«Βλέπετε, οι άνθρωποι που έχουν δύναμη, μόνο ένα πράγμα ξέρουν και καταλαβαίνουν: τη βία»
Η φράση αποδίδεται στον Νόαμ Τσόμσκι και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Understanding Power του 2002. Ας σταθούμε όμως λίγο σε αυτήν, γιατί το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν υπάρχει βία στην κοινωνία. Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Το ερώτημα είναι ποιος ασκεί τη βία, απέναντι σε ποιον, για την υπεράσπιση ποιων συμφερόντων και –κυρίως– με ποιον πολιτικό σκοπό.
Γιατί υπάρχει η βία του κράτους και των μηχανισμών του, υπάρχει η οικονομική βία της εκμετάλλευσης, υπάρχει η κατασταλτική βία απέναντι στις κοινωνικές αντιστάσεις και υπάρχει, ιστορικά, και η βία εκείνων που επιχειρούν να αντισταθούν σε αυτή την πραγματικότητα.
Από τη σκοπιά των κομμουνιστών, ωστόσο, το ζήτημα δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια απλοϊκή εξίσωση «βία ίσον βία».
Ο Λένιν, μιλώντας για τη σχέση της ένοπλης δράσης με το εργατικό και λαϊκό κίνημα, ήταν απολύτως σαφής: «Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη. Και οι μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες μπορούν και πρέπει να φέρουν όφελος μόνο όταν βρίσκονται σε στενή και άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα».
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η λαϊκή αντι-βία απέναντι στο κράτος και στους μηχανισμούς του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται έξω από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και, κυρίως, έξω από τη σχέση της με το μαζικό κίνημα.
Για τους επαναστάτες, επομένως, η αστική νομιμότητα δεν αποτελεί κάποιο αιώνιο ευαγγέλιο. Είναι ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε ατομική ένοπλη ενέργεια ενάντια σε κρατικούς μηχανισμούς αποκτά αυτομάτως επαναστατικό περιεχόμενο.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η δύσκολη συζήτηση. Σχεδόν 700 σχόλια συγκέντρωσε η ανάρτησή μας στο Facebook με τίτλο: «5 Σεπτέμβρη 2002: “Γεια σας! Είμαι ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ήρθα να παραδοθώ”». (Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσουμε θερμά τους αναγνώστες μας για την εμπιστοσύνη που δείχνουν στον ιστότοπό μας. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο χθες καταγράφηκαν σχεδόν 295.000 θεάσεις).
Αφιέρωσα κάποιο χρόνο και διάβασα όλα τα σχόλια. Ανάμεσα σε αρκετές εκδηλώσεις νοσταλγίας –σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αγιοποίησης της 17Ν– υπήρχαν και αρκετές καλόπιστες σοβαρές τοποθετήσεις.
Από αυτή τη συζήτηση προέκυψαν τρία βασικά ερωτήματα στα θα ήθελα να τοποθετηθώ…
Πρώτο ερώτημα: Τι λέει η 17 Ν για τους θανάτους Μάτη και Αξαρλιάν;
Ο αστυνομικός Χρήστος Μάτης σκοτώθηκε από τον Δημήτρη Κουφοντίνα κατά τη διάρκεια της ληστείας στην Εθνική Τράπεζα στα Άνω Πετράλωνα.
Σύμφωνα με την αφήγηση που έχει καταγραφεί για το περιστατικό, ο φρουρός αντιλήφθηκε την απόπειρα ληστείας και επιχείρησε να τραβήξει το όπλο του. Ακολούθησε ο πυροβολισμός που του κόστισε τη ζωή. Το καταθέτει ο υπάλληλος του ΟΤΕ, Παύλος Νικολαΐδης που ήταν παρών στο γεγονός Το όπλο του αστυνομικού, ένα Smith & Wesson, περιήλθε στη συνέχεια στην κατοχή της οργάνωσης. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός.
Όπως ιστορικό γεγονός είναι ότι οι απαλλοτριώσεις αποτελούσαν πρακτική που συνδέθηκε ήδη από νωρίς με διάφορες μορφές αντάρτικου πόλης.
Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Ο θάνατος του Θάνου Αξαρλιάν υπήρξε μια τραγική υπόθεση που ακόμη και η ίδια η 17Ν αναγνώρισε ως το μοναδικό σοβαρό λάθος στα 27 χρόνια της δράσης της και για το οποίο ζήτησε επανειλημμένα συγγνώμη.
Και εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφευχθεί:
Υπήρξε ποτέ αντίστοιχη δημόσια συγγνώμη από κρατικούς αξιωματούχους για τις κρατικές δολοφονίες που έχουν διαπραχθεί μέσα στις δεκαετίες; Για τους ανθρώπους που δολοφονήθηκαν από μηχανισμούς καταστολής; Για τις περιπτώσεις όπου η κρατική βία βαφτίστηκε «εκπλήρωση καθήκοντος»; Για εκείνους που έπεσαν από όπλα αστυνομικών; Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και έχουν περάσει πέντε χρόνια απ΄την δολοφονία του Ρομά Νίκου Σαμπάνη, οι εγκληματίες μπάτσοι εξακολουθούν να εργάζονται και ναι αμείβονται κανονικά.
Και υπάρχει εδώ μια ακόμη σύγκριση που αξίζει να τεθεί. Ο θεωρούμενος ως υπεύθυνος για τον θάνατο του Θάνου Αξαρλιάν παραμένει στη φυλακή. Ο δολοφόνος του Νίκου Τεμπονέρα πού βρίσκεται;
Η σύγκριση αυτή δεν ακυρώνει τον θάνατο του Αξαρλιάν ούτε μετατρέπει μια πολιτική δολοφονία σε κάτι αποδεκτό. Αναδεικνύει όμως μια κραυγαλέα αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το σύστημα αντιλαμβάνεται τη βία ανάλογα με το ποιος την ασκεί.
Δεύτερο ερώτημα: Ήταν «σωστή» η εκτέλεση του Παύλου Μπακογιάννη;
Εδώ μπαίνουμε σε ακόμη πιο δύσκολο έδαφος. Γιατί η ιστορία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται έξω από την εποχή της.
Ο Μαρξ είχε επισημάνει ότι οι έννοιες μεταβάλλουν το περιεχόμενό τους όταν μεταβάλλονται οι ιστορικές συνθήκες. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να δούμε τι συνέβαινε το 1989.
Το σκάνδαλο Κοσκωτά είχε συγκλονίσει το πολιτικό σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία βρίσκονταν στο επίκεντρο μιας τεράστιας πολιτικής κρίσης. Ο Γιώργος Πέτσος αντιμετώπιζε ήδη ποινικές διώξεις, ενώ για τον Παύλο Μπακογιάννη είχε εκδοθεί πόρισμα του εισαγγελέα Εφετών Ευθυμιάδη σχετικά με «αποδοχή προϊόντων εγκλήματος».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η 17Ν, στην προκήρυξή της για τη δολοφονία του Μπακογιάννη, διατύπωνε τη δική της πολιτική αιτιολόγηση.
Υποστήριζε ότι ο Μπακογιάννης ήταν συνεργάτης του Κοσκωτά και τον κατηγορούσε για συμμετοχή στις οικονομικές δραστηριότητες γύρω από τη Γραμμή και την Τράπεζα Κρήτης.
Δεν χρειάζεται να αποδεχτούμε σήμερα την επιχειρηματολογία της 17Ν για να εξετάσουμε γιατί η ίδια θεωρούσε πολιτικά αναγκαία τη συγκεκριμένη ενέργεια.
Και αυτό είναι μια θεμελιώδης διάκριση. Άλλο να εξετάζεις ιστορικά μια πολιτική πράξη και να αναζητάς τα κίνητρα, τις συνθήκες και την ιδεολογία που την παρήγαγαν και άλλο να υιοθετείς την πράξη ως πρότυπο πολιτικής δράσης.
Στη συνέντευξή του στον Τάσο Παππά, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο 13 απαντήσεις – Μια συζήτηση με τον Τάσο Παππά, ο Δημήτρης Κουφοντίνας συνδέει την εκτέλεση Μπακογιάννη με την πολιτική συγκυρία του 1989 και ιδιαίτερα με τη λεγόμενη «εθνική συμφιλίωση» Νέας Δημοκρατίας – Συνασπισμού – ΠΑΣΟΚ.
