Μετά από 14 χρόνια στη φυλακή για τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα έφτασα στο τέλος μιας μεγάλης και σκληρής δοκιμασίας.
Το να είναι κανείς επαναστάτρια/επαναστάτης αποδεικνύεται από το κόστος των επιλογών που διατίθεται να πληρώσει και από την υπεράσπιση των επιλογών αγώνα για τις οποίες βρέθηκε στη φυλακή.
Στην περίπτωσή μας, μια μακροχρόνια φυλάκιση ή ο θάνατος σε μια συμπλοκή με τους υπηρέτες του κράτους και των αφεντικών, όπως έγινε με τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα στις 10 Μαρτίου 2010, είναι το αντίτιμο των επιλογών μας, κάτι που γνώριζα εξαρχής. Στον αγώνα όπως και στη ζωή γενικά, τίποτα δεν υπάρχει χωρίς αντίτιμο. Γιατί ό,τι αξίζει είναι δύσκολο και απαιτεί θυσίες.
Το κόστος των επιλογών όμως ισχύει για όλους ανεξαιρέτως, ακόμα και για τον εχθρό, όπως και για τους υπηρέτες του κράτους που τραυματίστηκαν από τα όπλα του Επαναστατικού Αγώνα, στα Εξάρχεια το 2009 μετά την δολοφονία του Γρηγορόπουλου, στην απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στην Κλειτορία το 2014, στο Μοναστηράκι επίσης το 2014 που παραλίγο να με σκοτώσουν.
Για αρκετά χρόνια, οι δομές και οι μηχανισμοί του κράτους και του κεφαλαίου γνώρισαν την ισχύ των βομβών του Επαναστατικού Αγώνα, όπως το παράρτημα της ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ, το Χρηματιστήριο Αθηνών, τα υπουργεία Απασχόλησης και Οικονομίας, τα δικαστήρια της Ευελπίδων, αστυνομικά τμήματα όπως της Καλλιθέας και του Περισσού, τράπεζες όπως η Citibank και η Eurobank. Φυσικά οι ΗΠΑ δεν θα ξεχάσουν ποτέ την επίθεση με αντιαρματική ρουκέτα στην πρεσβεία τους στην Αθήνα το 2007. Ενώ ο πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης, Βουλγαράκης, αντιλήφθηκε ότι κανείς κυβερνητικός αξιωματούχος, όσο υψηλόβαθμος κι αν είναι, δεν είναι αλώβητος.
Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι κομμάτι μιας ιστορικής παράδοσης μέσα στο επαναστατικό και αναρχικό κίνημα από την εποχή της Α΄ Διεθνούς Ένωσης Εργατών που χρησιμοποίησε τον ένοπλο αγώνα και την πρακτική του αντάρτικου όπως έκανε η οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Θέληση) στη Ρωσία ή όπως έκαναν οι αναρχικοί με αυτό που ονόμαζαν «προπαγάνδα με την πράξη» όταν πραγματοποιούσαν βομβιστικές επιθέσεις και εκτελέσεις βασιλιάδων, προέδρων κρατών, πρωθυπουργών. Είναι κομμάτι μιας ιστορικής παράδοσης που συστατικά της μέρη ήταν η αντιφρανκική ένοπλη αντίσταση, το αντάρτικο κατά των δυνάμεων του Άξονα στην κατεχόμενη Ευρώπη, το αντάρτικο πόλης των τελευταίων δεκαετιών.
Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι κομμάτι μιας ιστορικής παράδοσης που βασίζεται στους αγώνες των λαών για την κοινωνική απελευθέρωση από τον ζυγό του κράτους και του κεφαλαίου, για αυτοοργάνωση ενάντια στο συγκεντρωτικό κράτος όποια μορφή και αν έχει αυτό. Μιας παράδοσης που βασίζεται μεταξύ άλλων στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, την αντικρατική τάση της Ρωσικής Επανάστασης –όπως την Κομμούνα της Κρονστάνδης του 1921 και την Μαχνοφτσίνα (1918-’21) στην Ουκρανία που αγωνίστηκε εναντίον των τσαρικών λευκών αντεπαναστατών, των εθνικιστών και του ανερχόμενου μπολσεβίκικου ολοκληρωτισμού–, τη Μεξικανική Επανάσταση και την Ισπανική Επανάσταση (1936-’39) που δολοφονήθηκε τόσο από τους σταλινικούς αντεπαναστάτες όσο και τους φρανκικούς φασίστες.
