Πηγή: Κώστας Βαξεβάνης – Documento
Οποτε κι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης πάει σε εκλογές, το θέµα του πλέον δεν είναι το ποσοστό που πιθανόν θα χάσει, αλλά το ποσοστό που θα θελήσει να εκφραστεί µε ψήφο τιµωρίας. Η ψήφος που συµπυκνώνει τέτοια χαρακτηριστικά µπορεί να δροµολογήσει εξελίξεις που δεν επιθυµεί. Το αρχικό σενάριο για εκλογές που θα ανακοινωθούν στη ∆ΕΘ µαζί µε µέτρα φαίνεται πως αλλάζει και η ηµεροµηνία µετατίθεται στο τέλος της τετραετίας. Ο Μητσοτάκης θεωρεί ότι µε τον τρόπο αυτό θα επενδύσει σε τρία πράγµατα: Πρώτον, θα ανακοινώσει παροχές στη ∆ΕΘ των οποίων το «αντίκρισµα» θα φανεί προεκλογικά. ∆εύτερον, θα χρησιµοποιήσει την επικείµενη προεδρία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τον Ιούλιο του 2027, για να εµφανιστεί ως ο µόνος ηγέτης που µπορεί λόγω κύρους και γνώσης να αντεπεξέλθει στην ευρωπαϊκή απαίτηση και να κλείσει ή να ανοίξει φακέλους. Τρίτον και βασικό, φαίνεται ότι επενδύει στη φθορά µέσα στον χρόνο που έχουν τα νεοεµφανιζόµενα κόµµατα τα οποία εµφανίστηκαν απειλητικά. Αφενός θεωρεί ότι µια κατάρρευση ποσοστών στο κόµµα της Μαρίας Καρυστιανού θα του επιτρέψει να επαναπατρίσει ψήφους, πιστοποιώντας µάλιστα ότι «δεν έχουν καµιά χρησιµότητα τα πειράµατα», αφετέρου ευελπιστεί πως ο χρόνος αποκαλύπτει τον Αλέξη Τσίπρα ως έναν πολιτικό που τον ενδιαφέρει µόνο να γίνει πρωθυπουργός και όχι το τι θα γίνει η χώρα. Θα τον χρησιµοποιήσει ωστόσο ως τον βολικό µπαµπούλα και φορέα ενός πιθανού ατυχήµατος για να συσπειρώσει το κοµµατικό του ακροατήριο.
Παράλληλα µε την επίκληση της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, την οποία ουδόλως υπερασπίζεται ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ, ο Μητσοτάκης και το επιτελείο της µαύρης προπαγάνδας του θα χρησιµοποιήσουν από την ανάποδη το επιχείρηµα του «ηθικού πλεονεκτήµατος»: «∆εν µπορεί να µιλάει για ηθικό πλεονέκτηµα ο Τσίπρας που, χωρίς καµία ηθική αναστολή, άδειασε τους συντρόφους τους και τους κατηγόρησε για όλα τα κακά, αναγορεύοντας τον εαυτό του σε Οδυσσέα και στη συνέχεια σε πρόεδρο κόµµατος διά απονοµής τίτλου».
Το θέµα φυσικά δεν είναι τι θα κάνει ο Μητσοτάκης πηγαίνοντας προς τις εκλογές, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας. Μπορεί να πείσει πως ισχύει αυτό που λέει, δηλαδή ότι αποτελεί την εναλλακτική δύναµη απέναντι στον Μητσοτάκη; Μετά την ήττα στις εκλογές του 2019 ο Αλέξης Τσίπρας απέρριψε το βασικό ζητούµενο στην πολιτική (δηλαδή να παράγεις και να κάνεις πολιτική από τη θέση της αντιπολίτευσης) υπέρ της εµπειρικής και βολικής αντίληψης πως ο Μητσοτάκης θα πέσει ως ώριµο φρούτο. Ο Μητσοτάκης δεν έπεσε, αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ σάπισε σαν χαλασµένο φρούτο. Ο Αλέξης Τσίπρας παρέµεινε πάνω από δύο χρόνια στη Βουλή χωρίς να επιλέξει καµιά σύγκρουση µε το καθεστώς Μητσοτάκη ή άλλη κοινοβουλευτική πρωτοβουλία. Οταν παραιτήθηκε, κατηγόρησε σύσσωµο το κοινοβουλευτικό σύστηµα (στο οποίο συµµετείχε ως επαγγελµατίας) για να επιστρέψει ξανά σε αυτό ως πρόεδρος πλέον της ΕΛΑΣ.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν δίνει τη µάχη της πολιτικής ούτε σήµερα. Περιµένει να εισπράξει την τιµωρητική ψήφο προς τον Μητσοτάκη και όχι να γίνει εναλλακτική δύναµη εξουσίας. Φιλοδοξεί απλώς να πάρει την εξουσία, πράγµα που έχει προφητέψει ο Σταµάτης Κραουνάκης. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δηµιουργήσει ένα ιδιωτικό κόµµα, το οποίο στην πραγµατικότητα δεν υπάρχει. Ενας µηχανισµός τεχνοκρατών αποτελεί, υποτίθεται, την πολιτική εγγύηση καλής λειτουργίας για να κυβερνήσει. Οι επιλογές ανθρώπων για το κόµµα δεν έχουν τίποτα πολιτικό, ούτε και αντιπροσωπεύουν πολιτική στρατηγική. Το κόµµα µη κόµµα εξελίσσεται σε ένα συνονθύλευµα ανθρώπων, µε κριτήριο αν ανταποκρίνονται στη βιοποικιλότητα της ψήφου. Είναι εκεί όχι γιατί συνθέτουν κάτι, αλλά επειδή µπορούν να συλλέξουν τα υλικά αποσύνθεσης του Μητσοτάκη. Οποιος δεν θέλει Μητσοτάκη καλείται να ψηφίσει ΕΛΑΣ και βλέπουµε.