Η δική του ερμηνεία ήταν ότι, μέσα στην κρίση του συστήματος, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις επιχειρούσαν να διαμορφώσουν ένα μέτωπο σταθεροποίησης απέναντι στην κοινωνική δυναμική που θα μπορούσε να αναπτυχθεί.
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της συζήτησης. Η «συμφιλίωση» παρουσιάστηκε ως υπέρβαση των πολιτικών αντιθέσεων.
Αλλά από μαρξιστική σκοπιά γεννιέται ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα: Μπορούν πραγματικά να συμφιλιωθούν ταξικά συμφέροντα που παραμένουν αντικρουόμενα; Ο Ηράκλειτος μιλούσε για την πάλη των αντιθέτων ως κινητήρια δύναμη. Ο Μαρξ μετέφερε αυτή την αντίληψη στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας. Και ο Ένγκελς χλεύαζε τους «κοινωνικούς κομπογιαννίτες» που υπόσχονταν βελτίωση της ζωής των φτωχών χωρίς να θιγούν τα προνόμια των πλουσίων.
Από αυτή τη σκοπιά, η περίφημη «εθνική συμφιλίωση» του 1989 δεν μπορεί να εξετάζεται απλώς ως ένα ηθικό σύνθημα. Ήταν και μια πολιτική διαδικασία.
Το ζήτημα, επομένως, είναι τι ταξικά συμφέροντα εξυπηρετεί κάθε φορά η περίφημη «συμφιλίωση». Γιατί η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι όταν η Αριστερά σπεύδει να συμφιλιωθεί με τη Δεξιά χωρίς να έχει προηγηθεί αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την ανισότητα, πολύ συχνά αυτή που βγαίνει χαμένη είναι η ίδια η Αριστερά και, μαζί της, τα λαϊκά στρώματα που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα αν η δολοφονία του Μπακογιάννη ήταν πολιτικά ή ηθικά «σωστή». Και εδώ ακριβώς πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Το να κατανοούμε γιατί μια οργάνωση έκανε κάτι δεν σημαίνει ότι οφείλουμε να συμφωνήσουμε με το αν έπρεπε να το κάνει. Η ιστορική κατανόηση δεν είναι πολιτική απολογία.
Τρίτο ερώτημα: Έχει ηθική και ιδεολογία η δολοφονία;
Εδώ φτάνουμε στην καρδιά του ζητήματος.
Η απάντηση, από ιστορική σκοπιά, είναι ότι οι πολιτικές οργανώσεις που ασκούν ένοπλη μειοψηφική βία δεν αντιλαμβάνονται συνήθως τις πράξεις τους ως κοινές εγκληματικές ενέργειες. Τις εντάσσουν σε ένα ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο.
Από τον αναρχισμό του 19ου αιώνα μέχρι διάφορες μορφές αντάρτικου πόλης τον 20ό αιώνα, η ένοπλη ενέργεια παρουσιάστηκε σε αρκετές περιπτώσεις ως μέσο πολιτικής επικοινωνίας: ως προσπάθεια να αποδειχθεί ότι το κράτος δεν είναι παντοδύναμο, ότι οι μηχανισμοί του μπορούν να πληγούν και ότι η κοινωνία μπορεί να αφυπνιστεί.
Στο ιδεολογικό οπλοστάσιο αυτών των αντιλήψεων συναντάμε και την παλιά έννοια της τυραννοκτονίας.
Η λογική είναι γνωστή: όταν ένα πρόσωπο θεωρείται σύμβολο ενός καταπιεστικού μηχανισμού, η εξόντωσή του παρουσιάζεται όχι ως κοινό έγκλημα αλλά ως πράξη «δικαιοσύνης». Αυτό όμως είναι το σημείο όπου πρέπει να σταματήσουμε και να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση.
