Δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη η πρόσφατη ακύρωση της προβολής της βραβευμένης queer ταινίας μικρού μήκους «Αρκουδότρυπα» στην Αιγιάλεια, ύστερα από συντονισμένες αντιδράσεις και πιέσεις συντηρητικών κύκλων. Πρόκειται για ακόμη ένα περιστατικό που αποκαλύπτει πόσο εύκολα η ομοφοβία, ο θρησκευτικός συντηρητισμός και η πολιτική της «παραδοσιακής κανονικότητας» μπορούν να μετατραπούν σε μηχανισμό λογοκρισίας.
Εδώ και χρόνια, ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν εκφέρει δημόσια σκληρό και απαξιωτικό λόγο για την ομοφυλοφιλία, χαρακτηρίζοντάς την «αμάρτημα» ή «παρέκκλιση». Το ίδιο συνέβη με αφορμή τόσο το Σύμφωνο Συμβίωσης όσο και τη θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, όταν δεν έλειψαν οι δημόσιες καταδίκες, οι επιθέσεις και ακόμη και οι αφορισμοί πολιτικών προσώπων.
Παράλληλα, κόμματα και πολιτικοί του ακροδεξιού και υπερσυντηρητικού χώρου αξιοποιούν συστηματικά την ομοφοβική ρητορική ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης. Η δήθεν «υπεράσπιση της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας» χρησιμοποιείται ως φόβητρο απέναντι σε κάθε διαφορετικότητα, απέναντι σε κάθε διεκδίκηση ισότητας και τελικά απέναντι στο ίδιο το δικαίωμα των ανθρώπων να ζουν όπως επιλέγουν.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ακύρωση της προβολής της «Αρκουδότρυπας» δεν είναι ένα ασήμαντο τοπικό περιστατικό. Είναι ένα ακόμη καμπανάκι για την ελευθερία της έκφρασης και την πολιτιστική δημιουργία.
Όταν μια ταινία δεν κρίνεται με βάση την καλλιτεχνική της αξία αλλά αποκλείεται επειδή το περιεχόμενό της αφορά queer ανθρώπους, την αγάπη, την αποδοχή και τη ζωή στην ελληνική επαρχία, τότε δεν έχουμε απλώς μια διαφωνία για μια κινηματογραφική προβολή. Έχουμε λογοκρισία. Και η λογοκρισία δεν γίνεται λιγότερο επικίνδυνη επειδή εμφανίζεται με τον μανδύα της «αγανάκτησης», της «ηθικής» ή της δήθεν υπεράσπισης της κοινωνίας.
Οι δυνάμεις της οπισθοδρόμησης, με την ανοχή ή ακόμη και τη σύμπραξη τοπικών παραγόντων, επιχειρούν να επιβάλουν τα δικά τους όρια στο τι επιτρέπεται να βλέπουμε, να ακούμε, να συζητάμε και να εκφράζουμε. Θέλουν έναν δημόσιο χώρο αποστειρωμένο από οτιδήποτε αμφισβητεί τα στερεότυπα της «κανονικότητας».
Μόνο που η τέχνη δεν δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τις φοβίες των συντηρητικών.
Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλυσίδα επιθέσεων απέναντι στην ελεύθερη έκφραση, στην ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και στα αυτονόητα δικαιώματά τους.
Μετά τις καθημερινές φασιστικές και ομοφοβικές προκλήσεις, βλέπουμε να επανέρχεται με διαφορετικές μορφές η ίδια αντίληψη: ότι κάποιοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιοι άνθρωποι είναι «κανονικοί», ποια έργα τέχνης είναι «αποδεκτά» και ποιες ζωές δικαιούνται να έχουν δημόσια ορατότητα.
Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές δεν χρειάζονται πια πυρές. Τους αρκεί μια ακύρωση, μια απειλή, μια εκστρατεία λάσπης, ένας εκβιασμός ή η σιωπή των αρμοδίων.
Η «Αρκουδότρυπα» είναι μια ταινία που μιλά για την αγάπη, την επαρχία και την αποδοχή. Και ακριβώς γι’ αυτό η προσπάθεια να φιμωθεί αποκτά συμβολική σημασία πολύ μεγαλύτερη από μια απλή ακύρωση μιας κινηματογραφικής προβολής.
Γιατί απέναντι στη λογοκρισία δεν μπορεί να υπάρχει σιωπή.
Στεκόμαστε απέναντι σε κάθε μορφή ομοφοβίας, φασισμού, σκοταδισμού και διάκρισης. Στεκόμαστε στο πλευρό των δημιουργών της ταινίας και κάθε ανθρώπου στην Αιγιάλεια και παντού που αρνείται να σκύψει το κεφάλι απέναντι στον κοινωνικό συντηρητισμό και τον σύγχρονο Μεσαίωνα.
Η απάντηση στον σκοταδισμό δεν είναι η υποχώρηση. Είναι η συλλογική οργάνωση, η αλληλεγγύη και ο καθημερινός αγώνας για μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις, φόβο και καταπίεση. Και αν κάποιοι νομίζουν ότι μπορούν να απαγορεύσουν μια ταινία για να εξαφανίσουν τη διαφορετικότητα, ας το ξανασκεφτούν.
Η «Αρκουδότρυπα» θα προβληθεί.
Και κάθε φωνή ελευθερίας θα βρει τον δρόμο της.
Γιατί η τέχνη δεν ζητά άδεια από τους λογοκριτές.
Και η ελευθερία δεν μπαίνει σε καραντίνα.


0 Comments