Στη διαδρομή της αγωνιστικής ζωής μου έχω περάσει 18 χρόνια στις φυλακές για τις επιλογές μου που τις τίμησα και τις υπερασπίστηκα δημόσια στην κοινωνία και μπροστά στον εχθρό. Από αυτά τα 18 χρόνια, τα 14 χρόνια είναι για τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα. Όσο παράδοξο και αν φαίνεται σε κάποιους ίσως, οι αγωνιστές της ελευθερίας αγαπούν τη ζωή παθιασμένα ρισκάροντας μερικές φορές να σκοτωθούν ενώ αγαπούν την ελευθερία ρισκάροντας να βρεθούν στη φυλακή.
Η ίδρυση του Επαναστατικού Αγώνα το 2003 και η συμμετοχή μου σ’ αυτόν ήταν το αποτέλεσμα μιας αγωνιστικής και πολιτικής ωρίμανσης. Από αυτή τη δοκιμασία βγαίνω, όπως βγήκε και η συντρόφισσα Ρούπα, νικητής με το κεφάλι ψηλά. Γιατί υπερασπιστήκαμε την πολιτική μας ταυτότητα ως μέλη του Επαναστατικού Αγώνα. Γιατί υπερασπιστήκαμε τη δράση μας και όλες τις επιθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα, μία προς μία, και τις 18 ενέργειες από το 2003 ως το 2017, σε όλες τις δίκες εναντίον της οργάνωσης. Γιατί υπερασπιστήκαμε τον σύντροφό μας Λάμπρο Φούντα, μέλος της οργάνωσης που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αστυνομικούς. Γιατί αν είχαμε απαρνηθεί την πολιτική μας ταυτότητα με την ελπίδα να σωθούμε από την καταστολή, αν δεν είχαμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη, αυτό θα ήταν η ύψιστη μορφή αλλοτρίωσης, θα είχαμε προδώσει τον νεκρό σύντροφό μας Λάμπρο Φούντα που σκοτώθηκε σε προπαρασκευαστική ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον του Α΄ Μνημονίου, που έδωσε τη ζωή του για να γίνει η κρίση ευκαιρία για την Κοινωνική Επανάσταση.
Βγαίνουμε πολιτικά νικητές γιατί παραμείναμε αμετανόητοι, γιατί δεν αρνηθήκαμε τις επιλογές μας. Αν σε παλιότερες εποχές στην Ελλάδα –όπως π.χ. την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, του εμφυλίου πολέμου και της δικτατορίας του 1967-’74– το διακύβευμα της αποκήρυξης και της μετάνοιας ήταν ο κομμουνισμός, στην εποχή μας το διακύβευμα είναι η απάρνηση της ιδιότητας του μέλους της οργάνωσης αντάρτικου και κατ’ επέκταση στην πράξη η απάρνηση του αντάρτικου και της επανάστασης.
Βγαίνουμε πολιτικά νικητές γιατί δεν κάναμε πίσω στο παραμικρό, γιατί σταθήκαμε τρομακτικά συνεπείς και δεν κατάφεραν να μας σπάσουν. Γιατί ήττα δεν είναι η «στρατιωτική» ήττα, η σύλληψη και η φυλάκιση, ούτε το να σκοτωθούμε στον αγώνα, αλλά η πολιτική ήττα, κάτι πολύ χειρότερο, δηλαδή η απάρνηση της πολιτικής ταυτότητας και της δράσης, η απάρνηση της συλλογικότητας στην οποία ανήκουμε, κάτι που επιδιώκει ο εχθρός και οι δικαστές.
Βγαίνουμε πολιτικά νικητές παρότι περάσαμε κυριολεκτικά δια πυρός και σιδήρου σ’ αυτήν την ιστορική διαδρομή.
Σε αυτή τη διαδρομή χάσαμε τον σύντροφό μας Λάμπρο Φούντα στη συμπλοκή της Δάφνης στις 10 Μαρτίου 2010. Στα δικά μας «πέτρινα χρόνια», είδαμε τον γιο μας Βίκτωρα Λάμπρο να γεννιέται και να μεγαλώνει τους πρώτους μήνες της ζωής του στη φυλακή αφού η συντρόφισσα Ρούπα ήταν 6 μηνών έγκυος κατά τη σύλληψή μας στις 10 Απριλίου 2010. Γλιτώσαμε τον θάνατο, εγώ στο Μοναστηράκι όταν με πυροβόλησαν στη συμπλοκή με τους αστυνομικούς που με καταδίωκαν και η συντρόφισσα Ρούπα όταν παρ’ ολίγο να συντριβεί το ελικόπτερο στην απόπειρα αεροπειρατείας το 2016 που πραγματοποίησε για να με απελευθερώσει από τις φυλακές Κορυδαλλού. Να θυμίσω ότι ο αστυνομικός –«προστάτης του πολίτη»– της ομάδας Δίας που με πυροβόλησε στο Μοναστηράκι, 2 χρόνια αργότερα –το 2016– λήστεψε και δολοφόνησε έναν πολίτη (ταξιτζή) και καταδικάστηκε σε δις ισόβια, αποδεικνύοντας το ποιόν αυτών που η πραγματική τους δουλειά είναι να προστατεύουν το καθεστώς.
