Όταν η Δικαιοσύνη αγγίζει συγγενείς κυβερνητικών στελεχών, κάποιοι από τους κορυφαίους λειτουργούς της θυμούνται ξαφνικά τη διαφθορά. Όταν, όμως, πρόκειται για υποθέσεις που εκθέτουν την κυβέρνηση, η επίκληση της δικαστικής ανεξαρτησίας γίνεται το βολικό καταφύγιο της σιωπής.
Φαίνεται πως δεν υπάρχει πλέον κανένα όριο στην υποκρισία των κορυφαίων θεσμικών παραγόντων. Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Φλωρίδης, αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, παρεμβαίνει δημόσια, μέσα από άρθρο του στην Καθημερινή, σε μια δικαστική υπόθεση που βρίσκεται σε εξελιξη, κάνοντας λόγο για «φλέβα διαφθοράς» και «κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις».
Και ποια είναι η αφορμή αυτής της καταγγελίας; Το γεγονός ότι δικαστικά συμβούλια, από το Πρωτοδικείο έως τον Άρειο Πάγο, αποφάσισαν την παραπομπή σε δίκη του γιου του Τάκη Θεοδωρικάκου, σε μια υπόθεση ναρκωτικών μαζί με αστυνομικούς που φέρονται να εμπλέκονται σε απόπειρα συγκάλυψης της υπόθεσης.(Ας προσπεράσουμε το γελοίο του πράγματος, ότι δηλαδή οι μπάτσοι, δηλαδή, οργάνωσαν ολόκληρη επιχείρηση και να συλλαμβάνουν κάποιους πιτσιρικάδες γιατί είχαν κάποια γραμμάρια “μαύρο”. Η υπόθεση όμως ήταν πιασάρικη αφού εμπλεκόταν γιο υπουργού)
Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος ο Βασίλειος Φλωρίδης είχε χειριστεί την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης, προτείνοντας την απαλλαγή των εμπλεκομένων. Η πρότασή του απορρίφθηκε ομόφωνα. Και τώρα, αντί να σεβαστεί την απόφαση των δικαστικών συμβουλίων, επιλέγει να καταγγείλει δημόσια τις κρίσεις τους, αφήνοντας βαριές αιχμές περί διαφθοράς.
Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, σχολιάζοντας την :σοκαριστική, όπως την χαρακτηρίζει που έκανε με το άρθρο του «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», ο ανώτατος δικαστικός του θυμίζει τι συνέβη στην υπόθεση των υποκλοπών και πόση διαφθορά υπάρχει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με τις πλήρως αναιτιολόγητες εισαγγελικές διατάξεις και τις οφθαλμοφανείς υποχωρήσεις και εκπτώσεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Όταν η Δικαιοσύνη τους αγγίζει συγγενή ενός υπουργού της Νέας Δημοκρατίας, εμφανίζονται ξαφνικά καταγγελίες για διαφθορά και κατασκευασμένες κρίσεις. Όταν, αντίθετα, στο επίκεντρο βρίσκονται υποθέσεις που προκαλούν πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση -οι υποκλοπές, η τραγωδία των Τεμπών και οι ευθύνες της κρατικής εξουσίας- τότε επιστρατεύονται οι γνωστές εκκλήσεις για σεβασμό στις δικαστικές αποφάσεις και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αντέδρασε στην παρέμβαση του αντεισαγγελέα, υπενθυμίζοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση που είχε διατυπώσει ο ίδιος στο παρελθόν σχετικά με την ανάγκη αποχής δικαστικών λειτουργών από υποθέσεις πολιτικών προσώπων, όταν συντρέχουν συγγενικοί δεσμοί με πολιτικούς παράγοντες. (Η ενδοαστική σύγκρουση στους ανώτατους θύλακες της αστικής δικαιοσύνης, αποκαλύπτει τις εσωτερικές αντιθέσεις σ’ αυτή την εξουσιαστική κάστα).
Για μας, το ζήτημα δεν εξαντλείται στις αντιπαραθέσεις μεταξύ ανώτατων δικαστικών λειτουργών. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο απονέμεται η αστική δικαιοσύνη, τις κοινωνικές ανισότητες που διαπερνούν τη λειτουργία της και τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε ισχυρούς και αδύναμους.
Από τη μία πλευρά, πολιτικά και οικονομικά ισχυροί διαθέτουν μηχανισμούς, πρόσβαση και δυνατότητες παρέμβασης που ο απλός εργαζόμενος δεν έχει. Από την άλλη, αγωνιστές του κινήματος και άνθρωποι που συγκρούονται με το κράτος και τους μηχανισμούς του βρίσκονται αντιμέτωποι με την αυστηρότητα της καταστολής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η προφυλάκιση για 519 ημέρες του Νίκου Ρωμανού γιατί λέει βρέθηκε μισό αποτύπωμα στο διαμέρισμα των Αμπελοκήπων, μέχρι να καταρρεύσει δικαστικά και αυτή η ασφαλίτικη σκευωρία και οι τωρινές προφυλακίσεις κατηγορουμένων για την υπόθεση της Marfin, χωρίς να υπάρχουν ουσιαστικά επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος τους.
Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του ζητήματος: η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί έξω από την κοινωνία και τις ταξικές αντιθέσεις της. Και η επίκληση της ανεξαρτησίας της δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι σε κάθε κριτική, ιδιαίτερα όταν προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται υποθέσεις πολιτικού ενδιαφέροντος.
Στην τελική είναι εξαιρετικά προβληματικό ένας ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός να παρεμβαίνει δημόσια με τόσο βαριές αιχμές για μια υπόθεση που εξακολουθεί να βρίσκεται σε δικαστική εξέλιξη. Ακόμα και με αστικούς όρους μια τέτοια παρέμβαση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη δημόσια διαφωνία. Δημιουργεί ζητήματα θεσμικής ευθύνης, δικαστικής δεοντολογίας και συμβάλει ακόμα περισσότερο στην απαξίωση των πολιτών απέναντι στην αστική δικαιοσύνη.
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι απλώς μια δικαστική διαφωνία. Είναι μια σύγκρουση που φέρνει στην επιφάνεια παράλληλα και τις αντιφάσεις και τις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις μέσα στους ανώτατους θεσμούς του αστικού κράτους.



0 Comments