Την ώρα που η ελληνική κοινωνία ασφυκτιά κάτω από την ακρίβεια, τους καθηλωμένους μισθούς και το διαρκές κυνήγι της επιβίωσης, το τραπεζικό κεφάλαιο συνεχίζει να προκαλεί με τρόπο που ξεπερνά κάθε όριο.
Η είδηση για την εκτόξευση των αποδοχών του CEO της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστου Μεγάλου, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας οικονομικής πραγματικότητας που έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά: άλλα για τους εργαζόμενους και άλλα για τα golden boys του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η ετήσια σταθερή αντιμισθία του Διευθύνοντος Συμβούλου, που βρισκόταν στις 750.000 ευρώ, αυξάνεται κατά 86,7%, φτάνοντας πλέον σε ένα νέο εύρος της τάξης των 1,2 έως 1,4 εκατομμυρίων ευρώ για το 2026 και μετά.
Και μιλάμε μόνο για τις σταθερές αποδοχές.Πάνω από αυτά μπορούν να προστεθούν bonus, μετοχές και κάθε λογής προνομιακές παροχές που συνοδεύουν την κορυφή της τραπεζικής πυραμίδας.
Για τον εργαζόμενο, μια αύξηση μερικών δεκάδων ευρώ στον μισθό παρουσιάζεται ως «δημοσιονομικό κόστος». Για τον τραπεζίτη, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ επιπλέον βαφτίζονται «ανταγωνιστικό πακέτο αποδοχών».
Αυτός είναι ο καπιταλισμός τους: λιτότητα για τους πολλούς, χρυσά συμβόλαια για τους λίγους.
Το μεγάλο φαγοπότι πάνω στις πλάτες της κοινωνίας
Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί.
Ποιος πλήρωσε για να διασωθεί το τραπεζικό σύστημα όταν κατέρρεε;
Δεν ήταν οι τραπεζίτες. Ήταν ο ελληνικός λαός.
Οι διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών συνδέθηκαν με τεράστιες κρατικές παρεμβάσεις και με ένα κοινωνικό κόστος που το πλήρωσαν οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και τα λαϊκά νοικοκυριά. Τα μνημόνια, οι περικοπές, η διάλυση εργασιακών δικαιωμάτων και η λεηλασία του κοινωνικού εισοδήματος δεν ήταν κάποια αφηρημένη οικονομική εξίσωση.
Ήταν η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Κι όμως, χρόνια αργότερα, όταν οι τράπεζες εμφανίζουν ξανά κέρδη δισεκατομμυρίων, η «ανταμοιβή» δεν κατευθύνεται προς την κοινωνία που πλήρωσε τον λογαριασμό. Κατευθύνεται προς τους μετόχους και τα ανώτατα στελέχη.
Και κάπου εδώ η πρόκληση γίνεται κραυγαλέα:
Πώς γίνεται μια κοινωνία που πλήρωσε τόσο ακριβά τη διάσωση των τραπεζών να παρακολουθεί σήμερα τους τραπεζίτες να μοιράζουν μεταξύ τους εκατομμύρια, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα;
Όταν τα κέρδη είναι δισεκατομμύρια
Οι αριθμοί που παρουσιάζει η ίδια η Πειραιώς αποκαλύπτουν το μέγεθος της κερδοφορίας.
Για το 2025, η τράπεζα ανακοίνωσε καθαρά κέρδη περίπου 1,07 δισ. ευρώ. Μιλάμε για κέρδη που προκαλούν ίλιγγο, την ίδια στιγμή που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μετράει τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα.
Από πού προέρχεται αυτή η τεράστια κερδοφορία; Από ένα τραπεζικό μοντέλο που έχει μετατρέψει σχεδόν κάθε συναλλαγή σε πηγή εσόδων και κάθε ανάγκη δανεισμού σε ευκαιρία κέρδους.
Προμήθειες: Κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή, κάθε έμβασμα, κάθε χρήση τραπεζικών υπηρεσιών προσθέτει μικρές ή μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στον οικογενειακό και επαγγελματικό προϋπολογισμό.
Τόκοι: Τα καθαρά έσοδα από τόκους παραμένουν σε δυσθεώρητα επίπεδα, την ώρα που οι καταθέτες βλέπουν συχνά πενιχρές αποδόσεις για τις οικονομίες τους και οι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος χρηματοδότησης.
Μέρισμα και επαναγορές: Ένα σημαντικό μέρος της κερδοφορίας επιστρέφει στους μετόχους, είτε μέσω μερισμάτων είτε μέσω προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκεται ο εργαζόμενος. Εκείνος που πληρώνει τις προμήθειες. Εκείνος που πληρώνει τους τόκους. Εκείνος που βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται από την ακρίβεια. Εκείνος που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του όταν δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος του. Κι ενώ εκείνος αγωνίζεται να σταθεί όρθιος, κάποιοι άλλοι αποφασίζουν ότι ο μισθός του ενός εκατομμυρίου ευρώ δεν είναι αρκετός.
Δύο κόσμοι, μία ταξική πραγματικότητα
Η υπόθεση των αποδοχών του CEO της Πειραιώς δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ενός προσώπου.Είναι η συμπυκνωμένη εικόνα μιας ολόκληρης ταξικής πρaγματικότητας.
Από τη μία, ο εργαζόμενος που διεκδικεί μια αξιοπρεπή αύξηση και ακούει ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια». Από την άλλη, τα golden boys που μπορούν να δουν τις αποδοχές τους να αυξάνονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ με μια απόφαση διοικητικού συμβουλίου.
Από τη μία, τα νοικοκυριά που πνίγονται στα χρέη. Από την άλλη, οι μέτοχοι που περιμένουν μερίσματα και οι διοικήσεις που επιβραβεύονται για την κερδοφορία.
Από τη μία, η κοινωνία που πλήρωσε πανάκριβα τις τραπεζικές διασώσεις. Από την άλλη, ένα τραπεζικό σύστημα που σήμερα εμφανίζει δισεκατομμύρια κέρδη και θεωρεί απολύτως φυσιολογικό να αμείβει τα ανώτατα στελέχη του με ποσά που ένας εργαζόμενος δεν θα κερδίσει σε ολόκληρη τη ζωή του.
Αυτή είναι η περίφημη «ανάπτυξή» τους.
Κέρδη για τους λίγους, λογαριασμός για τους πολλούς.
Και όσο η κυβέρνηση παρουσιάζει την τραπεζική κερδοφορία ως απόδειξη «επιτυχίας», τόσο οφείλουμε να θυμίζουμε ποιος πλήρωσε το κόστος της διάσωσης και ποιος εξακολουθεί να πληρώνει το κόστος της σημερινής πραγματικότητας.
Ο λαός δεν χρωστάει ευγνωμοσύνη στους τραπεζίτες.
Οι τράπεζες διασώθηκαν όταν τις είχε ανάγκη το σύστημα. Τώρα το σύστημα απαιτεί από την κοινωνία να αποδεχτεί ότι τα κέρδη τους είναι ιδιωτικά, ενώ το κόστος της κρίσης ήταν συλλογικό.
Δεν θα τους χαρίσουμε ούτε τη μνήμη ούτε την αλήθεια.
Απέναντι στην κοινωνία της τραπεζικής ασυδοσίας, της ακρίβειας και της ταξικής λεηλασίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποταγή.
Είναι η οργάνωση, η συλλογική διεκδίκηση και ο ταξικός αγώνας.
Γιατί τα δισεκατομμύρια δεν πέφτουν από τον ουρανό.
Παράγονται από την κοινωνία — και η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτήσει να επιστρέψουν σε αυτήν.



0 Comments