Πέρασα πάνω από 1 χρόνο με το ένα χέρι ανάπηρο, με σπασμένο το βραχιόνιο οστό από τον πυροβολισμό στο Μοναστηράκι, με το υπουργείο «Δικαιοσύνης» να με στέλνει όπως είχε προαναγγείλει ως τον πρώτο πολιτικό κρατούμενο στις φυλακές τύπου Γ΄ στον Δομοκό τον Δεκέμβριο του 2014, αδιαφορώντας για την περίθαλψή μου και για το ότι έπρεπε να κάνω δεύτερη εγχείρηση για την αποκατάσταση του τραυματισμένου χεριού μου.
Νιώσαμε στο πετσί μας την «ακρότητα» της κρατικής καταστολής όταν καταδικαστήκαμε με ένα νόμο της χούντας του 1969, εγώ και η συντρόφισσα Ρούπα, σε ισόβια κάθειρξη για την επίθεση στο παράρτημα της ΕΚΤ, την Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ, μία από τις σημαντικότερες επιθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα και τη μοναδική ενέργεια αντάρτικου που στρεφόταν κατά των 2 εκ των 3 υπερεθνικών μηχανισμών που επέβαλαν τα επαχθή μνημόνια στον ελληνικό λαό.
Το χειρότερο απ’ όλα όμως που μπροστά του ωχριούν όλα τα προηγούμενα, ήταν ο εγκλεισμός του 6,5 χρονών τότε γιου μας Βίκτωρα Λάμπρου, στο ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου Παίδων και η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από εμάς, μετά τη σύλληψη της συντρόφισσας Ρούπα στις 5 Ιανουαρίου 2017. Μια πράξη βγαλμένη από τις χειρότερες στιγμές του ελληνικού εμφυλίου πολέμου του 1946-’49 με τον εγκλεισμό προς «αναμόρφωση» των παιδιών των ανταρτών του ΔΣΕ στις «παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης, μια πράξη που προσομοιάζει με την πρακτική της χούντας του Βιντέλα στην Αργεντινή που έπαιρναν τα παιδιά των αντιφρονούντων για να τα δώσουν σε οικογένειες προσκείμενες στη δικτατορία. Μόνο που στη δική μας περίπτωση το έκανε η αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που εξαπάτησε το λαό ότι θα έβγαζε τη χώρα από τα μνημόνια, παραβιάζοντας ακόμα και το δημοψήφισμα του 2015 που η ίδια οργάνωσε όπου το 62% του λαού είπε ΟΧΙ στους δανειστές. Απέδειξαν στη δική μας περίπτωση πόσο υποκριτές είναι που επικαλούνται τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τους κοινωνικούς αγώνες ή την Εθνική Αντίσταση. Η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από εμάς για το ίδιο μας το παιδί έγινε, όπως έλεγε η απόφαση, γιατί είμαστε και οι δύο καταδικασμένοι και κρατούμενοι για τη δράση της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας αποδεικνύοντας την πολιτική φύση αυτής της απόφασης, αφού μια τέτοια πρακτική δεν εφαρμόζεται σε ποινικούς κρατούμενους γονείς –που και οι δύο βρίσκονται στη φυλακή– παρά μόνο σε κακοποιητές γονείς για τα ίδια τους τα παιδιά. Αυτήν την επαίσχυντη διάταξη εφάρμοσαν σε μας γιατί είμαστε επαναστάτες, μέλη της οργάνωσης αντάρτικου που ανήκουμε. Είναι πρωτοφανές το μένος και η αντιμετώπιση που είχαμε ως Επαναστατικός Αγώνας. Γιατί σ’ όλη αυτή την ιστορική διαδρομή κρατήσαμε μια ανυποχώρητη και αταλάντευτη στάση, γιατί δεν παραδοθήκαμε το 2013 με το τέλος της 1ης δίκης της οργάνωσης για να μπούμε στη φυλακή, αλλά βγήκαμε στην παρανομία χωρίς να εγκαταλείψουμε τον γιο μας και συνεχίσαμε τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα με την επίθεση στην ΕΚΤ-Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ. Αλλά και γιατί δεν παραδόθηκε η συντρόφισσα Ρούπα μετά τη σύλληψή μου στο Μοναστηράκι το 2014 και συνέχισε να είναι στην παρανομία πραγματοποιώντας την απόπειρα αεροπειρατείας το 2016 με σκοπό την απελευθέρωσή μου και τη συνέχιση της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα. Η στάση μας αλλά και γιατί η συντρόφισσα Ρούπα έσπασε αρκετά πατριαρχικά και σεξιστικά ταμπού ως γυναίκα, επαναστάτρια και μητέρα, είχε ως αποτέλεσμα την αντιμετώπιση που μας «άρμοζε» από τον εχθρό, φτάνοντας στο σημείο το κράτος να βάλει στο επίκεντρο του πολέμου εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα το ίδιο μας το παιδί. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δε μας λύγισε.