Το γεγονός ότι μια πράξη διαθέτει ιδεολογική αιτιολόγηση δεν σημαίνει ότι αποκτά αυτομάτως ηθική νομιμοποίηση. Και το αντίστροφο. Το γεγονός ότι το κράτος χαρακτηρίζει μια πράξη «τρομοκρατική» δεν αρκεί από μόνο του για να τελειώσει η ιστορική συζήτηση. Οπως σημειώνει και στο βιβλίο του «Μια απόφαση μάχομαι μέχρι τέλος» ο σύντροφος Τάσος Κατσαρός ιστορικά, ποτέ, καμία εξουσία, δεν αναγνώρισε στους πολιτικούς της αντιπάλους που την αμφισβητούσαν ένοπλα, ότι είναι αγωνιστές. Πάντα γι’ αυτούς, θεωρούνταν ποινικοί εγκληματίες και τρομοκράτες. Κλέφτες αποκαλούνταν οι ανυπόταχτοι αγωνιστές επί Τουρκοκρατίας, ληστοσυμμορίτες οι κομμουνιστές του ’47 και συμμοριτοπόλεμος ο εμφύλιος.
Τρομοκράτες αποκαλούνται σήμερα όλοι όσοι αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία της εξουσίας του κεφαλαίου.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αδυναμία κάθε αντίληψης που μετατρέπει την ένοπλη μειοψηφία σε υποκατάστατο του λαού. Γιατί η κοινωνική αλλαγή δεν γίνεται από λίγους «εκλεκτούς» που αποφασίζουν για λογαριασμό των πολλών. Δεν γίνεται επειδή κάποιος έχει όπλο και θεωρεί ότι απέκτησε μαζί του και το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Ο ίδιος ο Κουφοντίνας, που έχει πολύ καλή σχέση με τον μ/λ, αναγνωρίζει ξεκάθατα ακριβώς αυτή την ανάγκη:
«Ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι έργο της κινητοποιημένης και οργανωμένης κοινωνίας».
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση επιστρέφει αναπόφευκτα στον Λένιν. Το μαζικό κίνημα. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Όχι αν μια χούφτα ανθρώπων μπορεί να πραγματοποιήσει μια θεαματική ένοπλη ενέργεια.
Αλλά αν εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να κινητοποιηθούν, να οργανωθούν, να αποκτήσουν συλλογική συνείδηση και να διεκδικήσουν οι ίδιοι την εξουσία πάνω στη ζωή τους.
Γιατί αλλιώς υπάρχει ένας τεράστιος κίνδυνος. Η πολιτική να μετατραπεί σε θέατρο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ένοπλες μειοψηφίες και κρατικούς μηχανισμούς, ενώ η κοινωνική πλειοψηφία παραμένει θεατής. Και τότε η «επαναστατική βία» κινδυνεύει να γίνει όχι εργαλείο κοινωνικής χειραφέτησης αλλά υποκατάστατο της ίδιας της κοινωνικής δράσης.
Αυτό ακριβώς έχει αποτελέσει αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία απέναντι στις αντιλήψεις της ένοπλης μειοψηφικής δράσης.
Και τελικά, τι μένει; Μένει ένα δύσκολο και άβολο συμπέρασμα. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ιστορία της 17Ν αν την απογυμνώσουμε από την εποχή της.
Επομένως, ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι τελικά αν «είχε ηθική» η δολοφονία του Μπακογιάννη, του Μάτη ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού ή κρατικού στόχου.
Η μαρξιστική απάντηση, μας υποχρεώνει να πάμε ένα βήμα παραπέρα:Ούτε η κρατική καταστολή ούτε η δράση μιας μικρής ένοπλης μειοψηφίας μπορούν να υποκαταστήσουν την οργανωμένη δράση των μαζών. Και αυτή είναι ίσως η ουσία ολόκληρης της συζήτησης.
Γιατί η επανάσταση δεν είναι υπόθεση μερικών ανθρώπων που πυροβολούν για λογαριασμό εκατομμυρίων. Είναι υπόθεση εκατομμυρίων ανθρώπων που αποφασίζουν να πάψουν να αφήνουν άλλους να αποφασίζουν για λογαριασμό τους.
