Αλλη μια είδηση, πίσω από την οικονομική της «ουδετερότητα», αποκαλύπτει ολόκληρη τη βαρβαρότητα ενός κοινωνικού συστήματος. Ένα σημερινό οικονομικό ρεπορτάζ πανηγυρίζει για ένα ακόμη «success story» του ελληνικού real estate. Αυτή τη φορά, στο στόχαστρο των αδηφάγων “επενδυτών” βρίσκεται η Ελληνική γη. Μια εταιρεία με ιδρυτή τον Sobhi Ayyad και καταγωγή από τον Λίβανο δηλώνει αποφασισμένη να επενδύσει επιθετικά σε ανακατασκευές παλιών πολυκατοικιών και στην ανέγερση νέων κτιρίων, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, επεκτείνοντας παράλληλα τη δραστηριότητά της και στα νησιά.
Μέχρι εδώ, θα μπορούσε κανείς να πει: ακόμη μία επενδυτική ιστορία από αυτές που σερβίρονται καθημερινά ως «ανάπτυξη». Το πραγματικά αποκαλυπτικό, όμως, βρίσκεται αλλού. Στον ομολογημένο αποδέκτη αυτής της «ανάπτυξης»:
«Τα ακίνητα της εταιρείας απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ξένους αγοραστές που επιθυμούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα χορήγησης αδειών διαμονής “Χρυσή Βίζα”.»
Και κάπου εδώ πέφτουν οι μάσκες.
Γιατί η «Χρυσή Βίζα» δεν είναι απλώς ένα πρόγραμμα προσέλκυσης κεφαλαίων. Είναι ένας ακόμη μηχανισμός μέσα από τον οποίο η στέγη, η γη και η ίδια η δυνατότητα εγκατάστασης σε μια χώρα μετατρέπονται σε προϊόντα προς πώληση. Δεν αγοράζεις απλώς ένα ακίνητο. Αγοράζεις προνομιακή πρόσβαση. Και όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις, τόσο περισσότερες πόρτες ανοίγουν. Ασχετα το ποιόν σου. (Ακόμα και αν αποδεδειγμένα διατηρούσε μακροχρόνιες σχέσεις με τον καταδικασμένο παιδόφιλο χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν, κι αυτό δεν το γράφουμε τυχαία).
Όταν η στέγη γίνεται χρηματιστηριακό προϊόν
Για το «ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ», αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί έκπληξη. Εδώ και πολύ καιρό έχουμε αναδείξει τον ταξικό χαρακτήρα της «Χρυσής Βίζας» και τον τρόπο με τον οποίο η αγορά ακινήτων μετατρέπεται σε πεδίο κερδοσκοπίας για διεθνή κεφάλαια, αλλά και να ξεπλένονται εγκληματίες,.
Την ώρα που ένας εργαζόμενος δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο του μήνα, ολόκληρες πολυκατοικίες και γειτονιές αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά assets. Την ώρα που νέοι άνθρωποι αναγκάζονται να παραμένουν στο πατρικό τους επειδή αδυνατούν να αποκτήσουν ή να νοικιάσουν αξιοπρεπή κατοικία, η αγορά ακινήτων μετατρέπεται σε χρυσωρυχείο για όσους διαθέτουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Η «ανάπτυξη» τους έχει πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα: εκτοπισμός, γκετοποίηση των εργαζομένων, τουριστικοποίηση και μετατροπή της κατοικίας σε εμπόρευμα.
Η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως χώρος όπου ζουν άνθρωποι.
Αντιμετωπίζεται ως χαρτοφυλάκιο ακινήτων.
Για τους πρόσφυγες φράχτες — για το κεφάλαιο κόκκινα χαλιά
Κι εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ταξική αντίφαση. Για τους φτωχούς και κατατρεγμένους αυτού του κόσμου, τα σύνορα υψώνονται σαν τείχη. Οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις χώρες τους εξαιτίας πολέμων, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, φτώχειας και κοινωνικής εξαθλίωσης βρίσκουν μπροστά τους φράχτες, στρατιωτικοποιημένα σύνορα, pushbacks, εγκλεισμό και μια Ευρώπη που τους αντιμετωπίζει ως απειλή.
Για αυτούς η μετακίνηση αντιμετωπίζεται ως «παράνομη». Για αυτούς η ανθρώπινη ανάγκη για επιβίωση βαφτίζεται «μεταναστευτική πίεση». Για αυτούς η θάλασσα μετατρέπεται σε υγρό νεκροταφείο.
Και ενώ οι πρόσφυγες και οι μετανάστες κυνηγιούνται στα σύνορα, οι διακινητές συνεχίζουν να θησαυρίζουν πάνω στην απόγνωση ανθρώπων που δεν έχουν άλλη επιλογή.
Όμως για το κεφάλαιο τα σύνορα είναι σχεδόν ανύπαρκτα.
Εκεί δεν υπάρχουν φράχτες. Δεν υπάρχουν pushbacks. Δεν υπάρχουν «παράνομες μετακινήσεις». Υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες.