Η παρακαταθήκη που ήδη έχει αφήσει ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μεγάλη τόσο σε θεωρητικό όσο και στο επίπεδο της δράσης. Ανέλυσε εύστοχα το καπιταλιστικό σύστημα την εποχή της έξαρσης της παγκοσμιοποίησης που είχε ως συστατικά στοιχεία τον πόλεμο κατά της «τρομοκρατίας» και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Αμφισβήτησε με τον λόγο και τις επιθέσεις του την παντοδυναμία του συστήματος και την ικανότητά του να αναπαράγεται στο διηνεκές σε μια εποχή «ευημερίας» που πολλοί, ακόμα και στους πολιτικούς χώρους αντίστασης το πίστευαν αυτό. Κατανόησε με την ανάλυσή του ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται στην οικονομία του χρέους, πράγμα που σε μια εποχή αλληλεξάρτησης των λειτουργιών του συστήματος θα μπορούσε να μετατραπεί σε βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλιά του σε περίπτωση ξεσπάσματος μιας διεθνούς κρίσης. Ήμασταν οι μόνοι που το 2005 –δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης–, όταν η οργάνωση είχε επιτεθεί στα υπουργεία Απασχόλησης και Οικονομίας που λέγαμε -σε αντίθεση με την κυρίαρχη προπαγάνδα του κράτους περί «ισχυρής ελληνικής οικονομίας»- ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση, ότι έχει ένα τεράστιο χρέος που οφείλεται σε μία ταξική πολιτική ενίσχυσης του κεφαλαίου και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου από τα κάτω προς τα πάνω και ότι μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας σε περίπτωση ξεσπάσματος μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, είναι μια ρεαλιστική προοπτική. Γι’ αυτό και ο Επαναστατικός Αγώνας αντιλήφθηκε έγκαιρα πριν από πολλούς τη σημασία της κρίσης του 2007-’08, τον σεισμό που θα προκαλούσε στο σύστημα παγκόσμια και την ευκαιρία για Επανάσταση που θα παρουσιαζόταν σε χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της κατάρρευσης λόγω του υπέρογκου χρέους.
Γι’ αυτό από το 2009, πριν ακόμα την υπαγωγή της χώρας στα προγράμματα του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της ΕΕ, όταν ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε μια καμπάνια επιθέσεων με αιχμή τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης από το κράτος (ένοπλες επιθέσεις κατά αστυνομικών των ΜΑΤ μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, βομβιστικές επιθέσεις κατά Citibank, Eurobank, Χρηματιστηρίου Αθηνών), έκανε έκκληση για τη δημιουργία επαναστατικού κινήματος, μιας πολιτικοστρατιωτικής δομής, που θα έχει απαραίτητα τον ένοπλο αγώνα στη στρατηγική του για να εκμεταλλευτεί την απονομιμοποίηση του συστήματος που θα προκαλούσαν τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και να επιχειρήσει την Επανάσταση. Επίσης, η οργάνωση είχε προβλέψει την υπαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα του ΔΝΤ και της ΕΕ απ’ όταν έκανε την επίθεση στο Χρηματιστήριο Αθηνών τον Σεπτέμβριο του 2009 όπως επίσης, είχε προβλέψει τότε και την κοινωνική εξέγερση του 2010-’12 ενάντια στα μέτρα που επέβαλε η υπαγωγή στα μνημόνια του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της ΕΕ. Όλα όσα είχε ρισκάρει να προβλέψει δημόσια ο Επαναστατικός Αγώνας και επιβεβαιώθηκαν, είναι καταγεγραμμένα ιστορικά στις προκηρύξεις της οργάνωσης και κανείς δεν μπορεί να το διαψεύσει.