Και κάτι τελευταίο για την περίφημη «προβοκατορολογία»
Ολοι αυτοί που επιδίδονται σήμερα σε μια άκρατη πρακτορολογία, το μόνο που καταφέρνουν είναι, από τη μια, να δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στο κράτος και στην αστική νομιμότητα και, από την άλλη, να σπέρνουν σύγχυση σε έναν προβληματισμένο κόσμο για ένα βασικό ζήτημα: αν δηλαδή η ένοπλη δράση αποτελεί ή όχι κομμάτι του επαναστατικού κινήματος.
Εμείς το έχουμε ξεκαθαρίσει από την αρχή.
Θεωρούμε τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας κομμάτι της ιστορίας και του επαναστατικού κινήματος και τους ανθρώπους που συμμετείχαν και συμμετέχουν σ’ αυτές συντρόφους μας, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή όχι με τις μορφές πάλης που επέλεξαν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τους αντιμετωπίζουμε ως αλάθητους. Ούτε ότι κάθε ενέργειά τους βρίσκεται έξω από την πολιτική και ιδεολογική κριτική. Το ακριβώς αντίθετο.
Σύντροφος δεν σημαίνει άκριτος οπαδός. Σημαίνει ότι δεν υιοθετούμε τη λογική του κράτους που θέλει να μετατρέψει κάθε ένοπλο επαναστάτη σε κοινό εγκληματία και κάθε πολιτική διαδρομή σε ποινικό φάκελο.
Και κάτι ακόμη που καλό είναι να μην το ξεχνάμε.
Ο ελληνικός λαός δεν έζησε ποτέ υπό τον τρόμο μιας ανεξέλεγκτης ένοπλης δράσης τέτοιων οργανώσεων. Οι ενέργειές τους ήταν στοχευμένες και πολιτικά επιλεγμένες, όσο κι αν κανείς μπορεί να ασκεί κριτική στα αποτελέσματα ή στις επιλογές τους.
Η βία που πραγματικά απειλεί καθημερινά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία είναι άλλου μεγέθους και άλλης ποιότητας. Είναι η βία της ανεργίας, της φτώχειας, της εργασιακής εκμετάλλευσης, των πλειστηριασμών, της διάλυσης της δημόσιας υγείας, των εργατικών «ατυχημάτων», της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου, της καταστροφής του περιβάλλοντος. Είναι η βία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Μια βία που δεν εμφανίζεται με κουκούλες και πιστόλια. Ερχεται με γραβάτες, εταιρικά συμβούλια, υπουργικές αποφάσεις, χρηματιστηριακές συναλλαγές, «επενδυτικά σχέδια» και νόμους που ψηφίζονται στη Βουλή.
Μια βία που αφήνει πίσω της χιλιάδες θύματα, αλλά δεν έχει συγκεκριμένους ενόχους. Δεν οδηγεί τους πραγματικούς υπεύθυνους στα δικαστήρια.
Και οι δράστες της, οι περίφημοι «εγκληματίες του λευκού κολάρου», συνεχίζουν να κυκλοφορούν ανενόχλητοι, να διαχειρίζονται επιχειρήσεις, να αποφασίζουν για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και να εμφανίζονται από τα καθεστωτικά μέσα ως «παράγοντες της οικονομίας» και «σοβαροί επιχειρηματίες».
Αυτή είναι η βία που πρέπει να βλέπουμε όταν μιλάμε για βία.
Και να ολοκληρώσουμε με μια ξεκάθαρη τοποθέτηση όσο αφορά την ιστοσελίδα μας
Εμείς, από την πρώτη στιγμή, έχουμε προσπεράσει τις συνωμοσιολογικές αντιλήψεις που ανακαλύπτουν πίσω από κάθε ένοπλη οργάνωση «προβοκάτορες», «μυστικές υπηρεσίες», «πράκτορες» και «σκοτεινά κέντρα».
Οχι γιατί αγνοούμε ότι το κράτος έχει ιστορικά χρησιμοποιήσει προβοκάτσιες, διεισδύσεις και μηχανισμούς καταστολής. Αλλά γιατί δεν θα μετατρέψουμε την ύπαρξη αυτών των μηχανισμών σε καθολική εξήγηση για κάθε μορφή επαναστατικής ένοπλης δράσης.
