα από δεκαέξι χρόνια σιωπής, ένα ανώνυμο e-mail εμφανίζεται ως η αφετηρία μιας θεαματικής «ανακάλυψης», με συλλήψεις, τηλεοπτικές κάμερες, αναλύσεις εικόνων και τεχνητή νοημοσύνη;
Και γιατί όλη αυτή η εντυπωσιακή κινητοποίηση εμφανίζεται ακριβώς σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση και συνολικά το πολιτικό σύστημα βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βαθιά κρίση αξιοπιστίας, από τα Τέμπη και τις υποκλοπές μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ;
Μήπως, λοιπόν, η υπόθεση της Marfin χρησιμοποιείται και ως ένα ακόμη επικοινωνιακό όχημα για να εμφανιστεί το κράτος ως αποφασιστικό, αποτελεσματικό και «ανεξάρτητο» απέναντι στο έγκλημα;
Το ερώτημα δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Γιατί έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς να παρουσιάζουν μεγάλες «επιτυχίες», να θριαμβολογούν για εξιχνιάσεις και ταυτοποιήσεις και, τελικά, οι υποθέσεις να καταρρέουν ή να αφήνουν πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από όσα έλυσαν.
Γι’ αυτό και εμείς θα κρατήσουμε μικρό καλάθι.
Αν υπάρχουν πραγματικοί ένοχοι για τη Marfin, να αποδειχθεί η ενοχή τους στο δικαστήριο. Αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία, να κατατεθούν και να ελεγχθούν. Αν κάποιοι εγκλημάτησαν, να λογοδοτήσουν. Αλλά δεν θα βαφτίσουμε την επικοινωνιακή καταιγίδα «Δικαιοσύνη».
Και, κυρίως, δεν θα ξεχάσουμε ότι την ίδια ακριβώς στιγμή συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό στην υπόθεση των υποκλοπών.
Καταγγελίες για ενδεχόμενη κατασκοπεία, ακόμη και από πρώην πρωθυπουργό. Δημόσιες δηλώσεις του ιδρυτή της εταιρείας που πούλησε το Predator, σύμφωνα με τις οποίες το λογισμικό πουλήθηκε σε ελληνικές κρατικές αρχές. Πρωτόδικη καταδίκη τεσσάρων ατόμων. Θύματα παρακολούθησης που ζητούν να διερευνηθεί μέχρι τέλους η υπόθεση.
Και τι κάνει η αστική “Δικαιοσύνη”;
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Μπακέλας, αποφασίζει ότι «δεν υπάρχουν νέα στοιχεία». Χωρίς να καλέσει κανέναν. Χωρίς να ζητήσει τα συμβόλαια. Χωρίς να εξετάσει σε βάθος όσα ο ίδιος ο Ντίλιαν έχει δηλώσει δημόσια. Χωρίς να δώσει την εικόνα μιας πραγματικής, εξαντλητικής διερεύνησης μιας υπόθεσης που αφορά τον σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η κραυγαλέα αντίφαση.
Ένα ανώνυμο e-mail μπορεί να γίνει αφετηρία για να ξανανοίξει μια υπόθεση δεκαέξι ετών.
Τα στοιχεία για το Predator, όμως, δεν φαίνεται να είναι αρκετά ούτε για να ξανανοίξει η έρευνα.
Στη μία περίπτωση: «Να ψάξουμε ξανά». Στην άλλη: «Δεν υπάρχουν νέα στοιχεία».
Πόσα στοιχεία χρειάζονται, άραγε, για να θεωρηθούν «νέα» όταν η υπόθεση αφορά την ΕΥΠ, το Predator και την κορυφή της κρατικής εξουσίας;
Όπως σημειώνει η Εφημερίδα των Συντακτών, αυτή είναι η τρίτη συνεχόμενη φορά που το ανώτατο δικαστήριο της χώρας αρνείται να διερευνήσει εκ νέου το σκάνδαλο των υποκλοπών, εξασφαλίζοντας για την υπόθεση το ασφαλέστερο δυνατό καταφύγιο: το αρχείο.
Η πρώτη ήταν τον Ιούλιο του 2024, όταν η ολοκλήρωση της πρώτης έρευνας από τον αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση πραγματοποιήθηκε χωρίς να εξεταστούν κρίσιμοι μάρτυρες, μεταξύ των οποίων δεκάδες πρόσωπα που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση τόσο από την ΕΥΠ όσο και μέσω του παράνομου λογισμικού Predator.