Ο Επαναστατικός Αγώνας αταλάντευτα είχε διατυπώσει τη θέση ότι η μόνη ρεαλιστική απάντηση στην κρίση είναι η Κοινωνική Επανάσταση, η ανατροπή του κράτους και του κεφαλαίου, του συστήματος που αναπαράγει και δημιουργεί τις κρίσεις. Αντιθέτως, θεωρούσε και θεωρούσαμε ως αυταπάτη και ψευδαίσθηση τις θέσεις για βελτίωση των συνθηκών εντός του υπάρχοντος συστήματος και εντός των μνημονιακών προγραμμάτων, θεωρούσαμε αυταπάτη τις προοπτικές για μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της κατίσχυσης του νεοφιλελευθερισμού, αυταπάτη τις ρητορείες για «σκίσιμο των μνημονίων» χωρίς να υπάρξει συνολική ρήξη με το διεθνές σύστημα εξουσίας και μετάβαση σε επαναστατικές μορφές κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ανασυγκρότησης. Γι’ αυτό και πιστεύαμε ότι τα μέτρα που επέβαλαν οι δανειστές δεν θα μπορούσε να τα πάρει πίσω οποιαδήποτε κυβέρνηση οποιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης ακόμα και αριστερής. Ακριβώς γι’ αυτό, είχαμε προβλέψει έναν χρόνο πριν ο «αντιμνημονιακός» ΣΥΡΙΖΑ πάρει την εξουσία, με την επίθεσή μας στις 10 Απριλίου 2014 στο παράρτημα της ΕΚΤ, την Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ, ότι θα ακολουθούσε o ΣΥΡΙΖΑ κατά γράμμα ό,τι υπαγόρευαν οι δανειστές και οι μνημονιακές υποχρεώσεις, κάτι που επιβεβαιώθηκε με την επιβολή του Γ΄ Μνημονίου και την επιμήκυνση για δεκαετίες της πληρωμής του χρέους (Δ΄ Μνημόνιο). Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι η μόνη ομάδα που βλέποντας την κρίση ως ευκαιρία για την Επανάσταση και μιλώντας για τη δημιουργία μαζικού επαναστατικού κινήματος με τον ένοπλο αγώνα στις στοχεύσεις του, διατύπωσε θέσεις και προτάσεις που θα έπρεπε να έχει ένα επαναστατικό κίνημα για μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση πριν και μετά την καταστροφή του καπιταλισμού και του κράτους, κάτι που διατυπώθηκε στην καμπάνια των επιθέσεων του 2009 και στην προκήρυξη του 2014 για την επίθεση στην ΤτΕ και το γραφείο του ΔΝΤ. Θέσεις και προτάσεις που αφορούν τη μονομερή στάση πληρωμών και τη διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του Κεφαλαίου και του Κράτους και την κοινωνικοποίησή τους. Την κοινωνικοποίηση-δημοτικοποίηση και την αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, της υγείας και της εκπαίδευσης από τους Δήμους και τις Κοινότητες, τους εργαζόμενους, την κοινωνική βάση. Την αντικατάσταση του Κράτους από μια Συνομοσπονδιακή Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων (Κομμούνων), Λαϊκών Συνελεύσεων και Εργατικών Συμβουλίων, όπως αποκρυσταλλώθηκε σε έκδοσή μας το 2020 μέσα από τη φυλακή, «ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ–ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΑΚΡΑΤΙΚΗ-ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ».
Όμως ο καλύτερος απολογισμός της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα έχει γίνει από τον ίδιο τον εχθρό, το κράτος. Όπως τότε που μας συνέλαβαν για πρώτη φορά το 2010, παραμονές του Α΄ Μνημονίου και είχαν βρει 150 κιλά εκρηκτικά ANFO έτοιμα για επίθεση, όταν κυβερνητικός αξιωματούχος είχε δηλώσει ανώνυμα ότι «πρόλαβαν ένα χτύπημα που θα τέλειωνε την οικονομία μέσα σε ώρες». Όπως τότε που ο εισαγγελέας της 3η δίκης εναντίον της οργάνωσης το 2018, όπου δικαζόταν μόνη της η συντρόφισσα Ρούπα και στην οποία καταδικάστηκε σε ισόβια, είχε αποφανθεί ότι ήταν πρόσφορη η δράση του Επαναστατικού Αγώνα για την κατάρρευση της οικονομίας, όταν δήλωνε ότι, «από τύχη δεν κατέρρευσε το κτίριο της ΤτΕ και του ΔΝΤ, γεγονός που θα προκαλούσε την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος στη χώρα και της οικονομίας γενικότερα». Αποδεικνύοντας έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο τη σωστή στρατηγική που είχαμε για την υπονόμευση και την αποσταθεροποίηση του συστήματος και αναιρώντας ταυτόχρονα την γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου του 2010 ότι η πρακτική του ένοπλου αγώνα –τρομοκρατία κατ’ αυτούς– δεν είναι πρόσφορη για τη συστημική ανατροπή παρά μόνο τα στρατιωτικά πραξικοπήματα. Παράλληλα αποδείχτηκε επιτυχημένη και καινοτόμα για το ελληνικό αντάρτικο πόλης η πρακτική των επιθέσεων του Επαναστατικού Αγώνα, της χρησιμοποίησης παγιδευμένων αυτοκινήτων με μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών εναντίον κρίσιμων υποδομών του συστήματος, π.χ. χρηματιστήριο, ΤτΕ-ΔΝΤ.
