Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για τον Οκτώβρη του 2026 και η νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που κανένα κυβερνητικό επικοινωνιακό επιτελείο δεν μπορεί να εξωραΐσει: η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή κορυφή της ακρίβειας, της στεγαστικής επιβάρυνσης και της οικονομικής ασφυξίας. Για εκατομμύρια ανθρώπους, η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Και πίσω από αυτούς βρίσκονται άνθρωποι που μετρούν τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα, οικογένειες που αναγκάζονται να περιορίσουν ακόμη και βασικές ανάγκες, εργαζόμενοι που βλέπουν τον μισθό τους να εξαφανίζεται πριν καλά καλά τον εισπράξουν.
Πληθωρισμός: Η ακρίβεια δεν είναι μια παροδική καταιγίδα
Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτοξεύτηκε στο 5,6% τον Οκτώβριο, από 5,1% τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη, ισόβαθμη με την Ιταλία, την ώρα που ο μέσος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 4%.
Δεν πρόκειται για κάποια αφηρημένη στατιστική απόκλιση. Πρόκειται για μια ακόμη επιτάχυνση της αφαίμαξης του λαϊκού εισοδήματος.
Και το πλέον ανησυχητικό είναι ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις προέρχονται από την ενέργεια. Οι τιμές της ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 26,5% σε ετήσια βάση, έναντι 20,8% στην Ευρωζώνη.
Με άλλα λόγια, η ακρίβεια δεν υποχωρεί. Αναπαράγεται, επεκτείνεται και διαπερνά ολόκληρη την οικονομική ζωή, από το σούπερ μάρκετ μέχρι τον λογαριασμό του ηλεκτρικού.
Στέγαση: Η Ελλάδα της ακριβότερης θηλιάς
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στο μέτωπο της στέγασης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ευρώπη: 26,4%, έναντι μόλις 7,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ανθρώπους στη χώρα μας ζουν σε νοικοκυριά όπου οι δαπάνες στέγασης ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Το σπίτι, αντί να αποτελεί στοιχειώδες δικαίωμα και καταφύγιο, μετατρέπεται σε οικονομική θηλιά. Ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση και λοιπές στεγαστικές δαπάνες απορροφούν ένα τεράστιο κομμάτι του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Και την ίδια στιγμή, η στεγαστική κρίση αντιμετωπίζεται από την κυβερνητική πολιτική περισσότερο ως ευκαιρία επενδύσεων και κερδοφορίας παρά ως κοινωνική καταστροφή.
ΕΤΕπ: Όταν η επιβίωση γίνεται καθημερινός δανεισμός
Η πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, που δημοσιοποιήθηκε στις 5 Νοεμβρίου, έρχεται να συμπληρώσει αυτή τη ζοφερή εικόνα.
Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά:
Το 78% των Ελλήνων δηλώνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας περιόρισαν σημαντικά την αγοραστική του δύναμη κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες.
Το 52% αναφέρει ότι περιόρισε τις δαπάνες για τρόφιμα ή υγειονομική περίθαλψη εξαιτίας της ενεργειακής ακρίβειας.
Το 33% αναγκάστηκε να δανειστεί, να ζητήσει οικονομική βοήθεια ή να καθυστερήσει την πληρωμή λογαριασμού ενέργειας.
Το 74% δηλώνει ότι οι αυξημένες τιμές έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του. Το 45% έχει περιορίσει ακόμη και μετακινήσεις για βασικές ανάγκες, όπως ψώνια, ιατρικά ραντεβού και διοικητικές υποχρεώσεις.
Ας σταθούμε λίγο σε αυτά τα στοιχεία.
Στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η Ελλάδα, αναφορικά με τις μέσες ετήσιες αποδοχές των εργαζομένων, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat.
O μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 18.800 ευρώ το 2025, επίπεδο που αποτελεί τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Δεν μιλάμε πλέον για ανθρώπους που στερούνται πολυτέλειες ή αναβάλλουν κάποιες αγορές. Μιλάμε για ανθρώπους που αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στο φαγητό και στον λογαριασμό του ρεύματος, ανάμεσα στη θέρμανση και σε άλλες βασικές ανάγκες, ανάμεσα στη μετακίνηση και στην οικονομική τους επιβίωση.
Όταν το ένα τρίτο του πληθυσμού αναγκάζεται να καταφεύγει στον δανεισμό ή στην οικονομική βοήθεια για να πληρώσει την ενέργεια, δεν έχουμε μια απλή δυσκολία διαχείρισης του οικογενειακού προϋπολογισμού. Έχουμε κοινωνική κρίση.
Δύο Ελλάδες: Τα υπερκέρδη από τη μια, η φτώχεια από την άλλη
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Η Ελλάδα των κυβερνητικών πανηγυρισμών, των επενδυτικών ρεκόρ, των επιχειρηματικών υπερκερδών και των χρηματιστηριακών αποδόσεων δεν είναι η Ελλάδα της εργατικής οικογένειας που αδυνατεί να πληρώσει το ρεύμα.
Είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι που συνυπάρχουν στην ίδια χώρα.
Από τη μία, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι ενεργειακοί παίκτες, οι τραπεζικοί οργανισμοί και οι αλυσίδες του λιανεμπορίου που δραστηριοποιούνται σε μια αγορά όπου η ακρίβεια μεταφράζεται σε τεράστια οικονομική ισχύ.
Από την άλλη, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και τα λαϊκά νοικοκυριά που καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό μιας οικονομικής πολιτικής η οποία δεν εξασφαλίζει ούτε τα στοιχειώδη.
Κι ύστερα έρχονται οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι να μιλήσουν για ανάπτυξη, αυξήσεις μισθών και ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Μόνο που η πραγματική ζωή δεν μετριέται με τις επικοινωνιακές επιτυχίες του Μαξίμου. Μετριέται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων και στον λογαριασμό της ΔΕΗ.
Το κυβερνητικό success story έχει μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική γεωγραφία: τα κέρδη συγκεντρώνονται στην κορυφή, ενώ το κόστος της κρίσης μεταφέρεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
Και όσο η ακρίβεια αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά επιδόματα, προσωρινές ενισχύσεις και επικοινωνιακές εξαγγελίες, τόσο η πραγματική αιτία της κοινωνικής ασφυξίας παραμένει ανέγγιχτη.
Δεν είναι η ελληνική κοινωνία που δεν ξέρει να διαχειρίζεται τα χρήματά της. Είναι μια οικονομική και πολιτική πραγματικότητα που αναγκάζει όλο και περισσότερους ανθρώπους να ζουν με λιγότερα, ενώ άλλοι συσσωρεύουν όλο και περισσότερα.
Και όσο αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως φυσιολογική συνέπεια της αγοράς, τόσο η φτώχεια θα βαθαίνει και η κοινωνική ανισότητα θα διευρύνεται.
Γιατί ανάπτυξη που δεν βελτιώνει τη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας δεν είναι κοινωνική πρόοδος. Είναι ένας ακόμη τρόπος να μετράει το κεφάλαιο τα κέρδη του πάνω στις απώλειες των εργαζομένων.





0 Comments