Σήμερα υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι. Ας μας απαντήσουν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι επίδοξοι αναλυτές της «προβοκάτορας πίσω από κάθε γωνία»:
Η 17Ν, ο ΕΛΑ, ο Επαναστατικός Αγώνας, η Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς ήταν δημιουργήματα μυστικών υπηρεσιών;
Και αν όχι, τότε τι ήταν αυτό που έκανε νέους ανθρώπους να πάρουν μια απόφαση που γνώριζαν ότι μπορεί να τους κοστίσει τη ζωή τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, να τους οδηγήσει για δεκαετίες στις φυλακές;
Αυτό είναι το ερώτημα που αποφεύγουν συστηματικά να απαντήσουν.
Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να αναμασάς τις καθεστωτικές ανοησίες περί «προβοκατορολογίας» από το να επιχειρήσεις να κατανοήσεις ένα πολύ δυσκολότερο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο:
Γιατί κάποιοι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να επιλέξουν την ένοπλη σύγκρουση με ένα ολόκληρο κρατικό μηχανισμό, γνωρίζοντας εξαρχής το τίμημα που πιθανότατα θα πληρώσουν;
Η απάντηση σίγουρα δεν βρίσκεται σε κάποιο σκοτεινό γραφείο μιας μυστικής υπηρεσίας. Βρίσκεται στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που γέννησαν αυτές τις επιλογές, στην ιδεολογία τους, στην ιστορία των αγώνων, στις ήττες και στις διαψεύσεις της Αριστεράς, αλλά και στην ίδια την πεποίθηση εκείνων των ανθρώπων ότι με τον τρόπο αυτό υπηρετούν έναν σκοπό που θεωρούν επαναστατικό.
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί κάθετα με αυτή την επιλογή. Δεν δικαιούται όμως να διαγράφει την πολιτική της αφετηρία επειδή δεν του αρέσει η κατάληξή της.
Και, στην τελική, ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις μορφές πάλης που επέλεξαν οι διάφορες οργανώσεις, υπάρχει κάτι που μας προκαλεί αποστροφή. Το να βλέπουμε ανθρώπους να φτύνουν πάνω στους τάφους νεκρών ανταρτών πόλης, καταφεύγοντας σε μια ακατάσχετη προβοκατορολογία για να αποφύγουν την πολιτική συζήτηση.
Γιατί το αντάρτικο πόλης στην Ελλάδα έχει ιστορία. Εχει νεκρούς. Εχει σακατεμένους. Εχει ανθρώπους που πλήρωσαν την πολιτική τους επιλογή με δεκαετίες φυλακής. Εχει ανθρώπους που έζησαν κυνηγημένοι, στην παρανομία, στις φυλακές, στα νοσοκομεία, στα δικαστήρια. Και αν θέλουμε πραγματικά να συζητήσουμε για την ιστορία του, ας την συζητήσουμε ολόκληρη.
Ας θυμηθούμε ορισμένους από τους ανθρώπους που συνδέθηκαν με αυτήν: Χρήστος Κασίμης, Φούντας, Τσουτσουβής, Πρέκας, Μαρίνος, Κυρίτσης, Μαζοκόπος, Ζηρίνης και τόσοι άλλοι.
Γιατί η Αριστερά δεν έχει ανάγκη ούτε από αγιογραφίες ούτε από κρατικές ετικέτες. Εχει ανάγκη από ιστορική μνήμη, πολιτική κριτική και ταξική ματιά.
Και κυρίως έχει ανάγκη να μην ξεχνά ποτέ ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος. Γιατί όσο κάποιοι ψάχνουν μανιωδώς τον «πράκτορα» πίσω από κάθε ένοπλη οργάνωση, υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος και απολύτως υπαρκτός μηχανισμός μπροστά στα μάτια μας: το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος και η βία που ασκεί καθημερινά πάνω στην κοινωνική πλειοψηφία.
Κι αυτή, σύντροφοι, δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι η ίδια η ταξική πραγματικότητα.





0 Comments