Όπως επίσης αναγκάσαμε το εφετείο της 2ης δίκης όπου δικαστήκαμε και οι δύο για την επίθεση στην ΤτΕ-ΔΝΤ και είχαμε τοποθετηθεί ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα είναι νόμιμη, ακόμα και με βάση το άρθρο 120 του Συντάγματος, αφού στρεφόταν κατά των παράνομων Συμβάσεων Δανειακής Διευκόλυνσης, να αποφανθεί ότι η δράση μας δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως «νόμιμη» γιατί είναι μειοψηφική! Η αξία αυτού του ισχυρισμού έγκειται περισσότερο σε αυτό που δεν λέει ρητά λόγω των περιορισμών που έχουν οι δικαστές ως κρατικοί υπάλληλοι. Αν ήμασταν πολλοί ή αν υπήρχε επαναστατικό μαζικό κίνημα όπως προτείναμε ήδη από το 2009, με τον ένοπλο αγώνα στις στοχεύσεις του, τότε προφανώς σύμφωνα ακόμα και με τον ισχυρισμό των δικαστών του εφετείου της 2ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα, θα ήμασταν νόμιμοι! Βέβαια η νομιμότητα των αγώνων, των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, ιστορικά δεν κρίνεται από το αν έχουν πλειοψηφική ή μειοψηφική συμμετοχή. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς παράλογο και αντιιστορικό. Κρίνεται με βάση το φυσικό ανθρώπινο δικαίωμα αντίστασης απέναντι στην αυθαιρεσία της εκάστοτε κρατικής εξουσίας. Η νομιμότητα της επαναστατικής δράσης κρίνεται από την παράνομη φύση της ίδιας της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου. Και αυτή η νομιμότητα έχει την προέλευσή της στο προαιώνιο φυσικό δίκαιο στο οποίο στηρίχτηκαν οι πρώτες ακρατικές και προκρατικές κοινωνίες, πολύ πριν την εμφάνιση του κράτους και των ταξικών διαχωρισμών, οι οποίες στηρίχτηκαν στην κοινοκτημοσύνη, την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια. Η νομιμότητα του δικαιώματος αντίστασης, κύρια ένοπλης, διαπέρασε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, την πάλη των λαών εναντίον του Κράτους και της άρχουσας τάξης, την πάλη των τάξεων. Η ιστορία είναι στην πραγματικότητα η πάλη της Κομμούνας (Κοινότητας) που είχε την μορφή του Δήμου ή της κολλεκτίβας εναντίον του κράτους. Το δικαίωμα αντίστασης και εξέγερσης των λαών εναντίον των παρανομιών της κρατικής εξουσίας και των αρχόντων αποτυπώθηκε σε συνταγματικούς χάρτες των μεσαιωνικών πόλεων (Κομμούνων) στην Ευρώπη όπως είχε αποτυπωθεί και παλιότερα και στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία εναντίον αυτών που ήθελαν να ανατρέψουν την εξουσία του Δήμου και όπου η τυραννοκτονία ήταν δικαίωμα και καθήκον και την τιμούσαν οι πολίτες (Ψήφισμα Δημοφάντους 411 π. Χ.). Όπως και στο Σύνταγμα του 1793 της Γαλλικής Επανάστασης υπήρχε διάταξη για το δικαίωμα του λαού να εξεγερθεί εναντίον της κυβέρνησης όταν αυτή παραβιάζει τα δικαιώματά του. Υπολείμματα αυτού του φυσικού δικαιώματος αντίστασης υπάρχουν και σε σύγχρονα συντάγματα, όπως το άρθρο 120 του Συντάγματος το οποίο έπρεπε να ενεργοποιηθεί από τον εξεγερμένο λαό την περίοδο 2010-’12 και να προσφύγει στα όπλα κατά των παράνομων και αντισυνταγματικών μνημονίων, αφού το δικαίωμα και η υποχρέωση αντίστασης «με κάθε μέσο», όπως αναφέρει, σημαίνει οπωσδήποτε και προσφυγή στα όπλα που θα ήταν και το μοναδικό πρόσφορο μέσο για να αποτραπεί η επιβολή των μνημονίων, που είναι μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας. Η ένοπλη δράση του Επαναστατικού Αγώνα από όποια πλευρά και να τη δει κανείς, ήταν νόμιμο πολιτικό, φυσικό και ηθικό δικαίωμα αντίστασης και ανατροπής μιας παράνομης εξουσίας, αυτής του Κράτους και του Κεφαλαίου.
