“Αριθμοί κινητών τηλεφώνων. Διευθύνσεις email. Βάσεις δεδομένων προσωπικού υπουργείων, κυβερνητικών υπηρεσιών και επιχειρήσεων. Στοιχεία αξιωματούχων, υπουργών, πολιτικών προσώπων, του ίδιου του Πρωθυπουργού. Στρατιωτικών και λειτουργών που υπηρετούν σε σώματα ασφαλείας. Κανένα πραγματικό φίλτρο. Καμία ουσιαστική προστασία. Προσωπικά δεδομένα και ψηφιακές ταυτότητες εκτίθενται σε μια γκρίζα ζώνη της νομιμότητας”, είναι η εισαγωγή ενός ιδιαίτερα ενδιαφέρον ρεπορτάζ της Νίκης Λυμπεράκη στο «ΒΗΜΑ» που κυκλοφορεί.
Επαναφέρει με τρόπο αποκαλυπτικό ένα ζήτημα που συνήθως περνά κάτω από τα ραντάρ της δημόσιας συζήτησης: πόσο εύκολα μπορούν να βρεθούν στο διαδίκτυο προσωπικά δεδομένα, αριθμοί τηλεφώνων και στοιχεία επικοινωνίας ακόμη και κορυφαίων πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων.
Η υπόθεση που περιγράφεται είναι χαρακτηριστική.
Ένας άνθρωπος που συστήνεται ως ειδικός στην κυβερνοασφάλεια, ο Andrea Mavilla, επικοινωνεί μέσω WhatsApp και υποστηρίζει ότι είναι σε θέση να εντοπίσει προσωπικά στοιχεία προσώπων που κανονικά θα έπρεπε να προστατεύονται με αυξημένα μέτρα ασφαλείας.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο του ρεπορτάζ δεν είναι απλώς η δυνατότητα εντοπισμού ενός αριθμού τηλεφώνου. Είναι η ευκολία με την οποία, σύμφωνα με την περιγραφή, μπορεί να γίνει αυτό. Ολόκληρη η διαδικασία, όπως παρουσιάζεται στο ρεπορτάζ, διαρκεί λιγότερο από 20 δευτερόλεπτα.
Και τότε το ερώτημα γίνεται πολύ μεγαλύτερο από την υπόθεση ενός συγκεκριμένου προσώπου. Αν μπορεί να βρεθεί το κινητό ενός πρωθυπουργού, τι γίνεται με τον απλό πολίτη;
Το ρεπορτάζ περιγράφει αντίστοιχες περιπτώσεις στην Ιταλία και τη Γερμανία, ενώ γίνεται αναφορά και σε στοιχεία πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων που εμφανίζονται να είναι διαθέσιμα μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες και βάσεις δεδομένων.
Το ζήτημα επομένως δεν αφορά μόνο την προστασία των πολιτικών προσώπων. Αφορά όλους μας.
Τα προσωπικά δεδομένα έχουν μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά πολύτιμο εμπόρευμα της ψηφιακής εποχής. Ονοματεπώνυμα, αριθμοί τηλεφώνων, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επαγγελματικές ιδιότητες, ψηφιακά προφίλ και κάθε είδους πληροφορία που αφήνουμε πίσω μας καθημερινά στο διαδίκτυο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογής, επεξεργασίας και εμπορικής αξιοποίησης.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά της υπόθεσης: Δεν χρειάζεται πάντοτε ένας «χάκερ» που σπάει κωδικούς και εισβάλλει σε κυβερνητικά συστήματα. Μερικές φορές αρκούν τα δεδομένα που έχουν ήδη διαρρεύσει, έχουν συλλεχθεί ή είναι διαθέσιμα μέσα από διάφορες ψηφιακές υπηρεσίες.
Ο ίδιος ο Mavilla έχει παρουσιάσει δημόσια παρεμβάσεις του γύρω από ζητήματα διαρροής προσωπικών δεδομένων και κυβερνοασφάλειας.
Η ψηφιακή ασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν βασικό κομμάτι της καθημερινής ψηφιακής ζωής. Και εδώ δεν χωρούν εύκολες διαβεβαιώσεις.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο εάν κάποιος μπορεί να βρει έναν αριθμό τηλεφώνου. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα μας, από πού τα αντλεί, ποιος τα εμπορεύεται, ποιος τα αποθηκεύει και ποιος τελικά ελέγχει τη διακίνησή τους.
Και κυρίως: Ποιος προστατεύει τον πολίτη όταν η προσωπική του πληροφορία μετατρέπεται σε ψηφιακό προϊόν;
Η συζήτηση για την κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται λοιπόν σε εντυπωσιακές ιστορίες για «χάκερ» και τεχνολογικά κατορθώματα. Αφορά ένα θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα: το δικαίωμα του ανθρώπου να γνωρίζει ποιος γνωρίζει τι για τον ίδιο.
Γιατί σε μια κοινωνία όπου σχεδόν κάθε δραστηριότητα αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα ιδιωτικότητας, ασφάλειας και δημοκρατικού ελέγχου.
Και η ιστορία που παρουσιάζει το «ΒΗΜΑ» δείχνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο μέλλον. Είναι ήδη εδώ.




0 Comments