Υπάρχουν Golden Visas. Υπάρχουν φορολογικά προνόμια. Υπάρχουν «τιμητικές πολιτογραφήσεις». Υπάρχουν κόκκινα χαλιά και φωτογραφίες με κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Το διαβατήριο του πλούτου
Ο πλούσιος δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι διώκεται. Δεν χρειάζεται να περάσει σύνορα μέσα στη νύχτα. Δεν χρειάζεται να κρυφτεί σε μια βάρκα. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει την αστυνομία, τη Frontex ή τους φράχτες. Αρκεί να έχει το κατάλληλο ποσό στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Το κεφάλαιο έχει τη δική του εθνικότητα: το κέρδος. Και τη δική του γλώσσα: το χρήμα.
Δεν έχει σημασία αν ο επενδυτής φοράει κελεμπία ή κοστούμι. Δεν έχει σημασία αν προέρχεται από την Τουρκία, τη Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες του Κόλπου ή οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη. Όταν έχει χρήματα, οι πόρτες ανοίγουν. Τα χαλιά στρώνονται. Οι νόμοι προσαρμόζονται. Οι «επενδύσεις» χειροκροτούνται.
Η ταξική υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο
Αυτή είναι η πραγματική «ελευθερία» της αγοράς.
Για τον εργάτη, σύνορα.
Για τον πρόσφυγα, φράχτες.
Για τον φτωχό, εξώσεις.
Για τον άνεργο, αποκλεισμός.
Για τον μετανάστη χωρίς χαρτιά, αστυνομική καταστολή.
Και από την άλλη:
Για τον μεγαλοεπενδυτή, Golden Visa.
Για το κεφάλαιο, φορολογικά προνόμια.
Για τους ισχυρούς, ειδικές διευκολύνσεις.
Για τους πλούσιους, κόκκινα χαλιά.
Αυτό δεν είναι «παράδοξο». Είναι η κανονικότητα του καπιταλισμού. Το αστικό κράτος μπορεί να υψώνει τείχη για τους ανθρώπους, αλλά φροντίζει να κρατά ορθάνοιχτες τις πύλες για το χρήμα. Και όταν η στέγη, η γη και η ίδια η δυνατότητα να ζήσεις σε έναν τόπο γίνονται αντικείμενα κερδοσκοπίας, δεν έχουμε μπροστά μας απλώς ένα πρόβλημα real estate. Έχουμε ένα βαθιά ταξικό πρόβλημα. Γιατί η κατοικία είναι δικαίωμα, όχι επενδυτικό προϊόν. Και η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να κοστολογείται με βάση το πάχος του πορτοφολιού.
Το μήνυμα του συστήματος είναι εξοργιστικά καθαρό:
Αν είσαι φτωχός και κυνηγημένος, είσαι «λαθραίος».
Αν είσαι πλούσιος, είσαι «επενδυτής».
Αν δεν έχεις χρήματα, σου δείχνουν τον φράχτη.
Αν έχεις εκατομμύρια, σου στρώνουν το κόκκινο χαλί.
Κι αυτή την ταξική υποκρισία δεν πρέπει απλώς να την καταγγέλλουμε.
Πρέπει να την ανατρέψουμε.
Υστερόγραφο: Και για να μην υπάρχει καμία αυταπάτη ότι η «Χρυσή Βίζα» είναι κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα, ας ρίξουμε μια ματιά στο πρότυπο που λάνσαρε ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.
Το Trump Gold Card προσφέρει σε πλούσιους αλλοδαπούς έναν επιταχυμένο δρόμο προς τη μόνιμη διαμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες, με «δωρεά» 1 εκατομμυρίου δολαρίων προς το αμερικανικό κράτος, συν τέλος επεξεργασίας. Η επίσημη αμερικανική πλατφόρμα μάλιστα το διαφημίζει ως δυνατότητα απόκτησης αμερικανικής διαμονής «σε χρόνο-ρεκόρ».
Και επειδή, προφανώς, το ένα εκατομμύριο θεωρείται πλέον ποσό για… αρχάριους, υπάρχει και η Trump Platinum Card. Με τίμημα 5 εκατομμυρίων δολαρίων, η υπόσχεση είναι ακόμη πιο προκλητική: δυνατότητα παραμονής στις ΗΠΑ έως 270 ημέρες τον χρόνο χωρίς φορολόγηση του εισοδήματος που προέρχεται από το εξωτερικό. Η «πλατινένια» κάρτα βρίσκεται ακόμη σε φάση προετοιμασίας/λίστας αναμονής.
Δηλαδή, την ώρα που ο φτωχός μετανάστης αντιμετωπίζεται ως «εισβολέας» και ο πρόσφυγας ως απειλή για την «εθνική ασφάλεια», ο εκατομμυριούχος μπορεί να αγοράσει έναν επιταχυμένο δρόμο προς την αμερικανική διαμονή.
Για τους κολασμένους του κόσμου: συνοριοφύλακες, φράχτες και απελάσεις.
Για τους εκατομμυριούχους: Gold Card.
Για τους πολυεκατομμυριούχους: Platinum Card.
Το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο καθαρό:
Στον καπιταλισμό δεν είναι το διαβατήριο που ανοίγει τις πόρτες. Είναι το πορτοφόλι.
Και κάπως έτσι, η «ελευθερία μετακίνησης» αποδεικνύεται κι αυτή εμπόρευμα. Όποιος έχει λεφτά, αγοράζει πρόσβαση. Όποιος δεν έχει, αγοράζει -στην καλύτερη περίπτωση- ένα εισιτήριο για την κόλαση των συνόρων.



0 Comments