Δεν απολογηθήκαμε για τίποτε και δεν μετανιώσαμε για τίποτα. Δεν αισθανθήκαμε ποτέ στο παραμικρό ένοχοι για κάτι. Είχαμε και έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Από αυτή τη δοκιμασία βγαίνω πολιτικά νικητής γιατί παρά τα 14 χρόνια φυλακής για τον Επαναστατικό Αγώνα, εξακολουθώ να πιστεύω στις θέσεις του Επαναστατικού Αγώνα, πιστεύω στο δίκιο της Κοινωνικής Επανάστασης και της ανατροπής του Κράτους και του Κεφαλαίου, στην αναγκαιότητα και τη διαχρονικότητα του ένοπλου αγώνα ως βασικού και αναπόσπαστου ιστορικά κομματιού του επαναστατικού λαϊκού κινήματος.
ΖΗΤΩ Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ
ΖΗΤΩ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΚΡΑΤΙΚΗ-ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΟΜΜΟΥΝΩΝ (ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ)
Νίκος Μαζιώτης
Μέλος του Επαναστατικού Αγώνα
Υ. Γ: Αυτός ο απολογισμός όμως θα ήταν ελλιπής γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο το κράτος αλλά και επιθέσεις «αγωνιστικών» κομματιών του χώρου από τον οποίον προερχόμαστε.
Βιώσαμε τον πολιτικό διαχωρισμό του κινήματος «αλληλεγγύης» όπου για αρκετούς στο «κίνημα» είναι πιο «οικείο» να στέκονται αλληλέγγυοι σε αυτούς που δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με τις κατηγορίες επικαλούμενοι σκευωρία –ένα ιστορικά αποκλειστικό ελληνικό φαινόμενο στην ιστορία του διεθνούς επαναστατικού κινήματος– και όχι με αυτούς που αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους στην οργάνωση αντάρτικου που ανήκουν και υπερασπίζονται τη δράση τους.
Βιώσαμε την «αλληλεγγύη» της παραχάραξης, της διαστρέβλωσης, το να «κόβουν» και να «ράβουν» τον Επαναστατικό Αγώνα και τον Λάμπρο Φούντα στα μέτρα τους δίνοντας βάρος όχι στο γιατί σκοτώθηκε ο σύντροφος ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα και για την στρατηγική της οργάνωσης όπως έπρεπε, αλλά σε άλλες πιο «κινηματικές» και πιο «μαζικές» κατ’ αυτούς πρακτικές στο όνομα του «πολύμορφου» αγώνα.
Μάρτυρας υπεράσπισης (μέλος του επονομαζόμενου Ταμείου Αλληλεγγύης) κατηγορούμενου που αρνούνταν τις κατηγορίες στην 1η δίκη του Επαναστατικού Αγώνα, έφτασε να δηλώσει ότι δεν μπορεί κάποιος να «λόγους ασφαλείας» να είναι μέλος οργάνωσης αντάρτικου και ταυτόχρονα να συμμετέχει στο «μαζικό κίνημα» και στον χώρο. Μια δήλωση διαχωρισμού του Επαναστατικού Αγώνα και εμάς ως αναρχικών από τον πολιτικό χώρο από τον οποίον προερχόμαστε, ένα ψέμα για τον σύντροφο Φούντα που συμμετείχε στον Επαναστατικό Αγώνα. Η δήλωση αυτή διαχωρισμού έδινε το κεφάλι μας «επί πίνακι» στον εχθρό, δηλαδή στους δικαστές.
Διαπιστώσαμε στα χρόνια της παρανομίας 2012-2017 ότι για κάποιους «συντρόφους» και «αλληλέγγυους» ήμασταν «βολικοί» ως φυλακισμένοι για «αλληλεγγύη», αλλά όχι ως συνεχιστές της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, ως διωκόμενοι, καταζητούμενοι και επικηρυγμένοι με 1.000.000 ευρώ ο καθένας.