Κατά µία έννοια, ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στην πορεία εκπλήρωσης ενός ονείρου. Εχει φτιάξει ένα κόµµα όπου κάνει κουµάντο και σχεδόν σαδιστικά περιφέρει την µπαγκέτα πάνω από τα κεφάλια των παρακλητικών της Αµαλίας, για να ενορχηστρώσει το σύστηµα της εξουσίας του. Είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή δεν θυµίζει ούτε Αριστερά ούτε δηµοκρατικό κόµµα. Εχει αναπτυχθεί απλώς ένας µηχανισµός µε καύσιµο την απόγνωση και τα αδιέξοδα από την πολιτική Μητσοτάκη, την οποία ωστόσο ο Τσίπρας δεν απειλεί.
Μπροστά στις εκλογές του 2027 ο Τσίπρας αντιγράφει τον Κυριάκο Μητσοτάκη του 2019. Σκηνοθετεί τον εαυτό του σε ρόλο Μεσσία. Μόνο που δεν θυµίζει τον Μητσοτάκη, ο οποίος είχε την αυτοπεποίθηση του πολιτικού που ξέρει τι τον συµφέρει να κάνει, αλλά τον Σταύρο Θεοδωράκη. Ο Τσίπρας αναµασά κοινοτοπίες, περιγράφοντας έναν κόσµο στον οποίο δεν συγκρούονται πολιτικές και συµφέροντα, αλλά το καλό µε το κακό. Το καλό φυσικά είναι ο Τσίπρας, µόνο και µόνο γιατί υπάρχει το κακό που είναι ο Μητσοτάκης. Αν αύριο στη Ν∆ αλλάξει η ηγεσία, ο Τσίπρας θα παζαρεύει µε τον νέο πρόεδρο της Ν∆ πόσες θα είναι οι κρατήσεις των τραπεζών και όχι ποια είναι η πολιτική τους.
Ο Τσίπρας έρχεται ως Σταύρος Θεοδωράκης ο Β΄ να εµφανίσει το απολίτικο µπέρδεµα που πάει µε όλα και ταιριάζει σε όλους ως σωτηρία από το κακό, µε αριστερό πρόσηµο. Ο Τσίπρας δεν θα βάλει τις γαλότσες να πάει στη φάρµα µε τα γελάδια, όπως έκανε ο Σταύρος Θεοδωράκης για να τον καταγράψουν οι κάµερες, αλλά εκτελεί το σενάριο του χαρισµατικού σε αναµονή µπροστά στις κάµερες.
Στην πρόσφατη συνέντευξή του στο in.gr ο Αλέξης Τσίπρας είπε για πολλοστή φορά «δεν γύρισα πίσω για να κάνω τον αρχηγό, δεν µε ενδιαφέρει. Γύρισα επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική». Ωστόσο ο Τσίπρας, σε αντίθεση µε όσα λέει και σκηνοθετεί, έχει γυρίσει και κάνει τον αρχηγό σε κόµµα που έφτιαξε για να είναι αρχηγός. Ο ρόλος Μονοπρόσωπης Πολιτικής ΕΠΕ που επέλεξε για το κόµµα είναι µια µικρογραφία της «Μητσοτάκης ΑΕ».
Την ίδια ώρα η προσπάθεια να δείξει ότι πλέον είναι άλλος και είναι αλλού υπονοµεύει την ίδια τη διακυβέρνησή του στο παρελθόν, που υπερασπίζονται πλέον µόνο τα ψήγµατα του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. ∆εν είναι δυνατόν να ισχύουν και τα δύο, δηλαδή να άλλαξε για να µην είναι λάθος, ενώ όσα έκανε (όταν ήταν λάθος) να είναι σωστά. ∆εν πρόκειται για πολιτική σύγχυση, αλλά για τακτικισµό που υπακούει στην προσωπική αντίληψη «είµαι ικανός, θα το πάω µια από δω, µια από κει, θα τα (ή τους) καταφέρω».
Η πορεία που ακολούθησε η ΕΛΑΣ σε σχέση µε το θέµα των ιδιωτικών πανεπιστηµίων (είτε συµφωνεί κάποιος είτε διαφωνεί µε τα ιδιωτικά πανεπιστήµια) δείχνει ότι το κόµµα Τσίπρα είναι έτοιµο για όλα. Αυτή η προσέγγιση της πολιτικής δεν γεννά όµως µόνο εύπιστο κοινό, αλλά και καχυποψία. Η ΕΛΑΣ θα δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αντιπαρατεθεί µε την πολιτική Μητσοτάκη και θα αναδεικνύει ως εχθρό το πρόσωπο Μητσοτάκη. Οπότε υπάρχει η πιθανότητα όχι να πάρει ψήφους, αλλά να συµβεί το αντίθετο. Ο ψηφοφόρος, βλέποντας το όραµα που προβάλλει το ιµιτασιόν, θα επιλέξει το ορίτζιναλ.



0 Comments