Στο πλαίσιο της κριτικής προσέγγισης της χριστιανικής μυθολογίας, συχνά εστιάζουμε στις αντιφάσεις των κειμένων ή στις ιστορικές ανακρίβειες. Ωστόσο, μερικές φορές η πιο ισχυρή αποδόμηση έρχεται μέσα από την ίδια την κοινή λογική και τις «τρύπες» στο σενάριο των βιβλικών αφηγήσεων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία των τριών προσώπων που, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, αναστήθηκαν από τον Ιησού: ο γιος της χήρας της Ναΐν, η κόρη του Ιαείρου και ο Λάζαρος.
Αν προσεγγίσει κανείς αυτά τα γεγονότα όχι με τυφλή πίστη, αλλά με τη λογική που θα διάβαζε οποιοδήποτε κείμενο της παγκόσμιας μυθολογίας, έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά από παράλογα κενά:
• Άνθρωποι που υποτίθεται ότι πέρασαν το απόλυτο σύνορο της ανθρώπινης ύπαρξης -τον θάνατο- και επέστρεψαν στη ζωή, εξαφανίζονται αμέσως μετά το «θαύμα». Δεν μαθαίνουμε ποτέ τι απέγιναν, πώς έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους ή πώς τους αντιμετώπισε η κοινωνία της εποχής.
• Σε κανένα κείμενο δεν καταγράφεται κανένας να τους ρωτά το πιο προφανές: «Τι είδατε εκεί; Πού ήσασταν; Υπάρχει μεταθανάτια ζωή;». Η εμπειρία τους, που θα έπρεπε να αλλάξει τον ρου της ανθρώπινης σκέψης, απλώς αποσιωπάται.
• Για τους δύο από τους τρεις, η μυθολογία δεν μπήκε καν στον κόπο να διασώσει ένα όνομα. Αναφέρονται απλώς ως «ο γιος» ή «η κόρη», λειτουργώντας αποκλειστικά ως διακοσμητικά στοιχεία (props) για να αναδειχθεί η υποτιθέμενη δύναμη του κεντρικού πρωταγωνιστή.
Όπως πολύ σωστά επισημαίνει το κείμενο της εικόνας, η συμπεριφορά αυτή δεν θυμίζει σε τίποτα πραγματικά πρόσωπα που βίωσαν μια συγκλονιστική εμπειρία. Είναι ακριβώς η συμπεριφορά χάρτινων χαρακτήρων σε ένα καλογραμμένο παραμύθι.
Στη λογοτεχνία και τη μυθοπλασία, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετήσουν την πλοκή και την εξέλιξη του ήρωα. Μόλις επιτελέσουν τον σκοπό τους -στην προκειμένη περίπτωση, να «αποδείξουν» τη θεϊκή ιδιότητα του Ιησού στους παρευρισκόμενους- ο συγγραφέας τους αποσύρει από το προσκήνιο, γιατί η δική τους φωνή ή η δική τους αλήθεια θα περιέπλεκε το αφήγημα.


0 Comments