Η δεύτερη ήρθε τον περασμένο Απρίλιο, όταν, με απόφαση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, η υπόθεση των υποκλοπών οδηγήθηκε εκ νέου στο αρχείο, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τον περασμένο Φεβρουάριο, η οποία άνοιγε τον δρόμο για περαιτέρω διερεύνηση, ακόμη και για το αδίκημα της κατασκοπείας.
Η διαδικασία όχι μόνο δεν ξεκίνησε ποτέ, αλλά, αντιθέτως, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας —ο οποίος είχε θεσμικό ρόλο εποπτείας της ΕΥΠ και είχε υπογράψει την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη— έκρινε τότε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.
Και τώρα, για τρίτη φορά, η υπόθεση οδηγείται στην ίδια κατεύθυνση. Αυτό βλέπει ο κόσμος. Και αυτό αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις.
Η εμπιστοσύνη στη “Δικαιοσύνη” έχει καταρρεύσει. Για τις μεγάλες υποθέσεις —Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ— η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί ότι «δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί».
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι κάποιο «αντιπολιτευτικό αφήγημα». Είναι το αποτέλεσμα μιας συσσωρευμένης εμπειρίας.
Όταν ο πολίτης βλέπει ότι ένας φάκελος μπορεί να μείνει θαμμένος για δεκαέξι χρόνια και ξαφνικά να ανασύρεται με εντυπωσιακό τρόπο όταν υπάρχει ανάγκη να προβληθεί μια εικόνα κρατικής αποτελεσματικότητας, ενώ ένας άλλος φάκελος, που αγγίζει την ΕΥΠ και το Μέγαρο Μαξίμου, οδηγείται ξανά και ξανά στο αρχείο, τότε η κρίση εμπιστοσύνης δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση.
Το βλέπει. Το αντιλαμβάνεται. Το ζει.
Όταν η υπόθεση αφορά τον «εχθρό λαό» ή τον «αντιεξουσιαστικό χώρο», οι μηχανισμοί μπορούν να δουλεύουν με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Όταν όμως η υπόθεση αγγίζει το Μέγαρο Μαξίμου, την ΕΥΠ και τον πυρήνα της εξουσίας, η ίδια η Δικαιοσύνη εμφανίζεται να μετατρέπεται σε μηχανισμό θεσμικής προστασίας.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική ουσία.
Δεν λέμε ότι η υπόθεση της Marfin δεν πρέπει να ερευνηθεί. Ακριβώς το αντίθετο. Λέμε ότι πρέπει να ερευνηθεί με τον ίδιο τρόπο που πρέπει να ερευνηθεί κάθε σοβαρό έγκλημα. Χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες. Χωρίς επικοινωνιακές ανάγκες. Χωρίς προειλημμένα συμπεράσματα. Χωρίς τηλεοπτικές δίκες.
Και κυρίως χωρίς να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να εμφανιστεί το κράτος ως δήθεν αμείλικτο απέναντι στο έγκλημα, την ώρα που μια υπόθεση κρατικών παρακολουθήσεων παραμένει θαμμένη.
Η αστική Δικαιοσύνη δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που λειτουργεί έξω και πάνω από την κοινωνία. Είναι θεσμός ενταγμένος στο υπάρχον κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Και όταν αυτό το σύστημα αισθάνεται ότι απειλείται, οι θεσμοί του αποκαλύπτουν πολύ συχνά τα πραγματικά τους όρια.
Έτσι δημιουργείται η κοινωνική πεποίθηση ότι ο νόμος δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Και αυτή η πεποίθηση είναι ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα που μπορεί να υποστεί ένας δικαστικός θεσμός.
Γιατί όταν ο λαός πάψει να πιστεύει ότι υπάρχει ισονομία, δεν απαξιώνεται απλώς ένας θεσμός. Απαξιώνεται ολόκληρη η έννοια της αστικής δικαιοσύνης. Και αυτή είναι ένας πυλώνας του αστικού συστήματος.



Καλά κάνουν τα τομάρια της αστικής “δικαιοσύνης” και η ελληνική μπασταρδοκρατία…Αφού ο φαρμακοχέρης είναι φυλακή…Δεδομένης της γενικότερης καταστάσεως, το μόνο που εύχομαι και ελπίζω είναι να βρεθεί εκείνο το χαμένο πιστόλι COLT 1911 0.45″ της 17Ν και να πιάσει πάλι δουλειά στα κατάλληλα χέρια…