Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη στην πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του εγχώριου πολιτικού και δικαστικού κατεστημένου.
Η υπόθεση του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη περνά πλέον τα ελληνικά σύνορα και φτάνει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Όπως γνωστοποίησε ο δικηγόρος του, Ζαχαρίας Κεσσές, κατατέθηκε η προσφυγή του Κουκάκη κατά του ελληνικού κράτους για την παρακολούθησή του τόσο από την ΕΥΠ όσο και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: όταν οι εσωτερικοί θεσμοί αποτυγχάνουν να δώσουν απαντήσεις, η υπόθεση αναζητά δικαιοσύνη έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Γιατί η προσφυγή στο Στρασβούργο δεν αποτελεί μια τυπική δικαστική κίνηση. Αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο οι ελληνικές αρχές χειρίστηκαν μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα των δημοκρατικών ελευθεριών: το απόρρητο των επικοινωνιών, την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την ελευθερία του Τύπου και, τελικά, το δικαίωμα των πολιτών να ελέγχουν την κρατική αυθαιρεσία.
Όταν ο ελεγχόμενος γίνεται ελεγκτής
Ιδιαίτερα βαριά σκιά πέφτει στην υπόθεση από τον ρόλο του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα.
Ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε κατά το παρελθόν, με την ιδιότητά του ως εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού της ΕΥΠ, υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Θανάση Κουκάκη το 2020.
Κι όμως, το 2026 βρέθηκε ο ίδιος να χειρίζεται τη δικογραφία που αφορούσε την υπόθεση των υποκλοπών.
Στις 27 Απριλίου 2026 εξέδωσε πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης, η οποία είχε προηγουμένως τεθεί στο αρχείο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα κεντρικά ζητήματα που θέτει η προσφυγή: πώς μπορεί να διασφαλιστεί η αντικειμενική αμεροληψία όταν ο ίδιος δικαστικός λειτουργός καλείται να εξετάσει μια υπόθεση στην οποία ενδέχεται να ελεγχθούν και δικές του προηγούμενες υπηρεσιακές πράξεις;
Το ερώτημα δεν είναι ούτε μικρό ούτε διαδικαστικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Και δεν μπορεί να απαντηθεί με το γνωστό «όλα έγιναν νόμιμα».
Γιατί ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα: όταν η κρατική αυθαιρεσία ντύνεται με τον μανδύα της τυπικής νομιμότητας, η δημοκρατία δεν προστατεύεται. Αντίθετα, απονεκρώνεται πίσω από σφραγίδες, διατάξεις, απορρήτους φακέλους και αποφάσεις που κλείνουν την πόρτα στην πραγματική διερεύνηση.
Predator, ΕΥΠ και μια υπόθεση που αρνείται να θαφτεί
Η υπόθεση Κουκάκη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο δημοσιογράφος είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ το 2020, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι αποτέλεσε στόχο του Predator. Δημοσιεύματα έχουν καταγράψει μάλιστα ότι η παρακολούθηση από την ΕΥΠ συνέπεσε χρονικά με την παράλληλη στοχοποίησή του από το κατασκοπευτικό λογισμικό.
Η προσφυγή στο Στρασβούργο καταγγέλλει ακριβώς την αποτυχία των ελληνικών αρχών να διερευνήσουν με ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα και αμεροληψία το σύνολο αυτής της υπόθεσης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα.
Ποιος παρακολουθούσε ποιον; Γιατί; Με ποια εντολή; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι ωφελήθηκαν; Και κυρίως: ποιος έχει την πολιτική και θεσμική ευθύνη για όλα αυτά;
Ερωτήματα που στην Ελλάδα επί χρόνια προσκρούουν πάνω στον τοίχο του απορρήτου, της θεσμικής αδράνειας και των διαδοχικών αρχειοθετήσεων. Τώρα μεταφέρονται στο Στρασβούργο.
Στο στόχαστρο η ΕΣΔΑ
Η προσφυγή επικαλείται θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το άρθρο 8 αφορά τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και των επικοινωνιών.
Το άρθρο 10 προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης και, κατ’ επέκταση, την ελευθερία της δημοσιογραφικής έρευνας και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.
Η υπόθεση θέτει επίσης ζητήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών μηχανισμών προστασίας και την απαιτούμενη αμεροληψία της δικαστικής διερεύνησης.
Και αυτό είναι που κάνει την προσφυγή πολιτικά και θεσμικά εκρηκτική.
Γιατί εάν ένας δημοσιογράφος μπορεί να παρακολουθείται από τις κρατικές υπηρεσίες και ταυτόχρονα να γίνεται στόχος παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, ενώ στη συνέχεια η διερεύνηση της υπόθεσης δεν οδηγεί σε πλήρη και ανεξάρτητη αποκάλυψη της αλήθειας, τότε δεν έχουμε μπροστά μας απλώς μια δικαστική εκκρεμότητα. Έχουμε ζήτημα δημοκρατίας.
Η συγκάλυψη δεν είναι το τέλος της ιστορίας
Για χρόνια επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί το σκάνδαλο των υποκλοπών σαν μια υπόθεση που μπορούσε να θαφτεί κάτω από τόνους δικογραφιών και θεσμικών δικαιολογιών. Όμως οι υποθέσεις που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιοι αποφασίζουν να τις βάλουν στο αρχείο. Και η προσφυγή του Θανάση Κουκάκη στο ΕΔΔΑ έρχεται να θυμίσει ακριβώς αυτό. Όταν η εσωτερική δικαιοσύνη κλείνει την πόρτα, η προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη ανοίγει ένα άλλο παράθυρο.
Και μαζί ανοίγει ξανά ο φάκελος ενός σκανδάλου που η κυβέρνηση και οι θεσμικοί μηχανισμοί της θα ήθελαν να θεωρούν λήξαν. Δεν έχει λήξει. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο ο Θανάσης Κουκάκης. Είναι το δικαίωμα κάθε δημοσιογράφου να ερευνά χωρίς να φοβάται ότι το τηλέφωνό του μετατρέπεται σε μηχανισμό παρακολούθησης. Είναι το δικαίωμα κάθε πολίτη να γνωρίζει ότι το κράτος δεν μπορεί να εισβάλλει αυθαίρετα στην ιδιωτική του ζωή. Είναι το δικαίωμα μιας κοινωνίας να απαιτεί λογοδοσία από εκείνους που διαθέτουν τους μηχανισμούς παρακολούθησης.
Και είναι, τελικά, η ίδια η δημοκρατική απαίτηση ότι κανένας κρατικός μηχανισμός, καμία μυστική υπηρεσία και κανένας θεσμός δεν μπορεί να βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο της κοινωνίας και του νόμου.
Η προσφυγή στο Στρασβούργο είναι πλέον μια νέα μάχη.
Και το μήνυμά της είναι καθαρό:
Οι υποκλοπές δεν ξεχάστηκαν.
Το Predator δεν ξεχάστηκε.
Η συγκάλυψη δεν ξεχάστηκε.
Και η απαίτηση για δημοκρατία, ελευθερία και πραγματική λογοδοσία δεν πρόκειται να μπει στο αρχείο.


0 Comments