Ήμασταν βολικοί ως Επαναστατικός Αγώνας μέχρι το 2010 αλλά όχι μετά. Μια άλλη αιτία της πολεμικής εναντίον μας ήταν η συνεπής εχθρική στάση μας ως αναρχικοί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ τον οποίον αρκετοί στον χώρο ψήφισαν ή στήριξαν πολιτικά εντελώς καιροσκοπικά, αφενός ελπίζοντας να έχει ως κυβέρνηση μια ηπιότερη αντιμετώπιση των πολιτικών και αναρχικών κρατουμένων την εποχή εκείνη, κάτι που αφορούσε και τις φυλακές τύπου Γ΄ που έφτιαξε η κυβέρνηση της ΝΔ το 2014 και αφετέρου έχοντας την πολιτική αυταπάτη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντισταθεί πραγματικά στους δανειστές (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) και ότι μπορεί να υπάρξουν «προοπτικές» αγώνα ή μια εναλλακτική διακυβέρνηση με τη χώρα να βγαίνει εκτός ΟΝΕ. Ή ότι μπορεί να υπάρχουν «προοπτικές» αγώνα λόγω του δημοψηφίσματος που διοργάνωσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 –το οποίο δημοψήφισμα στήριξαν «στρατηγικά»– το αποτέλεσμα του οποίου παραβίασε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι που είχαν αυτή τη στάση τότε ως «ουρά» του ΣΥΡΙΖΑ, παρείχαν πολιτική κάλυψη σε πρώην μέλος της οργάνωσης που έκανε δήλωση μετανοίας και διαχωρισμού στο εφετείο της 1ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα, ο οποίος είχε πει ότι, «δεν έχω δηλώσει ποτέ ότι είμαι επαναστάτης» και να διαχωρίζεται από εμάς μπροστά στον εχθρό δηλώνοντας ότι, «ο Επαναστατικός Αγώνας ηττήθηκε το 2010» ενώ εμείς συνεχίσαμε τη δράση με την επίθεση το 2014 στην ΕΚΤ-Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ.
Η πολιτική αυτή κάλυψη στον μετανοημένο αποτυπώθηκε στο ότι κάποιοι «αγωνιστές» κατέθεσαν και ως μάρτυρες υπεράσπισης (π.χ. από Τ.Α) γι’ αυτόν στο εφετείο της 1ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα, συμβάλλοντας επίσης και στην απόπειρα διαχωρισμού της ιστορίας της οργάνωσης στην προ του 2010 περίοδο και στην μετά το 2012, κάτι που βόλευε όλους αυτούς που δεν ήθελαν να συνεχίσει ο Επαναστατικός Αγώνας τη δράση του.
Γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία όχι μόνο του εγχώριου «κινήματος» αλλά και του διεθνούς, αφού τέτοια πολιτική κάλυψη δεν έχει δοθεί από κινήματα στην Ευρώπη ή αλλού σε μετανοημένους στην ιστορία του αντάρτικου πόλης, πράγμα που συνιστά μια ακόμα «καινοτομία» του εγχώριου «κινήματος». Δεν ξεχνάμε φυσικά, ότι η σύλληψη της συντρόφισσας Ρούπα τον Γενάρη του 2017 ήταν προϊόν κατάδοσης όπως δημοσιοποιήθηκε στον καθεστωτικό τύπο.
Η πολεμική εναντίον μας έφτασε στο σημείο να δεχόμαστε υποκινούμενες επιθέσεις μέσα στη φυλακή από άλλους «αγωνιστές». Δεν υπήρξαν άλλοι αγωνιστές που αντιμετώπισαν τέτοιο μένος όσο εμείς, τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα.
Όλα αυτά όμως δεν είναι μεμονωμένα γεγονότα, αλλά εντάσσονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και μια περίοδο που έχει ως αφετηρία την ήττα της κοινωνικής αντιμνημονιακής εξέγερσης του 2010-’12 και παράλληλα την αποτυχία και ήττα του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού και ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου να παίξει τον ρόλο που θα έπρεπε να έχει για μας την εποχή εκείνη, δηλαδή, να μετατραπεί σε ένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα για να επιχειρήσει μια Επανάσταση, κάτι που είχαμε προτείνει από το 2009. Έτσι η ήττα αυτή οδήγησε τους χώρους «αντίστασης» στην εσωστρέφεια, την τακτική της συνδιαλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ανταγωνισμό των νέων μορφωμάτων που ξεπήδησαν εκείνη την περίοδο στον χώρο για την πολιτική «ηγεμονία» εντός του χώρου.
Και μέσα σε αυτές τις συνθήκες της ήττας και της παρακμής, η ύπαρξη του Επαναστατικού Αγώνα φάνταζε «ξένη» και «μη βολική».Υπήρξε άμεση συνάφεια μεταξύ της κρατικής καταστολής και της πολεμικής που δεχτήκαμε από κομμάτια του χώρου. Γιατί η πολεμική και το έλλειμμα αλληλεγγύης που υπήρχε, ιδιαίτερα από τα χρόνια της παρανομίας και μετά τις συλλήψεις μας, δεν πέρναγε απαρατήρητο από το κράτος.
Γι’ αυτό δοκιμάσαμε την ακρότητα της κρατικής καταστολής σε όλες τις εκφάνσεις της (καταδίκες σε ισόβια, αφαίρεση της γονικής επιμέλειας για τον γιο μας, απομόνωση).



0 Comments