Η αστική δικαιοσύνη και το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου συναντιούνται για ακόμη μία φορά στο ίδιο σταυροδρόμι: εκεί όπου οι θεσμοί, οι πολιτικές σκοπιμότητες και οι ανάγκες της εξουσίας μπλέκονται μεταξύ τους, με φόντο τις επερχόμενες εκλογές.
Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Μίνας Μουστάκα για τις δικαστικές «βόμβες» που απειλούν να τινάξουν στον αέρα το κυβερνητικό αφήγημα περί «σταθερότητας» φωτίζει ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει όλο και περισσότερο να ασφυκτιά μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις. Οι ανοιχτές υποθέσεις πολλαπλασιάζονται, οι δικαστικές εκκρεμότητες βαραίνουν και η κοινωνική οργή δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιοι θα προτιμούσαν να την κρύψουν κάτω από το χαλί.
Υποκλοπές: Οι θεσμοί στα μέτρα της εξουσίας;
Η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών εξακολουθεί να αποτελεί μια βαθιά πληγή για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Οι καταγγελίες για παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων, οι αποκαλύψεις για το Predator και οι κυβερνητικές ευθύνες που έχουν τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης δεν μπορούν να εξαφανιστούν με δικαστικές αποφάσεις και επικοινωνιακούς χειρισμούς.
Η άρνηση του Αρείου Πάγου να ανασύρει τη σχετική δικογραφία, όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, έρχεται να τροφοδοτήσει ακόμη περισσότερο την καχυποψία μιας κοινωνίας που έχει κάθε λόγο να απαιτεί πλήρη διαλεύκανση.
Γιατί όταν πρόκειται για παραβιάσεις δικαιωμάτων και πιθανή κρατική αυθαιρεσία, η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με μισόλογα, κλειστές πόρτες και θεσμικές δικλείδες ασφαλείας για τους ισχυρούς.
Τέμπη: Το έγκλημα δεν χωράει σε ένα «ανθρώπινο λάθος»
Και ύστερα είναι τα Τέμπη.
Η τραγωδία που συγκλόνισε ολόκληρη την κοινωνία δεν πρόκειται να μετατραπεί σε μια βολική ιστορία περί «ανθρώπινων λαθών», όπου οι διαχρονικές πολιτικές ευθύνες, η εγκατάλειψη των σιδηροδρόμων και οι εγκληματικές ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού θα χαθούν μέσα σε έναν κυκεώνα επιμέρους ευθυνών.
Οι συγγενείς των θυμάτων επιμένουν. Η κοινωνία επιμένει. Και κάθε προσπάθεια περιορισμού της συζήτησης αποκλειστικά σε υπηρεσιακούς παράγοντες ή μεμονωμένα πρόσωπα αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα:
Ποιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα δημιούργησε τις συνθήκες μέσα στις οποίες μια τέτοια τραγωδία μπορούσε να συμβεί;
Η δικαιοσύνη μπορεί να αποφανθεί για ποινικές ευθύνες. Δεν μπορεί, όμως, να σβήσει την πολιτική ευθύνη εκείνων που κυβέρνησαν και εκείνων που διαχειρίστηκαν έναν κρίσιμο κοινωνικό τομέα με κριτήριο το κόστος, τις περικοπές και τη λογική της αγοράς.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Όταν οι επιδοτήσεις γίνονται πεδίο πολιτικών παιχνιδιών
Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι αποκαλύψεις και οι δικαστικές εξελίξεις έρχονται να προσθέσουν ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα των υποθέσεων που εκθέτουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πελατειακή και κομματική διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Οι αγροτικές επιδοτήσεις υποτίθεται ότι υπάρχουν για να στηρίζουν τους ανθρώπους που παράγουν. Όταν όμως μετατρέπονται σε αντικείμενο παράνομων πρακτικών, πολιτικών εξυπηρετήσεων και μηχανισμών διαπλοκής, το κόστος δεν το πληρώνουν οι ισχυροί.
Το πληρώνουν οι πραγματικοί αγρότες, οι εργαζόμενοι, οι φορολογούμενοι — ολόκληρη η κοινωνία.
Και οι σκιές που εξακολουθούν να περιβάλλουν πρόσωπα και πολιτικούς κύκλους, ακόμη και μέσα από υποθέσεις που συνδέθηκαν δημόσια με το λεγόμενο «Qatargate», ενισχύουν την εικόνα ενός ευρωπαϊκού πολιτικού οικοδομήματος όπου η διαφάνεια συχνά εξαντλείται στα λόγια.
Η «σταθερότητα» τους τρίζει
Κάπως έτσι, το πολιτικό θερμόμετρο του φθινοπώρου ανεβαίνει. Όχι απλώς επειδή πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις. Ούτε επειδή κόμματα και κυβερνητικά επιτελεία μετρούν ημερομηνίες, δημοσκοπήσεις και πολιτικά κόστη.
Ανεβαίνει επειδή κάτω από την επιφάνεια υπάρχει μια κοινωνία που θυμάται. Θυμάται τις υποκλοπές. Θυμάται τα Τέμπη. Θυμάται τις αποκαλύψεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Θυμάται ποιοι κυβερνούσαν όταν συνέβαιναν όλα αυτά.
Και κυρίως θυμάται ότι κάθε φορά που ένα σκάνδαλο απειλεί να φτάσει στην καρδιά της εξουσίας, αρχίζουν οι γνωστές επικλήσεις στην «ανεξαρτησία των θεσμών», στη «διάκριση των εξουσιών» και στην ανάγκη να «αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της».
Μόνο που η κοινωνία έχει πλέον ένα απλό και αμείλικτο ερώτημα: Δικαιοσύνη για ποιους;
Για τον εργαζόμενο που χάνει τη δουλειά του; Για την οικογένεια που θρηνεί έναν νεκρό; Για τον πολίτη που παρακολουθείται; Για τον αγρότη που βλέπει τις επιδοτήσεις να γίνονται αντικείμενο πελατειακών μηχανισμών; Ή για εκείνους που διαθέτουν πολιτική, οικονομική και θεσμική ισχύ ώστε να αντέχουν ακόμη και όταν το σύστημα γύρω τους καταρρέει;
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αναμονή ενός ακόμη δικαστικού πορίσματος ούτε η παρακολούθηση των πολιτικών ελιγμών των κυβερνητικών επιτελείων.
Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην κοινωνική κινητοποίηση, στην οργάνωση, στη συλλογική διεκδίκηση και στους δρόμους. Γιατί οι «βόμβες» που φοβούνται περισσότερο δεν είναι αυτές που σκάνε μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Είναι η στιγμή που η κοινωνική οργή μετατρέπεται σε οργανωμένη δύναμη. Και τότε, καμία επίκληση στη «σταθερότητα» δεν μπορεί να σώσει ένα σύστημα που έχει χάσει την κοινωνική του νομιμοποίηση.


0 Comments